Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός | Ορθόδοξοι Πατέρες Our Lord Jesus Christ | Orthodox Fathers

»»»    Ο Βίος του Χριστού / 41. Ο εκ γενετής τυφλός

41. Ο εκ γενετής τυφλός


«Τις ήμαρτεν;» — «Ύπαγε νίψαι εις του Σιλωάμ την κολυμβήθραν» — Εν ημέρα Σαββάτου — Ο άνθρωπος εξεταζόμενος παρά του Συνεδρίου — Γίνεται αποσυνάγωγος — Ο Ποιμήν ο Καλός και οι μισθωτοί ποιμένες

Ή ενώ επέστρεφεν εκ του ναού μετά την αποτυχούσαν λιθοβόλησιν, ή το επόμενον Σάββατον, ενώ διέβαινεν, ο Ιησούς είδεν άνθρωπον τυφλόν εκ γενετής.

Όλοι οι Ιουδαίοι ήσαν συνεισθισμένοι να θεωρώσι πάσαν ιδιαιτέραν ταλαιπωρίαν και παν πάθημα ως άμεσον επακολούθημα ιδιαιτέρας τινός αμαρτίας. Ίσως οι μαθηταί υπέθεσαν ότι οι λόγοι του Κυρίου προς τον παραλυτικόν τον οποίον είχε θεραπεύσει εις την κολυμβήθραν Βηθεσδά, ως και προς τον άλλον παραλυτικόν της Καπερναούμ, θα ηδύνατο να σημαίνωσι κύρωσιν της τοιαύτης γνώμης. Ερώτησαν άρα πώς συνέβη να γεννηθή τυφλός ο άνθρωπος. Μήπως οι γονείς του ήμαρτον; Μήπως αυτός; Η πρώτη υπόθεσις ήτο αδύνατος. Η δευτέρα σκληρά. Ευρίσκοντο άρα εις αμηχανίαν.

Εις τας ακάρπους χώρας τοιαύτης αγόνου θεωρίας, ο Κύριος δεν ηθέλησε να τους ακολουθήση, και ως πάντοτε, απεθάρρυνε την ροπήν προς κρίσιν επί των αμαρτιών των άλλων. «Ούτε ούτος ήμαρτεν, είπεν, ούτε οι γονείς αυτού, αλλ' ίνα φανερωθή το έργον του Θεού εν αυτώ. Εμέ δει εργάζεσθαι τα έργα του Πέμψαντός Με». Αυτός, το φως του κόσμου, έμελλεν εν μια στιγμή να διασκεδάση το σκότος του. Τότε έπτυσε χαμαί, έκαμε πηλόν με το πτύσμα, και επιχρίσας τους οφθαλμούς του τυφλού εκέλευσεν, «Ύπαγε νίψαι εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ». Ο άνθρωπος απήλθεν, ενίφθη, και ανέβλεψεν.

Ο σίελος του μη προσφάτως λύσαντος την νηστείαν επιστεύετο παρά τοις παλαιοίς ότι είχεν ιαματικήν δύναμιν διά τους ασθενείς οφθαλμούς, και πηλόν μετεχειρίζοντο ενίοτε προς ίασιν οιδημάτων επί των βλεφάρων. Αλλ' ότι τα όργανα ταύτα ουδαμώς παρέβλαψαν την λαμπρότητα του θαύματος είνε προφανές· και δεν έχομεν μέσον όπως αποφασίσωμεν εις τούτο, όπως και εις άλλας παραπλησίας περιστάσεις, διατί ο Κύριος ημών, όστις πολλάκις διά λόγου εθεράπευε, προέκρινεν άλλοτε να μετέρχηται βραδυτέρας και επιμελεστέρας μεθόδους προς διενέργησιν της υπερφυούς δυνάμεώς Του. Εις τούτο ουδέποτε απεκάλυψε τας αρχάς της δράσεως, αίτινες αναμφιβόλως επήγαζον από την ενδόμυχον γνώσιν των περιστάσεων, και από την διερεύνησιν των καρδιών εκείνων εφ' ων αι ιάσεις Του εγίνοντο. Δυνατόν να έπραττε με σκοπόν να διδάξη πλείονας αιωνίους αληθείας διά των επακολουθούντων συμβεβηκότων.

