Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός | Ορθόδοξοι Πατέρες Our Lord Jesus Christ | Orthodox Fathers

»»»    Ο Βίος του Χριστού / 43. Τα καθ' οδόν

43. Τα καθ' οδόν


Αγροικία των Σαμαρειτών — Το πάθημα των Υιών της Βροντής — Επιτίμησις του Ιησού — Πέραν του Ιορδάνου — Οι Δέκα Λεπροί — Η αχαριστία — «Οι δε εννέα πού;»

Οι Ευαγγελισταί δεν μας λέγουν την ακριβή οδόν την οποίαν έλαβεν ο Ιησούς ως απήλθε της Γενησαρέτ. Αλλ' επειδή πιθανώς απέφυγε την Ναζαρέτ, με τας βαθέως ευτυχείς και βαθέως θλιβεράς αναμνήσεις της, δυνατόν να διέβη την γέφυραν της μεσημβρινής άκρας της λίμνης, και ούτω να έφθασεν εις την πεδιάδα Εσδραελών, αφού δε διέτρεξε ταύτην, θα έφθασεν εις την σειράν των ορέων την αποτελούσαν το βορεινόν όριον της Σαμαρείας. Παρά τους πρόποδας της πρώτης ανωφερείας τούτων κείται η πολίχνη Εγγανίν, ήτοι Κρήνη Κήπων. Τούτο θα ήτο το πρώτον Σαμαρειτικόν χωρίον εις το οποίον θα έφθασε, κ' εκεί, ως φαίνεται, έστειλε δύο αποστόλους του να ετοιμάσωσι δι' Αυτόν. Κατά τους μεν οι δύο ούτοι ήσαν ο Ιάκωβος και Ιωάννης, οίτινες και θα ησθάνοντο ζωηρότερον την προσβολήν της απορρίψεώς Του. Οι κάτοικοι του χωρίου (οίτινες μέχρι της σήμερον διακρίνονται επί αφιλοξενία, κατά τας μαρτυρίας των περιηγητών) απέσχον να δεχθώσιν Αυτόν. Προηγουμένως, όταν διήλθε διά της Σαμαρείας μεταβαίνων εις τα βόρεια, εύρε τους Σαμαρείτας ου μόνον προθύμους να δεχθώσιν, αλλά φιλοτιμουμένους να παρατείνωσι την παρουσίαν Του παρ' αυτοίς, και απλήστως έχοντας όπως ακούσωσι τους λόγους Του. Αλλά τώρα αι περιστάσεις διέφερον. Πρώτον Αυτός επορεύετο νυν προς την πόλιν την οποίαν εμίσουν και τον Ναόν τον οποίον κατεφρόνουν, και δεύτερον συνοδεύετο, ουχί υπ' ολίγων Αποστόλων, αλλ' υπό μεγάλου πλήθους, οίτινες Τον προέπεμπον ως Προφήτην και Μεσσίαν. Αν το Γαριζίν και όχι η Ιερουσαλήμ ήτο το τέρμα της πορείας Του, το πράγμα πολύ θα διέφερε δι' αυτούς, αλλά τώρα εξήπτετο το μίσος των κατά των Ιουδαίων. Και αν τοιαύτα ήσαν τα αισθήματα του Εγγανίμι, δήλον κατέστη ότι κίνδυνος και ανωφελής προσπάθεια θα ήτο πάσα απόπειρα όπως διέλθη διά του κέντρου της Σαμαρείας. Ο Ιησούς άρα μετέβαλε τον δρόμον Του, και επέστρεψε πάλιν προς την κοιλάδα του Ιορδάνου. Απορριφθείς εν Γαλιλαία· αποκρουσθείς εν Σαμαρεία, άνευ γογγυσμού κατεύθυνε τα βήματά Του προς την Περαίαν.

