Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός | Ορθόδοξοι Πατέρες Our Lord Jesus Christ | Orthodox Fathers

»»»    Ο Βίος του Χριστού / 45. Η εορτή των Εγκαινίων

45. Η εορτή των Εγκαινίων


Η Μάρθα και Μαρία — «Ενός εστι χρεία» — Ο Ιησούς περικυκλούται — «Ο Πατήρ Μου και Εγώ έν εσμεν» — Ζητούσι να Τον λιθοθολήσωσι — Έκκλησις του Ιησού εις τον βίον και τα έργα Του — Εις Βηβανίαν πέραν του Ιορδάνου

Ουδαμού, κατά πάσαν πιθανότητα, διήγαγεν ο Ιησούς καλλιτέρας ώρας ή εν τη ησύχω οικία της μικράς εκείνης οικογενείας εν Βηθανία, την οποίαν, ως μας λέγει ο Ιωάννης, ηγάπα. Η οικογένεια, εφ' όσον γνωρίζομεν, συνίστατο εκ της Μάρθας, της Μαρίας και του αδελφού των Λαζάρου. Ότι η Μάρθα ήτο χήρα, ότι ο σύζυγος της ήτο ή υπήρξε Σίμων ο Λεπρός, ότι ο Λάζαρος είνε ο αυτός με τον πράον ραββίνον του ονόματος τούτου τον μνημονευόμενον εν τω Ταλμούδ, είνε εικασίαι αίτινες δύνανται να είνε ή να μη είνε αληθείς. Αλλά βλέπομεν εκ των Ευαγγελίων ότι ήσαν οικογένεια οπωσούν εύπορος, και ικανής αξιοπρεπείας ώστε να εφελκύη μεγάλην προσοχήν ου μόνον εν τω χωρίω των, τη Βηθανία, αλλά και εν Ιεροσολύμοις. Το μικρόν τερπνόν χωρίδιον, εγγύς της Ιερουσαλήμ κείμενον, πρέπει να είχε διά την ψυχήν του Ιησού μέγα θέλγητρον, και καθ' εαυτό, και ένεκα της αγάπης και της ευλαβείας ην έτρεφον προς Αυτόν οι φίλοι οίτινες Τον εφιλοξένουν. Εκεί Τον ευρίσκομεν κατά την παραμονήν της εορτής των Εγκαινίων, ήτις εσημείωσε το πέρας της δημοσίας εκείνης πορείας, της προορισθείσης προς πλήρη και οριστικήν ανακήρυξιν της ερχομένης βασιλείας Του.

Ήτο φυσικόν ότι συγκίνησίς της θα ήτο εν τη οικία επί τη αφίξει τοιούτου Ξένου, και η Μάρθα, η πολυμέριμνος, πρόθυμος και αφωσιωμένη ξενίζουσα, έτρεχεν άνω κάτω, και «περιεσπάτο περί πολλήν διακονίαν», φιλοτιμουμένη να ετοιμάση καλώς τα προς εστίασιν. Και η αδελφή της Μαρία ομοίως επεθύμει να Τον δεξιωθή καταλλήλως, αλλ' αι γνώσεις της περί της ευλαβείας της οφειλομένης Αυτώ ήσαν διαφόρου είδους. Γινώσκουσα ότι η αδελφή της ήτο προθυμοτάτη να κάμη ό,τι έπρεπε να γείνη διά την υλικήν ευμάρειαν, αυτή, εν βαθεία ταπεινώσει, εκάθισε παρά τους πόδας Του, και ήκουε τους λόγους Του.

