Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός | Ορθόδοξοι Πατέρες Our Lord Jesus Christ | Orthodox Fathers

»»»    Ο Βίος του Χριστού / 37. Ο δαιμονιζόμενος νεανίσκος

37. Ο δαιμονιζόμενος νεανίσκος


Οι Μαθηταί και οι Γραμματείς — Η ίασις του δαιμονιζομένου — «Πίστιν ως κόκκον συνάπεως» — Φιλονικεία περί του τις ο μείζων — «Εάν μη γένησθε ως το παιδίον τούτο» — Η ερώτησις του Ιωάννου — Ο ανελεήμων δανειστής

Η φαντασία όλων των αναγνωστών των Ευαγγελίων επλήγη από την αντίθεσιν την μεταξύ της ειρήνης, της δόξης, της θείας επικοινωνίας των υψωμάτων του όρους, και της συγχύσεως, της λύπης, της απιστίας, της αγωνίας, τα οποία εχαρακτήρισαν την πρώτην σκηνήν ήτις παρέστη εις τα όμματα του Ιησού και των Αποστόλων του άμα κατελθόντων εις τα χθαμαλά εδάφη του ανθρωπίνου βίου.

Διότι κατά την απουσίαν των επήλθε συμβεβηκός τι, το οποίον ενέπλησε τους άλλους μαθητάς ταραχής και εξάψεως. Είδον πλήθος συνηθροισμένον και Γραμματείς μετ' αυτών, οίτινες μετά ερίδων και απειλών εστενοχώρουν και κατεδίωκον την ηλαττωμένην ομάδα των εκκλεκτών φίλων του Χριστού.

Αίφνης εν μέσω της κρίσεως ταύτης το πλήθος βλέπει τον Ιησούν. Κάτι εις την όψιν Του, ασυνήθης τις μεγαλειότης, φθίνουσα τις μαρμαρυγή, τους επλήρωσεν εκπλήξεως, και έτρεξαν προς Αυτόν μετά προσρήσεων. Τις η φιλονικεία σας προς αυτούς; ερωτά απτόητος τους Γραμματείς. Αλλ' οι Γραμματείς δεν ήθελον και οι μαθηταί δεν ετόλμων να δώσωσιν απάντησιν. Τότε εκ μέσου του πλήθους εξήλθεν είς άνθρωπος, όστις γονυπετήσας έμπροσθεν του Ιησού, έκραζε μεγάλη τη φωνή, «Κύριε, ελέησόν μου τον υιόν, ότι σεληνιάζεται και κακώς πάσχει». Είχε φέρει τον άθλιον πάσχοντα εις τους μαθητάς, όπως εκδιώξωσι το πονηρόν πνεύμα, και η αποτυχία των έδωκεν αφορμήν εις τα σκώμματα των Γραμματέων.

Όλη η σκηνή ελύπησε τον Ιησούν κατάκαρδα. «Ω γενεά άπιστος και διεστραμμένη, εφώνησεν· έως πότε έσομαι μεθ' υμών, έως πότε ανέξομαι υμάς;» Η κραυγή αύτη της αγανακτήσεως εφαίνετο απευθυνομένη προς πάντας· προς το απλώς περίεργον πλήθος, προς τους κακοβούλους Γραμματείς, προς τους βραδείς την πίστιν και κλονουμένους μαθητάς. «Φέρετε Μοι αυτόν ώδε».

Ο ταλαίπωρος νέος εκομίσθη, και μόλις το όμμα του έπεσεν επί τον Ιησούν, κατελείφθη υπό δεινού παροξυσμού του νοσήματος. Έπεσεν εις το έδαφος μετά βιαίων σπασμών, κ' εκυλίσθη με αφρίζοντα χείλη. Ήτο δεινότατον είδος δαιμονιώδους επιληψίας υφ' ης έπασχεν.