Σημειωτέον ότι η έκφρασις του Χριστού προς τους μαθητάς, «ίνα φανερωθή τα έργα του Θεού εν αυτώ», δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος εγεννήθη τυφλός επίτηδες όπως φανερωθή η δόξα του Θεού διά της ιάσεώς του. Το ί ν α εκφράζει συνέπειαν και όχι σκοπόν, έχει εκβατικήν, όχι τελικήν έννοιαν. Τούτο παρετήρησαν ήδη ο ιερός Χρυσόστομος, ο θεοφύλακτος, και άλλοι. Και εκ της ερωτήσεως των μαθητών δε πρέπει να φαντασθώμεν ότι οι απλοϊκοί Γαλιλαίοι εγνώριζον το δόγμα της μετεμψυχώσεως, ή το ραββινικόν δόγμα περί προγενεθλίου αμαρτίας· ή την πλατωνικήν και αλεξανδριανήν φαντασίαν περί προϋποστάσεως· ή την νεωτερικήν θεωρίαν περί προληπτικής τιμωρίας δι' αμαρτίας προεγνωσμένας.

Όπως και αν έχη, εις την περίστασιν ταύτην ο τρόπος της ενεργείας του Σωτήρος ήγαγεν εις σοβαρά αποτελέσματα. Επειδή ο άνθρωπος ήτο γνωριμώτατος εις Ιερουσαλήμ ως τυφλός επαίτης διά βίου, και η εμφάνισίς του με την χρήσιν της οράσεως, επροξένησεν έξαψιν και ταραχήν, εδυσκολεύοντο όσοι κάλλιστα τον εγνώριζον να πιστεύσωσι την ιδίαν μαρτυρίαν του, ότι αυτός ήτο πράγματι ο τυφλός επαίτης όστις ήτο τόσον γνωστός εις αυτούς. Δεν ηδύναντο να συνέλθωσιν από την έκπληξίν των, και τον ηνάγκαζον να διηγήται και πάλιν να διηγήται την ιστορίαν της ιάσεώς του. Αλλ' η διήγησις αύτη ενεφύσα εις την έκπληξίν των νέον στοιχείον Φαρισαϊκής αγανακτήσεως· διότι και η ίασις αύτη είχε γείνη εν ημέρα Σαββάτου! Οι Ραββίνοι είχον απαγορεύσει εις πάντα άνθρωπον να χρίη και τον ένα των οφθαλμών του με πτύσμα εν Σαββάτω, παρεκτός εν κινδύνω θανάτου. Και ο Ιησούς, όχι μόνον επίχρισε και τους δύο οφθαλμούς του ανθρώπου, αλλ' ανέμιξε τον σίελον με χώμα! Τούτο, ως πράξις ελέους, ήτο εν βαθυτάτη συμφωνία προς αυτάς τας αφορμάς δι' ας το Σάββατον είχε θεσπισθή, και προς τα μαθήματα δι' ά ήτο προωρισμένον να είνε εις διηνεκές μαρτύριον. Αλλά το πνεύμα της στενής γραμματολατρίας και της δουλικής μικρολογίας και της ποσοτικής υπακοής — το πνεύμα το οποίον ήλπιζε να σωθή διά της αλεγβρικής εξισώσεως των καλών και κακών πράξεων — είχε προ πολλού εξευτελίσει το Σάββατον από της αληθούς ιδέας της θεσμοθετήσεώς του ως επιβλαβή δεισιδαιμονίαν. Το Σάββατον του Ραββινισμού, μεθ' όλης της ταπεινής δουλοπρεπείας του, ουδόλως ήτο το Σάββατον του φιλανθρώπου και αγίου νόμου του Θεού. Είχεν εκπέσει ως εκείνο το οποίον ο Παύλος αποτελεί πτωχικόν ήτοι επαιτικόν, στοιχείον.