Η Μαρία δεν ήτο αξία μομφής, διότι η αδελφή της προφανώς έχαιρε με το έργον το οποίον είχεν εκλέξει όπως φροντίση διά τα χρέη της φιλοξενίας, και ήτο λίαν ικανή, άνευ βοηθείας, να ετοιμάση παν το απαιτούμενον. Ουδέ η Μάρθα ήτο αξία μομφής διά την ενεργόν υπηρεσίαν της· το μόνον σφάλμα της υπήρξεν ότι, εν τη εξωτερική ταύτη δραστηριότητι, έχασε την αναγκαίαν ισορροπίαν προς εσωτερικήν γαλήνην. Καθώς εκοπίαζε και εφρόντιζε πώς να Τον υπηρετήση, μικρά τις νύξις ζηλοτυπίας διετάραξε την ειρήνην της, καθώς είδε την ήσυχον αδελφήν της να κάθηται («εν οκνηρία», δυνατόν να εσκέφθη) παρά τους πόδας του μεγάλου Επισκέπτου, και ν' αφήνη όλην την φροντίδα εις αυτήν. Εάν ελάμβανε καιρόν να σκεφθή, δεν θα ηδύναντο ειμή ν' αναγνωρίση ότι δυνατόν να υπήρχε καί τις περίσκεψις εις την διαγωγήν της Μάρθας· αλλά το να είνε τις δίκαιος είνε πάντοτε δύσκολον, ούτε είνε δυνατόν όταν μικροπρεπής ζηλοτυπία υπεισέλθη εις την ψυχήν. Ούτω, εν τη πρώτη εξάψει της αδημονίας της, η Μάρθα, αντί να παρακαλέση ηπίως την αδελφήν της να την συνδράμη, εάν ήτο ανάγκη συνδρομής (πρόσκλησις την οποίαν, αν ορθώς κρίνομεν περί της Μαρίας, παρευθύς θα ήκουεν αύτη), σχεδόν ανυπομόνως εισέρχεται και αποτείνεται προς τον Ιησούν: «Κύριε, ου μέλει Σοι ότι η αδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονείν; Ειπέ ουν αυτή ίνα μοι συναντιλάβηται».

Μία ατελής ψυχή, βλέπουσα τι το καλόν, αλλ' αστοχούσα εν τη προσπαθεία του να το φθάση, τείνει να είνε σκληρά εις τας κρίσεις της περί των μικρών ελλείψεων των άλλων. Αλλά θεία και υψηλή ψυχή — πάσα ψυχή ήτις εγγύτερον έφθασεν εις το μέτρον του αναστήματος του τελείου ανθρώπου — λαμβάνει πλατυτέραν και γαληνιωτέραν άποψιν των μικρών εκείνων αδυναμιών τας οποίας δεν δύναται ή καθημερινώς να βλέπη. Όθεν η απόκρισις του Ιησού, αν ήτο μεμπτική, ήτο όμως τρυφερωτάτη, και ικανή να καθάρη αλλ' όχι να λυπήση την πιστήν καρδίαν της πολυασχόλου και φιλοστόργου οικοδεσποίνης προς ην απηυθύνετο. «Μάρθα, Μάρθα», είπε (και καθώς ακούομεν την φυσικωτάτην ταύτην προσαγόρευσιν, δεν δυνάμεθα άρα να φαντασθώμεν το ημιθλιβερόν και ημιπαιγνιώδες, αλλά κατά το όλον ευμενές και πραϋντικόν μειδίαμα το οποίον ανέτειλεν εις το πρόσωπον Του;) «μεριμνάς και τυρβάζης περί πολλά, ενός δε εστι χρεία· Μαρία δε την αγαθήν μερίδα εξελέξατο, ήτις ουκ αφαιρεθήσεται απ' αυτής».

Αμφότερα, και το πρακτικόν και το θεωρητικόν δύνανται να είνε αναγκαία, αμφότερα δύνανται να συνδυάζωνται. Το πνευματικόν, ως εικός, υπερέχει, και είνε η αγαθή μερίς. Αλλ' αμφότερα δύνανται να συνυπάρξωσιν. Ο Παύλος, ρέκτης ένθερμος και έκθυμος, είχεν ουχ ήττον την διάπυρον θεωρητικότητα της Μαρίας· και ο Ιωάννης, με το εκστατικώτερον πνεύμα της θεωρίας του, μετείχε της πρακτικότητος της Μάρθας. Ο Ιησούς δεν ενόει, υποθέτω, ν' αποδοκιμάση την ετοιμασίαν την γινομένην προς χάριν Του, αλλά μόνον το πνεύμα της εσωτερικής μερίμνης και της εξωτερικής τύρβης, την μη λήψιν αναψυχής, την επίδειξιν περιττής φιλοξενίας εν τούτω· και έτι μάλλον την ροπήν εκείνην εις αποδοκιμασίαν και επέμβασιν εις τα των άλλων, την οποίαν τόσον συχνά βλέπομεν παρά Χριστιανοίς προθύμοις μεν ως η Μάρθα, μηδόλως δε μετέχουσι της αγίας εμπιστοσύνης και της αταραξίας της Μαρίας.