Ο Ιησούς εβράδυνεν ολίγον. Ήθελε να στηρίξη την κλονισμένην πίστιν του πατρός.

«Πόσος χρόνος εστιν εξ ου τούτο συνέβη αυτώ;,» ηρώτησεν ο Κύριος.

«Παιδιόθεν· και πολλάκις έρριψεν αυτόν εις το πυρ και πολλάκις εις το ύδωρ· αλλ' ει τι δύνασαι, βοήθησον ημίν σπλαγχνισθείς».

«Ει δύνασαι; είπεν ο Ιησούς· πάντα δυνατά τω πιστεύοντι».

Τότε ο δύστηνος πατήρ έρρηξε την φωνήν εκείνην, την εξενεχθείσαν υπό εκατοντάδων μυριάδων έκτοτε, και τόσω βαθέως αρμόζουσαν εις γενεάν ήτις, καθώς η ημετέρα, εχαρακτηρίσθη ως άμοιρος μεν πίστεως, αλλά τρομάζουσα προς την απιστίαν: «Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τη απιστία».

Εν τω μεταξύ, εφόσον διήρκει ο βραχύς διάλογος, η συρροή του πλήθους ηύξανεν επί μάλλον, και ο Ιησούς, στραφείς προς τον πάσχοντα, είπε: «Το πνεύμα το άλαλον και κωφόν, Εγώ σοι επιτάσσω, έξελθε απ' αυτού, και μηκέτι εισέλθης εις αυτόν». Κραυγή τις αγριωτέρα, φοβερώτεροι σπασμοί επηκολούθησαν τους λόγους τούτους, και είτα ο νεανίσκος έκειτο επί του εδάφους, όχι πλέον ασπαίρων και αφρίζων, αλλ' ακίνητος ως νεκρός. Τινές δε είπον, «Απέθανεν». Αλλ' ο Ιησούς τον έλαβεν από της χειρός, και εν μέσω των επιφωνημάτων της εκπλήξεως του πλήθους, τον απέδωκεν εις τον πατέρα του, ήσυχον και υγιά.

Ο Ιησούς είχε δώσει προηγουμένως εις τους μαθητάς Του την δύναμιν να εκβάλλωσι δαιμόνια, και η δύναμις μάλιστα εξησκήθη επ' ονόματι Του υπό τινων οίτινες δεν ήσαν μεταξύ των ανεγνωρισμένων μαθητών Του. Ουδέ είχον αποτύχη πρότερον. Φυσικόν άρα ήτο να Τον ερωτήσωσι το αίτιον της παρούσης αδυναμίας των. Είπε δε αυτοίς παρρησία ότι, διά την απιστίαν αυτών δεν ηδυνήθησαν να εκβάλωσι το δαιμόνιον. Δυνατόν η αίσθησις της απουσίας Του να τους εξησθένισε. Τους εδίδαξε προσέτι δύο μεγάλα μαθήματα. Πρώτον, ότι υπάρχουσι νοσήματα πνευματικά άμα και σωματικά και ηθικά, εξ αμαρτιών και διά της συνεργείας του εχθρού προσφυόμενα εις τους ανθρώπους, τα οποία δεν δύνανται να εξορκισθώσιν ειμή διά προσευχής και νηστείας. «Τούτο το γένος ουκ εκπορεύεται ειμή εν προσευχή και νηστεία». Δεύτερον, ότι εις την τελείαν πίστιν όλα είνε δυνατά. Εάν έχη τις πίστιν, ως κόκκον σινάπεως, θα ηδύνατο να είπη εις το όρος τούτο, «Εγέρθητι εντεύθεν, και βλήθητι εις την θάλασσαν, και γενήσεται».