Αλλ' η βαθεία αποθάρρυνσις η εκ της αρνήσεως ταύτης του να δεχθώσιν Αυτόν ανεμίχθη εις το πνεύμα του Ιακώβου και του Ιωάννου με σφοδράν αγανάκτησιν. Έμπλεοι λοιπόν των ελπίδων της βασιλείας του Μεσσίου, ήτις επίστευον ότι νυν ήτο εις ακμήν ν' ανακηρυχθή, οι δύο αδελφοί επεθύμησαν να ίδωσι μίαν εκδίκησιν εξ ουρανού, όπως ούτω στερεωθή, η πίστις των οπαδών, η αρξαμένη ν' αποθαρρύνεται έκ τοιαύτης αμέσου απωθήσεως. «Κύριε, θέλεις προστάξωμεν του κατελθείν πυρ εξ ουρανού, και καταναλώσαι αυτούς, ως και Ηλίας εποίησε;» Τι το άπορον, λέγει ο Άγιος Αμβρόσιος, αν οι Υιοί της Βροντής κεραυνούς επεζήτουν; Και αυτή η φλέγουσα ορμητικότης των εφαίνετο να ευρίσκη δικαιολογίαν ου μόνον εν το παραδείγματι του Ηλιού, αλλ' εν τη συγκυρία ότι το γεγονός εν αυτή τη Σαμαρεία συνέβη. Ήτο άρα αναγκαιότερον προς προσωπικήν υπεράσπισιν ενός Προφήτου ή προς διεκδίκησιν της τιμής του Μεσσίου και των συνοδών Αυτού; Αλλ' ο Ιησούς στραφείς επετίμησεν αυτοίς. Ο ουρανός του Θεού εχρησίμευε δι' άλλα πράγματα ή διά κεραυνούς. «Ουκ οίδατε υμείς, είπε, τίνος πνεύματός εστε.» Δεν είχον κατανοήσει την διαφοράν ήτις εχώριζε το Σινά και το Καρμήλιον όρος από το Θαβώρ και τον Γολγοθάν. Αυτός είχεν έλθη ίνα σώση, ουχί ίνα απολέση· και αν τινές ήκουον τους λόγους Του και δεν επίστευον, Αυτός δεν τους έκρινε. Και ούτω, χωρίς έν ρήμα οργής, απήλθεν εις άλλην κώμην· και αναντιρρήτως, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, όστις εν τω μεταξύ είχε γνωρίσει τίνος πνεύματος ήτο, ανεπόλησε τους λόγους τούτους του Χριστού, όταν συναπήλθε μετά του Πέτρου εις Σαμάρειαν, όπως στηρίξη τους προσηλύτους, και απονείμη εις αυτούς το δώρον του Αγίου Πνεύματος.

Ίσως ήτο κατά την περίστασιν ταύτην (διότι βεβαίως ουδεμία ευκαιρία θα ήτο προσφορωτέρα ή η δοθείσα εκ της ταχείας ταύτης και βαναύσου αποπομπής) ότε ο Ιησούς, στραφείς προς τα πλήθη, τα οποία Τον συνώδευον, απήγγειλε προς αυτά την ομιλίαν εν η ενοθέτει αυτά ότι όλοι όσοι θέλουν να γείνωσι μαθηταί Του οφείλουν να έλθωσι προς Αυτόν χωρίς να περιμένουν αμοιβάς επιγείους, αλλά να περιμένουν αποξένωσιν από του κόσμου και εναντίωσιν. Οφείλουν να εγκαταλίπωσιν εν ανάγκη πάντα γήινον δεσμόν, να λάβωσι δε τον σταυρόν και να Τον ακολουθήσωσι. Παράδοξος γλώσσα, της οποίας την πλήρη σημασίαν ύστερον μόνον έμαθον εκείνοι! Καλλίτερον να μη Τον ακολουθήσωσι, παρά να Τον ακολουθήσωσι χωρίς να είνε παρεσκευασμένοι εις την πλήρη θυσίαν των εγκοσμίων. «Ουδείς δύναται Θεώ λατρεύειν και Μαμμωνά».

Επειδή και η Γαλιλαία και η Σαμάρεια εκλείσθησαν ήδη εις Αυτόν, εξηκολούθησε τον δρόμον Του εις την Πέραν του Ιορδάνου χώραν. Εκεί συγκινητικώτατον γεγονός συνέβη. Εις τα περίχωρα μιας κώμης, θλιβερά, παραπονετική κραυγή έπληξε τα ώτα Του, και αναβλέψας είδε δέκα ανθρώπους λεπρούς, ηνωμένους εν κοινότητι θανασίμου ταλαιπωρίας. Ούτοι ευρίσκοντο μακράν έξω, διότι δεν ετόλμων να πλησιάσωσιν, επειδή η προσέγγισίς των ήτο μίασμα, και ήσαν υπόχρεοι να ειδοποιώσιν όλους τους πλησίον ερχομένους, διά της σπαραξικαρδίου κραυγής. Ταμέ, Ταμέ! (Ακάθαρτος! ακάθαρτος!) Ενυπήρχέ τι εις τον ζωντανόν εκείνον θάνατον της λεπρότητος, το οποίον πάντοτε φαίνεται ότι εκίνει την καρδίαν του Κυρίου εν ακαρεί εις συμπάθειαν. Και ποτέ τούτο δεν συνέβη ζωηρότερον παρά τώρα. Μόλις ήκουσε την ελεεινήν κραυγήν των, «Ιησού, Διδάσκαλε, σπλαγχνίσθητι εφ' ημάς»» και, χωρίς να σταματήση σχεδόν ή να τους πλησιάση εγγύτερον, έκραξε μεγαλοφώνως προς αυτούς. «Υπάγετε, δείξατε εαυτούς τοις ιερεύσι». Εκείνοι εγνώριζον την σημασίαν του προστάγματος τούτου, εγνώριζον ότι τους παρήγγελλε να τρέξουν να ζητήσουν από τον ιερέα την αναγνώρισιν της ιάσεώς των, εις πίστωσιν της επανορθώσεώς των εις παν έθος και προνόμιον του ανθρωπίνου βίου. Ήδη εις τον ήχον της κραταιάς εκείνης φωνής, ησθάνθησαν ρεύμα υγιούς ζωής, ανακτηθείσης ρώμης, και καθαρωτέρου αίματος σφύζοντος εις τας φλέβας των και καθώς εβάδιζον ήσαν καθαρισμένοι ήδη.