Είνε πιθανόν ότι η Βηθανία ήτο η κατοικία του Ιησού κατά τας εις Ιεροσόλυμα επισκέψεις Του, εκείθεν δε βραχύς και τερπνός περίπατος διά του Όρους των Ελαιών θα Τον έφερεν εις τον Ναόν. Ήτο ήδη χειμών και οι Ιουδαίοι είχον την εορτήν των Εγκαινίων. Κατά τους υπολογισμούς των εντριβών εις τα τοιαύτα, έπεσε κατά το έτος εκείνο εις την εικοστήν Δεκεμβρίου. Είχεν ιδρυθή υπό Ιούδα του Μακκαβαίου προς τιμήν του καθαρισμού του Ναού κατά το έτος 164 π. Χ., έξ και ήμισυ έτη μετά την φοβεράν βεβήλωσίν του υπό Αντιόχου του Επιφανούς. Καθώς το Πάσχα και η Σκηνοπηγία, διήρκει οκτώ ημέρας, και ετελείτο εν μεγάλη χαρά και ευφροσύνη. Εκτός του Ελληνικού ονόματος, τα Εγκαίνια, είχον και δεύτερον ελληνικόν όνομα, τα Φώτα· χαρακτηριστικόν δε της εορτής ήτο γενική φωταψία προς εορτασμόν του περιαδομένου θαύματος της θαυμασίας επί οκτώ ημέρας αυξήσεως του ιερού ελαίου, το οποίον είχεν ευρεθή υπό Ιούδα του Μακαβαίου εν μια στάμνω εσφραγισμένη διά της σφραγίδος του Αρχιερέως. Η παρουσία του Κυρίου εις τοιαύτην εορτήν κυροί το δικαίωμα εκάστης Εκκλησίας όπως θεσπίζη τας ιδίας τελετάς και λειτουργίας της, και δεικνύει ότι δεν επέβλεπε μετ' αποδοκιμασίας εις τον φαιδρόν ενθουσιασμόν της εθνικής φιλοπατρίας.