Και οι Ιουδαίοι ούτοι ήσαν τόσον εμποτισμένοι με την μικρότητα αυτήν, ώστε έν μοναδικόν θαύμα ελέους εξήγειρεν εν αυτοίς όχι τόσην έκπληξιν και ευγνωμοσύνην, όσην φρίκην επί τη ολιγωρία της Σαββατικής δεισιδαιμονίας των. Επομένως έσπευσαν να προσαγάγωσι τον άνθρωπον ενώπιον των Φαρισαίων εν συμβουλίω. Τότε επηκολούθησεν η σκηνή την οποίαν ο Ευαγγελιστής Ιωάννης αναγράφει κατά τρόπον τόσον αμιμήτως γραφικόν εν τω θ' κεφαλαίω. Πρώτον ήλθε κατ' επανάληψιν η ερώτησις: Πώς συνέβη το πράγμα; ακολουθουμένη υπό της επανειλημμένης βεβαιώσεως ενίων εξ αυτών ότι ο Ιησούς δεν ηδύναντο να είνε εκ του Θεού, επειδή δεν ετήρει το Σάββατον· και της αποκρίσεως άλλων ότι το να ενδιατρίβωσιν εις την αθέτησιν του Σαββάτου εσήμαινεν, ότι παραδέχονται το θαύμα, και παραδεχόμενοι το θαύμα ανεγνώριζον κάπως το γεγονός ότι ο τελέσας τούτο δεν ηδύνατο να είνε κακοποιός οίον άλλοι τον περιέγραφον. Είτα, περιελθόντες εις αδιέξοδον, ηρώτησαν τον τυφλόν τίνα γνώμην είχε περί του ιατήρος του· κ' εκείνος, όστις δεν ήτο εμπεπλεγμένος εις τον πλημελή κύκλον των συλλογισμών των, απήντησε μετ' αφόβου ετοιμότητος ότι, «Προφήτης εστί».

Εν τω μεταξύ εκείνοι ενόησαν με ποίον χαρακτήρα είχον να κάμουν, και επιζητούντες πλαγίαν τινά θυρίδα δι' ης ν' αρνηθώσι το θαύμα, έστειλαν κ' εκάλεσαν τους γονείς του πρώην τυφλού. «Είνε αυτός ο υιός σας; Εάν ισχυρίζεσθε ότι εγεννήθη τυφλός, πώς γίνεται ότι τώρα βλέπει»; Ίσως ήλπιζον να εκπτοήσωσιν ή να δελεάσωσι τους γονείς τούτους εις άρνησιν της συγγενείας, ή εις αναγνώρισιν απάτης. Αλλά και οι γονείς επέμειναν εις την αλήθειαν, καίτοι μετά πανούργου δουλικότητος απέφυγαν να συναγάγωσι συμπεράσματα τα οποία θα τους εξέθετον εις δυσάρεστα επακόλουθα. «Ούτος βέβαια είνε ο υιός μας, και βέβαια εγεννήθη τυφλός· ως προς τα λοιπά δεν ειξεύρομεν. Αυτός ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε, και θα σας είπη».

Τότε — σχεδόν οικτείρει τις την πονηράν αμηχανίαν των — εστράφησαν πάλιν προς τον πρώην τυφλόν. Αυτός, καθώς και οι γονείς του, είξευραν ότι οι άρχοντες των Ιουδαίων ήσαν σύμφωνοι να εκδίδωσι το Χερέμ, ήτοι την από της Συναγωγής αποκήρυξιν, παντός όστις θα ετόλμα ν' αναγνωρίση τον Ιησούν ως τον Μεσσίαν· και οι Φαρισαίοι πιθανώς ήλπιζον ότι ούτος θα έσπευδε να ακολουθήση την συμβουλήν των, «Δος δόξαν τω Θεώ», τουτέστιν ν' αρνηθή ή να παραγνωρίση το θαύμα, και να δεχθή την υπαγόρευσίν των, ότι ο Ιησούς ήτο αμαρτωλός.