Ο Ιησούς είχε φθάσει ήδη εις το βόρειον άκρον της Αγίας Γης, και ήρχισε να στρέφεται προς τα οπίσω. Βλέπομεν εκ του Ευαγγελιστού Μάρκου ότι η επιστροφή Του ήτο εσκεμμένως κρυφία και ιδιωτική, ίσως διά των ορέων και κοιλάδων της Άνω Γαλιλαίας προς τα δυτικά του Ιορδάνου. Ο σκοπός Του δεν ήτο, πλέον να διδάσκη τα πλήθη, τα οποία είχον αποπλανηθή και τον απέρριψαν, αλλά να εξακολουθήση το ουσιωδέστερον εκείνο έργον, την διδασκαλίαν και μόρφωσιν των Αποστόλων Του. Και τώρα το διαρκές υποκείμενον της διδασκαλίας Του, ήτο η εγγίζουσα παράδοσίς Του, ο θάνατος και η ανάστασις. Αλλ' ωμίλει προς βραδείς την καρδίαν και αμβλείς, οίτινες και ηγνόουν και δεν ετόλμων να ερωτήσωσι. Το μόνον πράγμα το οποίον φαίνεται να ησθάνοντο βαθέως ήτο, ότι παράδοξος τις έκβασις της ζωής του Χριστού, συνοδευομένη από τινος μεγάλης αναπτύξως της βασιλείας του Μεσσίου, επέκειτο· και τούτο επέφερεν επ' αυτούς το μόνον αποτέλεσμα το οποίον δεν έπρεπε να επιφέρη. Αντί να κεντρίζη την αυταπαρνησίαν των, εξήγειρε την φιλοδοξίαν των· αντί να κρατύνη την αγάπην και την ταπείνωσίν των, διήγειρεν αυτούς εις ζηλοτυπίαν και υπερηφανίαν. Καθ' οδόν ενθυμούμενοι ίσως την προτίμησιν την απονεμηθείσαν εν τω Θαβωρίω εις τον Πέτρον και τους υιούς του Ζεβεδαίου συνεζήτουν προς αλλήλους, «Τις εξ αυτών ήτο ο μεγαλείτερος;»

Όταν έφθασαν εις Καπερναούμ και ήσαν εν τη οικία, ο Κύριος τους ηρώτησε, «Τι συνεζήτουν προς αλλήλους εν τη οδώ;» Βαθεία συστολή τους έκαμε να σιωπώσι, και η σιωπή αύτη ήτο η ευγλωττοτέρα ομολογία των ενόχων φιλοδοξιών των. Τότε καθίσας, τους εδίδαξε πάλιν ότι εκείνος όστις ήθελε να είνε πρώτος ώφειλε να είνε ο πάντων έσχατος, και διάκονος πάντων, και ότι η οδός η άγουσα προς την τιμήν είνε η ταπείνωσις. Θελήσας δε να εξάρη το μάθημα τούτο δι' ορατού συμβόλου αβροτάτης τρυφερότητος και καλλονής, εκάλεσε προς Εαυτόν έν μικρόν παιδίον, και το έστησεν εις το μέσον, και λαβών τούτο εις τους αχράντους βραχίονάς Του, είπε: «Εάν μη γένησθε ως το παιδίον τούτο, ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών». Και όστις δέχεται έν τοιούτον παιδίον εν τω ονόματι Αυτού, δέχεται Αυτόν και τον Πατέρα όστις Τον απέστειλεν.

Η έκφρασις «εν τω ονόματί Μου» φαίνεται ότι ενέπνευσεν εις τον Ιωάννην αιφνιδίαν ερώτησιν. Είδον, είπεν ούτος, ένα άνθρωπον όστις εξέβαλλε δαιμόνια εν τω ονόματι του Χριστού· αλλ' επειδή ο άνθρωπος δεν ήτον εκ των ιδικών των, τον παρεκώλυσαν. Έπραξαν καλώς;,

Ουχί, είπεν ο Ιησούς. Όστις δύναται να πράξη έργα ελέους εν τω ονόματι του Χριστού, ας τα πράξη. «Ό μη ων καθ' ημών μεθ' ημών εστι».