Το ανατολικόν πρόστωον του ναού διετήρει ακόμη το όνομα «η Στοά του Σολομώντος», επειδή, αν όχι άλλο, ήτο κτισμένον από τα υλικά τα οποία είχον αποτελέσει μέρος του αρχαίου Ναού. Εδώ, εις την λαμπράν ταύτην κιονοστοιχίαν, την κεκοσμημένην διά την εορτήν με στίλβοντα τρόπαια, ο Ιησούς περιεπάτει άνω και κάτω, και ως φαίνεται άνευ συνοδίας, ενίοτε προσβλέπων ίσως πέραν της κοιλάδος των Κέδρων εις τους λευκάζοντας τάφους των Προφητών, όσους γενεαί Εβραίων είχον σφάξει, και απολαύων του αβρού ηλιασμού του χειμώνος, τότε δε, ως διά προμελετημένου κινήματος, οι Φαρισαίοι Τον περιεκύκλωσαν και ήρχισαν να Τον ερωτούν. Ίσως αυτός ο χώρος όπου περιεπάτει, ανακαλών τας αναμνήσεις του αρχαίου κλέους των, ίσως και αι αναμνήσεις της εορτής την οποίαν ήγον, ως επετείου απελευθερώσεως κατορθωθείσης υπό δρακός γενναίων ανδρών οίτινες ανέτρεψαν κολοσσαίαν τυραννίαν, ενέπνευσαν την ερώτησίν των. «Έως πότε τηρείς τας ψυχάς μας εις αλγεινόν μετεωρισμόν; Εάν είσαι πράγματι ο Μεσσίας, ειπέ μας τούτο εν πεποιθήσει· Ειπέ μας εδώ, εις την Στοάν του Σολομώντος, τώρα, ενώ η θέα των ασπίδων τούτων και των χρυσών στεφάνων, και η μελωδία των κινυρών τούτων και των κυμβάλων, αναμιμνήσκουσι την δόξαν Ιούδα του Ασμοναίου, θα είσαι Συ ισχυρότερος Μακκαβαίος, ενδοξότερος Σολομών; Αυτά τα κίτρα και τα βαΐα και οι φοίνικες, τα οποία αίρομεν προς τιμήν της νίκης της ημέρας ταύτης, θα αρθώσι μίαν ημέραν διά Σε;» Η έκκλησις ήτο παράδοξος, ορμητική, ανυπόμονος, και είνε μεστή σημασίας. Συνεπιφέρει δε την αυτοκαταδίκην των ερωτώντων, διότι δεικνύει ότι Εκείνος είχε λαλήσει ρήματα και εκτελέσει πράξεις αίτινες θα παρείχον υπόστασιν εις τοιαύτην αξίωσιν, εάν είχεν αποφασίσει οριστικώς να την διεκδικήση. Και είνε πιθανόν ότι θα Τον προσηγόρευον με θομβώδεις ανευφημίας.

Εάν τώρα ο προς ον ωμίλουν ήτο ψευδομεσσίας τις, θα εδελεάζετο από τας επικλήσεις των, θα προελάμβανε μάλιστα ταύτας — και τότε θα προεξωφλείτο κατά πολλάς δεκάδας ενιαυτών η καταστροφή η υπό του Τίτου, ως και η καταστροφή η επί του ψευδομεσσίου Βαρ Κοχεβά.

Αλλ' η ημέρα προς πολιτικάς απελευθερώσεις είχε παρέλθη· η ημέρα προς υψηλοτέραν, βαθυτέραν, αιωνιωτέραν απελευθέρωσιν είχεν έλθη. Εκείνοι το πρώτον επόθουν, το δεύτερον απέρριπτον. Εμπαθώς αξιούντες τον Ιησούν ως εγκόσμιον Μεσσίαν, μετ' απεχθείας Τον απέρριπτον ως τον Υιόν του Θεού, τον Σωτήρα του Κόσμου. Ότι ήτο ο Μεσσίας των κατ' έννοιαν πολύ υψηλοτέραν ή όσον είχόν ποτε ονειροπολήσει, η γλώσσα Του πάλιν και πολλάκις είχεν υποδείξει· αλλά Μεσσίας καθ' ην έννοιαν απήτουν δεν ήτο ουδέ ήθελε να είνε. Και διά τούτο δεν τους αποπλανά λέγων, Εγώ είμαι ο Μεσσίας σας, αλλά τους παραπέμπει εις εκείνην την επανειλημμένην διδασκαλίαν ήτις έδειξε πόσον σαφώς τοιαύτη είχεν υπάρξει η αξίωσίς Του, και εις τα έργα τα οποία εμαρτύρουν περί της αξιώσεως ταύτης, Εάν ήσαν πρόβατα της ποίμνης Του (κ' εδώ τους υπενθυμίζει την μεγάλην εκείνην ομιλίαν την οποίαν είχεν απαγγείλη εν τη εορτή της Σκηνοπηγίας δύο μήνας πρότερον), θα ήκουον της φωνής Του, και τότε Αυτός θα τους έδιδε ζωήν αιώνιον, και θα ήσαν ασφαλείς υπό την φύλαξίν Του· διότι κανείς τότε δεν θα ηδύνατο να τους αποσπάση από την χείρα του Πατρός Του, προσέθηκε δε πανηγυρικώς· «Εγώ και ο Πατήρ Μου έν εσμεν».