Φοβερώτατον δεινόν είνε η νόσος εκείνη, και άμετρος ήτο η ευεργεσία η γενομένη υπό του Χριστού εις εκείνους τους πάσχοντας. Θα ενόμιζέ τις ότι ούτοι θα έτρεχον υπερνικώντες παν πρόσκομμα όπως πέσωσιν εις τους πόδας του ιατήρος και Τον ευχαριστήσωσι. Ποία άρα ιδιοτέλεια, ποία Ιουδαϊκή κενοδοξία, ποία ιερατική επέμβασις, ποία νέα και χειροτέρα λέπρα αισχράς αχαριστίας, τους παρεκώλυσεν; Αγνοούμεν. Γνωρίζομεν μόνον ότι εκ δέκα θεραπευθέντων, είς μόνος επέστρεψε, και ούτος Σαμαρείτης. Παρά τα μεθόρια των δύο χωρών είχον συναθροισθή, ως ο αφρός εις τα όρια του κύματος και της άμμου, η αθλιότης αμφοτέρων· αλλ' ενώ οι εννέα Ιουδαίοι υπήρξαν ατίμως αχάριστοι, ο είς, ο Σαμαρείτης, υπέστρεψεν και μεγάλη τη φωνή εδόξασε τον Θεόν, και έπεσε παρά τους πόδας Αυτού, ευχαριστών Αυτώ. Η καρδία του Ιησού, καίτοι εξοικειωθείσα προς την αχαριστίαν, πάλιν συνεκινήθη υπό του καταφώρου τούτου δείγματος. «Ουχί οι δέκα εκαθαρίσθησαν, (ηρώτησεν εν οδυνηρά εκπλήξει), οι δε εννέα, πού; Ουχ ευρέθη ο αποδώσων δόξαν τω Θεώ, ειμή ο αλλογενής ούτος;» Ήτο ως να έπιπτον όλαι αι ευεργεσίαι αύται εις βαθύν σιγηλόν τάφον. Η φωνή της ταλαιπωρίας των είχεν εξεγείρει εν ακαρεί την ηχώ του ελέους Του· αλλά η θαυματουργός ευποιία των οικτιρμών Του, καίτοι διαπερώσα αυτήν την φυσικήν ύπαρξίν των, δεν διήγειρεν ευγνωμοσύνην εις τας γηίνους και λεπράς καρδίας των.

Ουχ ήττον ο αλλογενής ούτος δεν επέστρεψεν εις μάτην, ουδέ θα μείνη η σπανία αρετή της ευγνωμοσύνης του αβράβευτος. Όχι το σώμα του μόνον, αλλ' η ψυχή Του έμελλε να καθαρισθή διά των λόγων του Σωτήρος:

«Εγερθείς πορεύου· η πίστις σου σέσωκέ σε».



Η Θεία Λειτουργία

The Arabic Divine Liturgy of St. John Chrysostomos

Πειραϊκὴ Ἐκκλησία

Ακούστε (((ο)))
Πειραϊκή Εκκλησία 912fm

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ

Κάθε λογισμὸς καὶ κάθε αἴσθηση ὁδηγοῦν σταδιακὰ τὴν ψυχὴ εἴτε πρὸς τὸν παράδεισο εἴτε πρὸς τὴν κόλαση.

Ἄν ὁ λογισμὸς εἶναι ἔλλογος, τότε συνδέει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεὸ Λόγο, μὲ τὸν ὕψιστο Λογισμό, μὲ τὴν Παναξία, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ὁ παράδεισος.

παράδεισος

Ἐάν πάλι εἶναι ἄλογος ὁ λογισμὸς ἤ καὶ παράλογος, τότε συνδέει ἀναπόφευκτα τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Παράλογο, τὸν Ἀνόητο, μὲ τὸν διάβολο, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ἡ κόλαση.