Αλλ' ο άνθρωπος ήτο κατεσκευασμένος εκ στερροτέρας μάζης ή οι γονείς του. Δεν επτοείτο από την εξουσίαν των, ούτε κατεβάλλετο υπό των ισχυρισμών των. Ανέπνεεν ελευθέρως εν τη λιπώδει ατμοσφαίρα της υπερτέρας αγιότητός των. «Ημείς οίδαμεν, είχον ειπεί οι Φαρισαίοι, ότι ο άνθρωπος ούτος αμαρτωλός εστιν». «Ει αμαρτωλός εστιν, απήντησεν ο άνθρωπος, ουκ οίδα· έν οίδα, ότι τυφλός ων άρτι βλέπω». Τότε ήρχισαν πάλιν την κοπιώδη και ματαιόσχολον εξετασίν των. «Τι εποίησε σοι; πώς ήνοιξέ σου τους οφθαλμούς;» Αλλ' ο άνθρωπος τους είχε βαρυνθή πλέον. «Είπον ήδη ημίν, και ου προσέχετε. Ίνα τι θέλετε πάλιν ακούειν; Μη και υμείς θέλετε μαθηταί Αυτού γενέσθαι;» Τολμηρά ειρωνεία αύτη· να ερωτά τις τους σεμνούς τούτους, τους επιτρεπτούς και λεπτολόγους Φαρισαίους, αν ήθελον να γείνωσι μαθηταί του Προφήτου του εκ Ναζαρέτ! Αυτός ο πρώην τυφλός ήτο άνθρωπος ανοικονόμητος! Αφού η εξουσία των, αι απειλαί, αι κολακείαι, ουδέν ίσχυσαν προς αυτόν, ήλθον εις τας ύβρεις. «Συ ει μαθητής Εκείνου· ημείς δε Μωσέως εσμέν μαθηταί· ημείς οίδαμεν ότι Μωσεί ελάλησεν ο Θεός· τούτον δε ουκ οίδαμεν πόθεν εστί». Παράδοξον, απήντησε, να μη γνωρίζητε τίποτε περί ανθρώπου όστις ετέλεσε θαύμα τοιούτον οποίον ούτε ο Μωυσής δεν ετέλεσε ποτέ· και γνωρίζομεν ότι ούτε Αυτός ούτε άλλος θα ηδύνατο να πράξη τούτο εάν δεν ήτο εκ Θεού». Πώς! Σκιαί του Ιλλήλ και του Σαμμαΐ! είς τυφλός επαίτης, φύσει αμαθής, αιρετικός, ετόλμα να τους διδάξη, αυτούς! «Εν αμαρτίαις συ εγεννήθης όλος, και συ διδάσκεις ημάς; — Και εποίησαν αυτόν αποσυνάγωγον».

Αλλ' ο Ιησούς δεν παρέβλεψε τον πρώτον ομολογητήν Του. Εύρε τον άνθρωπον, και λέγει αυτώ, «Πιστεύεις εις τον Υιόν του Θεού;» — «Και τις εστι, Κύριε, ίνα πιστεύσω εις Αυτόν;»

«Και εώρακας Αυτόν, και ο λαλόν μετά σου εστι».

«Πιστεύω, Κύριε, (είπεν ο άνθρωπος) και προσεκύνησεν Αυτώ».

Πρέπει να ήτο μικρόν μετά τον χρόνον τούτον ότι ο Κύριος ημών υπέδειξε την αντίθεσιν μεταξύ των διαφόρων αποτελεσμάτων της διδασκαλίας Του· τους μη ιδόντας ποτέ, τους έκαμνε να βλέπουν· και τους βλέποντες, τους έκαμνε τυφλούς. «Εις κρίμα εγώ εις τον κόσμον ελήλυθα ίνα μη βλέψαντες βλέπωσι, και οι βλέποντες τυφλοί γένωνται». Οι Φαρισαίοι έτοιμοι πάντοτε να προκαλέσωσι λογομαχίας, ζηλότυποι και καχύποπτοι, ηρώτησαν: «Μήπως και ημείς είμεθα τυφλοί;» Η απάντησις του Ιησού υπήρξεν ότι εν τη φυσική τυφλότητι δεν δύναται να υπάρχη ενοχή, αλλ' εις εκείνους οίτινες μόνον προσκόπτουσιν εν τη τυφλώσει της εκουσίας πλάνης, η αξίωσις ότι βλέπουσι ποιεί αυτούς αυτοκατακρίτους.

Και όταν οι άρχοντες, οι διδάσκαλοι, οι οδηγοί, δεν βλέπωσι, πώς δύναται ο λαός να βλέπη;