Η έννοια των λόγων Του ήτο κατάδηλος. Ηξίου όχι μόνον ότι είνε ο Μεσσίας, αλλ' ότι είνε Θείος. Εάν η μετά του Πατρός ενότης, την οποίαν αντεποιείτο, δεν ήτο τίποτε περισσότερον ειμή η υποτακτική ένωσις της πίστεως και της υπακοής, ήτις υφίσταται μεταξύ όλων των αγίων ψυχών και του Δημιουργού των, οι λόγοι Του δεν θα προσέβαλλον περισσότερον ή όσον πολλά λόγια των βασιλέων και προφητών των. Αλλά «ιδού οι Ιουδαίοι ενόησαν ό,τι δεν εννοούν οι Αρειανοί· καθώς λέγει είς των Λατίνων πατέρων. Είδον παραχρήμα ότι oι λόγοι εσήμαινον κάτι ασυγκρίτως περισσότερον. Πάραυτα έκυψαν μανιώδεις να λάβωσί τινας εκ των βαρέων λίθων, των εσκορπισμένων εκεί εκ των ατελειώτων κτιρίων του Ναού, και αν είχεν έλθη η ώρα Του, δεν θα διέφευγε τον ταραχώδη θάνατον όστις ακολούθως έλαχεν εις τον Πρωτομάρτυρά Του. Αλλά το ατάραχον μεγαλείον Του τους αφώπλισε με μίαν λέξιν «Πολλάς αγαθάς πράξεις έδειξα υμίν παρά του Πατρός Μου· διά τίνα αυτών Με λιθάζετε;» Όχι δι' αγαθήν τινα πράξιν, απήντησαν, αλλά διά βλασφημίαν, και διότι Συ, άνθρωπος ων, ποιείς Σεαυτόν Θεόν. Η απόκρισις του Ιησού απολάμπει εκ του αρρήτου εκείνου φωτισμού, τον οποίον συχνά επιχύνει εν τη ερμηνεία των Γραφών. Δεν είνε γεγραμμένον εις τον Νόμον σας, τους ηρώτησεν, «Εγώ είπα θεοί εστε;» Εάν ωνόμασε τούτους θεούς προς ους ο Λόγος του Θεού ήλθε, και ούτω φαίνεται εις τας υμετέρας Γραφάς, λέγετε εις Εκείνον ον ο Πατήρ ηγίασε και απέστειλεν εις τον κόσμον, «Βλασφημείς», επειδή είπα, Ειμί ο Υιός του Θεού. Εμαρτύρετο δε τον βίον και τα έργα Του, ως αναμφήριστα τεκμήρια της μετά του Πατρός ενότητός Του. Εάν το αναμάρτητον και τα θαύματά Του δεν ήσαν απόδειξις ότι δεν ηδύνατο να είνε θρασύς βλάσφημος οίον εζήτουν να λιθοβολήσωσι, ποία εκ περισσού απόδειξις ηδύνατο να δοθή; Αυτοί εφαντάζοντο τον Θεόν ως πόρρω, αλλ' ο Θεός είνε εγγύς, και παρέχει θείαν έλλαμψιν εις τας καρδίας των αγαπώντων Αυτόν. Εκείνος όστις ήλθε να πληρώση τον Νόμον και να θέση Νόμον υψηλότερον κατ' αυτού, περί Ου όλοι οι Προφήται είχον μαρτυρήσει, δι' Ον ο Ιωάννης είχεν ετοιμάσει την οδόν, ο Λαλών ως ουδέποτε άνθρωπος ελάλησεν, όστις εποίησεν έργα οία ουδείς άλλος εποίησεν από καταβολής κόσμου, όστις εκύρου όλους τους λόγους Του και παρείχε σημασίαν εις όλας τας πράξεις Του διά της αμώμου καλλονής αναμαρτήτου βίου, όντως την αλήθειαν ελάλει όταν έλεγεν ότι είνε έν μετά του Πατρός και ότι είνε Υιός του Θεού.