Και είτα αναλαβών τον λόγον Του, έχων το παιδίον ακόμη εις τους βραχίονάς Του, τους ενουθέτητε περί της φοβεράς ενοχής και του κινδύνου του να προσβάλη τις, να δελεάση, ν' αποπλανήση από της οδού της ακακίας και της ευθύτητος, να διδάξη άνομόν τι πράγμα, να υποβάλη πονηράν τινα σκέψιν εις έν των μικρών τούτων, «Προσέχετε μη καταφρονήσητε ενός των μικρών τούτων· λέγω γαρ υμίν ότι οι άγγελοι αυτών εν τοις ουρανοίς διαπαντός βλέπουσι το πρόσωπον του Πατρός Μου του εν ουρανοίς». Τοιούτους ανόμους ανθρώπους και εκμαυλιστάς, τοιούτους ανθρώπους εκτελεστάς των έργων του διαβόλου (εδώ μετεχειρίσθη πικροτέρας λέξεις ή όσας ποτέ εξέφερε) σκληροτέρα τιμωρία τους περιμένει, παρά να είχε κρεμασθή μύλος ονικός περί τον τράχηλον αυτών και να ερρίπτοντο εις την θάλασσαν».

Προβαίνει δε και διδάσκει τους μαθητάς Του ότι προκριτωτέρα θα ήτο πάσα θυσία οσονδήποτε μεγάλη, αν τους καθίστα ικανούς ν' αποφύγωσι πάντα ενδεχόμενον πειρασμόν, όπως παρεμβάλλωσι σκάνδαλα εις την οδόν των ψυχών των ή των ψυχών των άλλων. Καλλίτερον να κόψης την δεξιάν σου χείρα, καλλίτερον να κόψης τον δεξιόν πόδα, καλλίτερον να εξορύξης τον δεξιόν οφθαλμόν, παρά να έχης δύο χείρας, δύο πόδας, και δύο οφθαλμούς και να εισέλθης εις την Γέενναν του πυρός την καιομένην, «όπου ο σκώληξ αυτών ου τελευτά και το πυρ ου σβέννυται». Καλλίτερον να πνιγής εις αυτόν τον κόσμον με μύλον ονικόν περί τον τράχηλον, παρά να φέρης τον ηθικόν εκείνον και πνευματικόν μύλον του απολεμήτου πειρασμού, όστις δύναται να πνίξη την απηλλοτριωμένην ψυχήν εν τη ενοχή και τη απογνώσει. Καθώς το άλας ρίπτεται επί πάσης θυσίας προς καθαρισμόν, ούτως οφείλει πάσα ψυχή να καθαρισθή διά του πυρός· διά του πυρός, εάν δέη, της αυστηροτάτης και τρομερωτάτης αυτοθυσίας. Το πυρ τούτο το λεπτύνον, το καθαίρον, το εξαγνίζον, το πυρ της εταστικής αυτοκρίσεως και αυτοαυστηρότητος, ας είνε μετ' αυτών. Το άλας τούτο μηδέποτε να μωρανθή, και το πυρ ταύτο να μη μαρανθή πώποτε. «Έχετε άλας εν εαυτοίς, και έστε εν ειρήνη προς αλλήλους».