Ὅσα ἰσχύουν γιὰ τὸν λογισμὸ, ἰσχύουν καὶ γιὰ τις αἰσθήσεις. Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ, ἀπὸ τὴν γῆ: καὶ ὁ παράδεισος μὰ καὶ ἡ κόλαση τοῦ ἀνθρώπου.

Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Ιωάννου Χρυσοστόμου

Ἐγὼ πατὴρ, ἐγὼ ἀδελφὸς, ἐγὼ νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφὴ, ἐγὼ ἱμάτιον, ἐγὼ ῥίζα, ἐγὼ θεμέλιος, πᾶν ὅπερ ἂν θέλῃς ἐγώ· μηδενὸς ἐν χρείᾳ καταστῇς. Ἐγὼ καὶ δουλεύσω· ἦλθον γὰρ διακονῆσαι, οὐ διακονηθῆναι. Ἐγὼ καὶ φίλος, καὶ μέλος, καὶ κεφαλὴ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ ἀδελφὴ, καὶ μήτηρ, πάντα ἐγώ· μόνον οἰκείως ἔχε πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ πένης διὰ σέ· καὶ ἀλήτης διὰ σέ· ἐπὶ σταυροῦ διὰ σὲ, ἐπὶ τάφου διὰ σέ· ἄνω ὑπὲρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρὶ, κάτω ὑπὲρ σοῦ πρεσβευτὴς παραγέγονα παρὰ τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σὺ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ συγκληρονόμος, καὶ φίλος, καὶ μέλος. Τί πλέον θέλεις; τί τὸν φιλοῦντα ἀποστρέφῃ; τί τῷ κόσμῳ κάμνεις; τί εἰς πίθον ἀντλεῖς τετρημένον;  περισσότερα »»»

Η Ελλάδα και ο Υμνος της Ελευθερίας

Ελληνική σημαία - Ελλάς - Ελευθερία

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Υπεραγία Παρθένος Θεοτόκος Μαρία

Κύριος διασκεδάζει βουλὰς ἐθνῶν, ἀθετεῖ δὲ λογισμοὺς λαῶν καὶ ἀθετεῖ βουλὰς ἀρχόντων· ἡ δὲ βουλὴ τοῦ Κυρίου εἰς τὸν αἰῶνα μένει, λογισμοὶ τῆς καρδίας αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεάν. (Ψαλ. 32, 10-11)

εἰ δέ τις τῶν ἰδίων καὶ μάλιστα τῶν οἰκείων οὐ προνοεῖ, τὴν πίστιν ἤρνηται καὶ ἔστιν ἀπίστου χείρων. (Τιμ.Α 5,8)

Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας

Οἱ ἄνθρωποι καταχρηστικά λέγονται λογικοί. Δεν εἶναι λογικοὶ ὅσοι ἔμαθαν ἀπλῶς τὰ λόγια καὶ τὰ βιβλία τῶν ἀρχαίων σοφῶν, ἀλλ' ὅσοι ἔχουν τὴ λογικὴ ψυχὴ καὶ μποροῦν νὰ διακρίνουν ποιὸ εἶναι τὸ καλὸ καἰ ποιὸ τὸ κακό καὶ ἀποφεύγουν τὰ πονηρὰ καὶ βλαβερὰ στὴν ψυχή, τὰ δὲ ἀγαθὰ καὶ ψυχωφελῆ, τὰ ἀποκτοῦν πρόθυμα μὲ τὴ μελέτη καὶ τὰ ἐφαρμόζουν μὲ πολλὴ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό. Αὐτοὶ μόνοι πρέπει νὰ λέγονται ἀληθινὰ λογικοὶ ἄνθρωποι.

St Antony the Great

Ἐφ᾿ ὅσον ἐννοεῖς τὰ περὶ Θεοῦ, νὰ εἶσαι εὐσεβής, χωρὶς φθόνο, ἀγαθός, σώφρων, πράος, χαριστικὸς κατὰ δύναμιν, κοινωνικός, ἀφιλόνεικος καὶ τὰ ὅμοια. Διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ἀπαραβίαστο ἀπόκτημα τῆς ψυχῆς, νὰ ἀρέσει στὸ Θεὸ μὲ τέτοιες πράξεις καὶ μὲ τὸ νὰ μὴν κρίνει κανέναν καὶ νὰ λέει γιὰ κανέναν, ὅτι ὁ δείνα εἶναι κακὸς καὶ ἁμάρτησε. Ἀλλὰ καλλίτερο εἶναι νὰ συζητᾶμε τὰ δικά μας κακά, καὶ νὰ ἐρευνᾶμε μέσα μας τὴ δική μας πολιτεία, ἐὰν εἶναι ἀρεστὴ στὸ Θεό. Διότι, τί μᾶς μέλει ἐμᾶς, ἐὰν ὁ ἄλλος εἶναι πονηρός;