Η έκκλησις ήτο ακαταμάχητος. Δεν ετόλμησαν να Τον λιθοβολήσωσιν· αλλ’ επειδή ήτο μόνος και ανυπεράσπιστος εν τω μέσω αυτών απεπειράθησαν να Τον συλλάβωσιν. Αλλά δεν ηδυνήθησαν. Η παρουσία Του τους κατετρόμαζε. Ηδυνήθησαν μόνον ν' ανοίξωσι δίοδον δι' Αυτόν και να εκτοξεύσωσι βλέμματα μίσους επ' Αυτόν ως διήρχετο εν μέσω των. Αλλά και πάλιν ιδού ενταύθα απόδειξις ότι πάσα διδασκαλία μεταξύ αυτών ήτο αδύνατος. Ηδύνατο τόσον ολίγον να κατέλθη εις τας ιδέας των περί Μεσσίου, όσον εκείνοι ηδύναντο ν' ανέλθωσιν εις την ιδικήν Του. Το να διατρίβη μεταξύ αυτών εσήμαινε να εκθέτη την ζωήν Του προ της ώρας. Η Ιουδαία άρα εκλείσθη δι' Αυτόν ως είχε κλεισθή η Γαλιλαία. Εφαίνετο ότι έν μόνον μέρος υπήρχε το οποίον να είνε ασφαλές δ’ Αυτόν εν τη γενεθλίω χώρα Του, και τούτο ήτο η Πέραν του Ιορδάνου. Απεχώρησε λοιπόν εις την άλλην Βηθανίαν, την Βηθανίαν πέραν του Ιορδάνου, όπου ο Ιωάννης το πάλαι εβάπτιζε, και διέτριβεν εκεί.

Ποία τα συμβάντα της τελευταίας ταύτης διατριβής, ως και πόσον χρόνον διήρκεσεν αύτη, αγνοούμεν. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μας λέγει εν τούτοις ότι πολλοί ήρχοντο προς Αυτόν ενταύθα, και επίστευον εις Αυτόν, και εμαρτύρουν ότι ο Ιωάννης, τον οποίον είχον ως Προφήτην, αν και δεν είχε τελέσει θαύματα, είχε φέρει εμφαντικήν μαρτυρίαν περί του Ιησού εν αυτώ τω τόπω, και ότι πάντα όσα είχε μαρτυρήσει ήσαν αληθή.



Η Θεία Λειτουργία

The Arabic Divine Liturgy of St. John Chrysostomos

Πειραϊκὴ Ἐκκλησία

Ακούστε (((ο)))
Πειραϊκή Εκκλησία 912fm

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ

Κάθε λογισμὸς καὶ κάθε αἴσθηση ὁδηγοῦν σταδιακὰ τὴν ψυχὴ εἴτε πρὸς τὸν παράδεισο εἴτε πρὸς τὴν κόλαση.

Ἄν ὁ λογισμὸς εἶναι ἔλλογος, τότε συνδέει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεὸ Λόγο, μὲ τὸν ὕψιστο Λογισμό, μὲ τὴν Παναξία, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ὁ παράδεισος.

παράδεισος

Ἐάν πάλι εἶναι ἄλογος ὁ λογισμὸς ἤ καὶ παράλογος, τότε συνδέει ἀναπόφευκτα τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Παράλογο, τὸν Ἀνόητο, μὲ τὸν διάβολο, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ἡ κόλαση.

Ὅσα ἰσχύουν γιὰ τὸν λογισμὸ, ἰσχύουν καὶ γιὰ τις αἰσθήσεις. Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ, ἀπὸ τὴν γῆ: καὶ ὁ παράδεισος μὰ καὶ ἡ κόλαση τοῦ ἀνθρώπου.

Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Ιωάννου Χρυσοστόμου

Ἐγὼ πατὴρ, ἐγὼ ἀδελφὸς, ἐγὼ νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφὴ, ἐγὼ ἱμάτιον, ἐγὼ ῥίζα, ἐγὼ θεμέλιος, πᾶν ὅπερ ἂν θέλῃς ἐγώ· μηδενὸς ἐν χρείᾳ καταστῇς. Ἐγὼ καὶ δουλεύσω· ἦλθον γὰρ διακονῆσαι, οὐ διακονηθῆναι. Ἐγὼ καὶ φίλος, καὶ μέλος, καὶ κεφαλὴ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ ἀδελφὴ, καὶ μήτηρ, πάντα ἐγώ· μόνον οἰκείως ἔχε πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ πένης διὰ σέ· καὶ ἀλήτης διὰ σέ· ἐπὶ σταυροῦ διὰ σὲ, ἐπὶ τάφου διὰ σέ· ἄνω ὑπὲρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρὶ, κάτω ὑπὲρ σοῦ πρεσβευτὴς παραγέγονα παρὰ τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σὺ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ συγκληρονόμος, καὶ φίλος, καὶ μέλος. Τί πλέον θέλεις; τί τὸν φιλοῦντα ἀποστρέφῃ; τί τῷ κόσμῳ κάμνεις; τί εἰς πίθον ἀντλεῖς τετρημένον;  περισσότερα »»»

Η Ελλάδα και ο Υμνος της Ελευθερίας

Ελληνική σημαία - Ελλάς - Ελευθερία

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Υπεραγία Παρθένος Θεοτόκος Μαρία

Κύριος διασκεδάζει βουλὰς ἐθνῶν, ἀθετεῖ δὲ λογισμοὺς λαῶν καὶ ἀθετεῖ βουλὰς ἀρχόντων· ἡ δὲ βουλὴ τοῦ Κυρίου εἰς τὸν αἰῶνα μένει, λογισμοὶ τῆς καρδίας αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεάν. (Ψαλ. 32, 10-11)

εἰ δέ τις τῶν ἰδίων καὶ μάλιστα τῶν οἰκείων οὐ προνοεῖ, τὴν πίστιν ἤρνηται καὶ ἔστιν ἀπίστου χείρων. (Τιμ.Α 5,8)

Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας

Οἱ ἄνθρωποι καταχρηστικά λέγονται λογικοί. Δεν εἶναι λογικοὶ ὅσοι ἔμαθαν ἀπλῶς τὰ λόγια καὶ τὰ βιβλία τῶν ἀρχαίων σοφῶν, ἀλλ' ὅσοι ἔχουν τὴ λογικὴ ψυχὴ καὶ μποροῦν νὰ διακρίνουν ποιὸ εἶναι τὸ καλὸ καἰ ποιὸ τὸ κακό καὶ ἀποφεύγουν τὰ πονηρὰ καὶ βλαβερὰ στὴν ψυχή, τὰ δὲ ἀγαθὰ καὶ ψυχωφελῆ, τὰ ἀποκτοῦν πρόθυμα μὲ τὴ μελέτη καὶ τὰ ἐφαρμόζουν μὲ πολλὴ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό. Αὐτοὶ μόνοι πρέπει νὰ λέγονται ἀληθινὰ λογικοὶ ἄνθρωποι.

St Antony the Great

Ἐφ᾿ ὅσον ἐννοεῖς τὰ περὶ Θεοῦ, νὰ εἶσαι εὐσεβής, χωρὶς φθόνο, ἀγαθός, σώφρων, πράος, χαριστικὸς κατὰ δύναμιν, κοινωνικός, ἀφιλόνεικος καὶ τὰ ὅμοια. Διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ἀπαραβίαστο ἀπόκτημα τῆς ψυχῆς, νὰ ἀρέσει στὸ Θεὸ μὲ τέτοιες πράξεις καὶ μὲ τὸ νὰ μὴν κρίνει κανέναν καὶ νὰ λέει γιὰ κανέναν, ὅτι ὁ δείνα εἶναι κακὸς καὶ ἁμάρτησε. Ἀλλὰ καλλίτερο εἶναι νὰ συζητᾶμε τὰ δικά μας κακά, καὶ νὰ ἐρευνᾶμε μέσα μας τὴ δική μας πολιτεία, ἐὰν εἶναι ἀρεστὴ στὸ Θεό. Διότι, τί μᾶς μέλει ἐμᾶς, ἐὰν ὁ ἄλλος εἶναι πονηρός;