Η σκέψις αύτη ευλόγως ήγαγεν Αυτόν εις την φύσιν των αληθών και των ψευδών διδασκάλων, την οποίαν ανέπτυξε και εξήγησεν εν τω ωραίω απολόγω (ημιπαραβολή και ημιαληγορία) των αληθών και των ψευδών ποιμένων. «Εγώ ειμι ο Ποιμήν ο Καλός, ο τιθείς την ψυχήν Αυτού υπέρ τον προβάτων». Το καλός είνε αμετάφραστον εις οιανδήποτε άλλην γλώσσαν. Σημαίνει εσωτερικήν αγαθότητα διαλάμπουσαν εν τω εξωτερικώ κάλλει. «Ο μισθωτός δε και ουκ ων ποιμήν, φεύγει, και ου μέλει αυτώ περί των προβάτων, ότι μισθωτός εστι». Και πάλιν: «Εγώ ειμι η Θύρα· δι' εμού εάν τις εισέλθη, σωθήσεται, και εισελεύσεται, και εξελεύσεται, και νομήν ευρήσει». Και είτα είπεν ότι, οικεία βουλήσει, θα θέση την ζωήν Του διά τα πρόβατα, της τε αυλής ταύτης και όλης της ποίμνης, και ότι, οικεία δυνάμει, θ' αναλάβη πάλιν αυτήν. Αλλά ταύτα τα θεία μυστήρια υπερέβησαν την κοινήν κατάληψιν· και οι μεν έλεγον ότι ήσαν μωρίαι δαιμονιζομένου μανιακού, οι δε μόνον παρετήρουν ότι δεν ωμοίαζον με λόγια δαιμονιζομένου, και ότι ο διάβολος δεν θα ήνοιγε τους οφθαλμούς του τυφλού.

Ούτω, με ολίγον καρπόν δι' αυτούς, εκτός του πικρού καρπού της οργής και του μίσους, ετελείωσεν η επίσκεψις του Ιησού εις την εορτήν της Σκηνοπηγίας. Κ' επειδή η ζωή Του ήτο ήδη εις κίνδυνον, απεχώρησε και πάλιν εξ Ιερουσαλήμ εις την Γαλιλαίαν, προς βραχείαν επίσκεψιν, πριν αποχαιρετίση διά τελευταίαν φοράν την πάλαιαν κατοικίαν Του.

Η ομιλία του Χριστού περί του Καλού Ποιμένος προσείλκυε και κατεγοήτευε την φαντασίαν των πρώτων Χριστιανών. Μεταχειρίζονται ούτοι συχνά το σύμβολον μετά ποιητικής εξάρσεως εις τους κρυφούς και ανήλιους τόπους της λατρείας των. Οι θεολόγοι σπανίως την αναφέρουν. Ήτο πολύ απλή και μάλλον τρυφερά ή ώστε να παρέχη θέμα εις τας λεπτότητας της συστηματικής λογομαχίας. Αλλά το ευνοούμενον βιβλίον της Ανατολικής Εκκλησίας κατά την β' εκατονταετηρίδα ήτο «ο Ποιμήν» του Ερμά, και παρά τοις πρώτοις Χριστιανοίς ο χαρακτήρ του Χριστού ως Καλού Ποιμένος ήτο γνωριμότατος. Ήτο «η τροφή της καθημερινής ζωής των· η ελπίς των κατά τας σκληροτάτας δοκιμασίας· η πίστις της πίστεώς των και ζωή της ζωής των».



Η Θεία Λειτουργία

The Arabic Divine Liturgy of St. John Chrysostomos

Πειραϊκὴ Ἐκκλησία

Ακούστε (((ο)))
Πειραϊκή Εκκλησία 912fm

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ

Κάθε λογισμὸς καὶ κάθε αἴσθηση ὁδηγοῦν σταδιακὰ τὴν ψυχὴ εἴτε πρὸς τὸν παράδεισο εἴτε πρὸς τὴν κόλαση.

Ἄν ὁ λογισμὸς εἶναι ἔλλογος, τότε συνδέει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεὸ Λόγο, μὲ τὸν ὕψιστο Λογισμό, μὲ τὴν Παναξία, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ὁ παράδεισος.

παράδεισος

Ἐάν πάλι εἶναι ἄλογος ὁ λογισμὸς ἤ καὶ παράλογος, τότε συνδέει ἀναπόφευκτα τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Παράλογο, τὸν Ἀνόητο, μὲ τὸν διάβολο, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ἡ κόλαση.

Ὅσα ἰσχύουν γιὰ τὸν λογισμὸ, ἰσχύουν καὶ γιὰ τις αἰσθήσεις. Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ, ἀπὸ τὴν γῆ: καὶ ὁ παράδεισος μὰ καὶ ἡ κόλαση τοῦ ἀνθρώπου.

Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Ιωάννου Χρυσοστόμου

Ἐγὼ πατὴρ, ἐγὼ ἀδελφὸς, ἐγὼ νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφὴ, ἐγὼ ἱμάτιον, ἐγὼ ῥίζα, ἐγὼ θεμέλιος, πᾶν ὅπερ ἂν θέλῃς ἐγώ· μηδενὸς ἐν χρείᾳ καταστῇς. Ἐγὼ καὶ δουλεύσω· ἦλθον γὰρ διακονῆσαι, οὐ διακονηθῆναι. Ἐγὼ καὶ φίλος, καὶ μέλος, καὶ κεφαλὴ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ ἀδελφὴ, καὶ μήτηρ, πάντα ἐγώ· μόνον οἰκείως ἔχε πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ πένης διὰ σέ· καὶ ἀλήτης διὰ σέ· ἐπὶ σταυροῦ διὰ σὲ, ἐπὶ τάφου διὰ σέ· ἄνω ὑπὲρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρὶ, κάτω ὑπὲρ σοῦ πρεσβευτὴς παραγέγονα παρὰ τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σὺ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ συγκληρονόμος, καὶ φίλος, καὶ μέλος. Τί πλέον θέλεις; τί τὸν φιλοῦντα ἀποστρέφῃ; τί τῷ κόσμῳ κάμνεις; τί εἰς πίθον ἀντλεῖς τετρημένον;  περισσότερα »»»

Η Ελλάδα και ο Υμνος της Ελευθερίας

Ελληνική σημαία - Ελλάς - Ελευθερία

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Υπεραγία Παρθένος Θεοτόκος Μαρία

Κύριος διασκεδάζει βουλὰς ἐθνῶν, ἀθετεῖ δὲ λογισμοὺς λαῶν καὶ ἀθετεῖ βουλὰς ἀρχόντων· ἡ δὲ βουλὴ τοῦ Κυρίου εἰς τὸν αἰῶνα μένει, λογισμοὶ τῆς καρδίας αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεάν. (Ψαλ. 32, 10-11)

εἰ δέ τις τῶν ἰδίων καὶ μάλιστα τῶν οἰκείων οὐ προνοεῖ, τὴν πίστιν ἤρνηται καὶ ἔστιν ἀπίστου χείρων. (Τιμ.Α 5,8)

Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας

Οἱ ἄνθρωποι καταχρηστικά λέγονται λογικοί. Δεν εἶναι λογικοὶ ὅσοι ἔμαθαν ἀπλῶς τὰ λόγια καὶ τὰ βιβλία τῶν ἀρχαίων σοφῶν, ἀλλ' ὅσοι ἔχουν τὴ λογικὴ ψυχὴ καὶ μποροῦν νὰ διακρίνουν ποιὸ εἶναι τὸ καλὸ καἰ ποιὸ τὸ κακό καὶ ἀποφεύγουν τὰ πονηρὰ καὶ βλαβερὰ στὴν ψυχή, τὰ δὲ ἀγαθὰ καὶ ψυχωφελῆ, τὰ ἀποκτοῦν πρόθυμα μὲ τὴ μελέτη καὶ τὰ ἐφαρμόζουν μὲ πολλὴ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό. Αὐτοὶ μόνοι πρέπει νὰ λέγονται ἀληθινὰ λογικοὶ ἄνθρωποι.

St Antony the Great

Ἐφ᾿ ὅσον ἐννοεῖς τὰ περὶ Θεοῦ, νὰ εἶσαι εὐσεβής, χωρὶς φθόνο, ἀγαθός, σώφρων, πράος, χαριστικὸς κατὰ δύναμιν, κοινωνικός, ἀφιλόνεικος καὶ τὰ ὅμοια. Διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ἀπαραβίαστο ἀπόκτημα τῆς ψυχῆς, νὰ ἀρέσει στὸ Θεὸ μὲ τέτοιες πράξεις καὶ μὲ τὸ νὰ μὴν κρίνει κανέναν καὶ νὰ λέει γιὰ κανέναν, ὅτι ὁ δείνα εἶναι κακὸς καὶ ἁμάρτησε. Ἀλλὰ καλλίτερο εἶναι νὰ συζητᾶμε τὰ δικά μας κακά, καὶ νὰ ἐρευνᾶμε μέσα μας τὴ δική μας πολιτεία, ἐὰν εἶναι ἀρεστὴ στὸ Θεό. Διότι, τί μᾶς μέλει ἐμᾶς, ἐὰν ὁ ἄλλος εἶναι πονηρός;