Και διά να κρατύνη το χρέος της αμοιβαίας ταύτης ειρήνης, το οποίον είχον παραβή, και διά να τους δείξη ότι, όσον βαθεία και αν είνε η οργή του Θεού εναντίον εκείνων οίτινες οδηγούσι σκολιώς τους άλλους, αυτοί οφείλουσι να μη θάλπωσί ποτε μίσος μηδέ κατ' εκείνων οίτινες βαρύτατα τους ηδίκησαν, εδίδαξεν αυτούς πως, πρώτον διά ιδιαιτέρας εξηγήσεως, είτα, εν ανάγκη, και δι' εκκλήσεως δημοσίας, να φέρωνται λυσιτελέστατα προς αδικούντα αδελφόν. Ο Πέτρος, εν τω αληθεί πνεύματι της Ιουδαϊκής τυπικότητος, επεθύμει να μάθη ορισμένως, ποσάκις πρέπει να συγχωρώμεν τον εχθρόν. Οι Ραββίνοι έλεγον ότι δις ή τρις πρέπει να δίδεται η συγχώρησις. Αλλ' ο Χριστός εδίδαξεν ότι ο αριθμός των συγχωρήσεων πρέπει να είναι κατ' ουσίαν απεριόριστος. Εβδομηκοντάκις επτά, είπεν — όσας φοράς ο Λάμεχ απαιτεί εκδίκησιν εν τη Γενέσει του Μωυσέως. Εξήρε δε την διδασκαλίαν ταύτην διά της ωραίας παραβολής του δούλου, όστις, ενώ ο βασιλεύς του τού εχάρισε μύρια τάλαντα, ευθύς ύστερον συνέλαβε τον σύνδουλόν του από του λαιμού, και δεν ήθελε να χαρίση ελεεινόν μικρόν χρέος εκατόν δηναρίων, ποσόν 1,250,000 μικρότερον από εκείνο το οποίον είχεν αφεθή εις αυτόν. Το παιδίον το οποίον εκράτει ο Ιησούς εις τους βραχίονάς Του θα ηδύνατο να εννοήση την παραβολήν ταύτην· αλλ' όμως πόσον βαθυτέρα πρέπει να είνε η έννοια της προς ημάς, οίτινες ανετράφημεν παιδιόθεν εν τη γνώσει της θείας αγάπης Του, ή όσον θα ήτο καθ' ον χρόνον ελαλήθη, και εις αυτόν τον Πέτρον ή τον Ιωάννην!



Η Θεία Λειτουργία

The Arabic Divine Liturgy of St. John Chrysostomos

Πειραϊκὴ Ἐκκλησία

Ακούστε (((ο)))
Πειραϊκή Εκκλησία 912fm

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ

Κάθε λογισμὸς καὶ κάθε αἴσθηση ὁδηγοῦν σταδιακὰ τὴν ψυχὴ εἴτε πρὸς τὸν παράδεισο εἴτε πρὸς τὴν κόλαση.

Ἄν ὁ λογισμὸς εἶναι ἔλλογος, τότε συνδέει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεὸ Λόγο, μὲ τὸν ὕψιστο Λογισμό, μὲ τὴν Παναξία, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ὁ παράδεισος.

παράδεισος

Ἐάν πάλι εἶναι ἄλογος ὁ λογισμὸς ἤ καὶ παράλογος, τότε συνδέει ἀναπόφευκτα τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Παράλογο, τὸν Ἀνόητο, μὲ τὸν διάβολο, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ἡ κόλαση.

Ὅσα ἰσχύουν γιὰ τὸν λογισμὸ, ἰσχύουν καὶ γιὰ τις αἰσθήσεις. Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ, ἀπὸ τὴν γῆ: καὶ ὁ παράδεισος μὰ καὶ ἡ κόλαση τοῦ ἀνθρώπου.

Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Ιωάννου Χρυσοστόμου

Ἐγὼ πατὴρ, ἐγὼ ἀδελφὸς, ἐγὼ νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφὴ, ἐγὼ ἱμάτιον, ἐγὼ ῥίζα, ἐγὼ θεμέλιος, πᾶν ὅπερ ἂν θέλῃς ἐγώ· μηδενὸς ἐν χρείᾳ καταστῇς. Ἐγὼ καὶ δουλεύσω· ἦλθον γὰρ διακονῆσαι, οὐ διακονηθῆναι. Ἐγὼ καὶ φίλος, καὶ μέλος, καὶ κεφαλὴ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ ἀδελφὴ, καὶ μήτηρ, πάντα ἐγώ· μόνον οἰκείως ἔχε πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ πένης διὰ σέ· καὶ ἀλήτης διὰ σέ· ἐπὶ σταυροῦ διὰ σὲ, ἐπὶ τάφου διὰ σέ· ἄνω ὑπὲρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρὶ, κάτω ὑπὲρ σοῦ πρεσβευτὴς παραγέγονα παρὰ τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σὺ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ συγκληρονόμος, καὶ φίλος, καὶ μέλος. Τί πλέον θέλεις; τί τὸν φιλοῦντα ἀποστρέφῃ; τί τῷ κόσμῳ κάμνεις; τί εἰς πίθον ἀντλεῖς τετρημένον;  περισσότερα »»»

Η Ελλάδα και ο Υμνος της Ελευθερίας

Ελληνική σημαία - Ελλάς - Ελευθερία

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Υπεραγία Παρθένος Θεοτόκος Μαρία

Κύριος διασκεδάζει βουλὰς ἐθνῶν, ἀθετεῖ δὲ λογισμοὺς λαῶν καὶ ἀθετεῖ βουλὰς ἀρχόντων· ἡ δὲ βουλὴ τοῦ Κυρίου εἰς τὸν αἰῶνα μένει, λογισμοὶ τῆς καρδίας αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεάν. (Ψαλ. 32, 10-11)

εἰ δέ τις τῶν ἰδίων καὶ μάλιστα τῶν οἰκείων οὐ προνοεῖ, τὴν πίστιν ἤρνηται καὶ ἔστιν ἀπίστου χείρων. (Τιμ.Α 5,8)

Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας

Οἱ ἄνθρωποι καταχρηστικά λέγονται λογικοί. Δεν εἶναι λογικοὶ ὅσοι ἔμαθαν ἀπλῶς τὰ λόγια καὶ τὰ βιβλία τῶν ἀρχαίων σοφῶν, ἀλλ' ὅσοι ἔχουν τὴ λογικὴ ψυχὴ καὶ μποροῦν νὰ διακρίνουν ποιὸ εἶναι τὸ καλὸ καἰ ποιὸ τὸ κακό καὶ ἀποφεύγουν τὰ πονηρὰ καὶ βλαβερὰ στὴν ψυχή, τὰ δὲ ἀγαθὰ καὶ ψυχωφελῆ, τὰ ἀποκτοῦν πρόθυμα μὲ τὴ μελέτη καὶ τὰ ἐφαρμόζουν μὲ πολλὴ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό. Αὐτοὶ μόνοι πρέπει νὰ λέγονται ἀληθινὰ λογικοὶ ἄνθρωποι.

St Antony the Great

Ἐφ᾿ ὅσον ἐννοεῖς τὰ περὶ Θεοῦ, νὰ εἶσαι εὐσεβής, χωρὶς φθόνο, ἀγαθός, σώφρων, πράος, χαριστικὸς κατὰ δύναμιν, κοινωνικός, ἀφιλόνεικος καὶ τὰ ὅμοια. Διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ἀπαραβίαστο ἀπόκτημα τῆς ψυχῆς, νὰ ἀρέσει στὸ Θεὸ μὲ τέτοιες πράξεις καὶ μὲ τὸ νὰ μὴν κρίνει κανέναν καὶ νὰ λέει γιὰ κανέναν, ὅτι ὁ δείνα εἶναι κακὸς καὶ ἁμάρτησε. Ἀλλὰ καλλίτερο εἶναι νὰ συζητᾶμε τὰ δικά μας κακά, καὶ νὰ ἐρευνᾶμε μέσα μας τὴ δική μας πολιτεία, ἐὰν εἶναι ἀρεστὴ στὸ Θεό. Διότι, τί μᾶς μέλει ἐμᾶς, ἐὰν ὁ ἄλλος εἶναι πονηρός;