Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός | Ορθόδοξοι Πατέρες Our Lord Jesus Christ | Orthodox Fathers

»»»    Ο Βίος του Χριστού / 55. Ο Μυστικός Δείπνος

55. Ο Μυστικός Δείπνος


Αι ετοιμασίαι διά το δείπνον — Το εστρωμένον ανώγεον — Έρις περί πρωτοκαθεδρίας — Ο Ιησούς νίπτει τους πόδας των μαθητών — «Καθαροί εστε αλλ' ουχί πάντες» — Διδασκαλία περί ταπεινώσεως — «Είς εξ υμών παραδώση Με» — «Μήτοι εγώ ειμι διδάσκαλε;» — Η παράδοσις του φριχτού μυστηρίου της Αγίας Ευχαριστίας

Κατά την εσπέραν της Τρίτης ο Ιησούς είχεν ομιλήσει περί του Πάσχα ως καιρού του Θανάτου Του, την πρωίαν της Πέμπτης συνομιλία τις συνέβη μεταξύ του Ιησού και των μαθητών Του περί του Πασχαλείου δείπνου. Τον ηρώτησαν πού ήθελεν να ετοιμάσωσιν διά το Πάσχα επειδή είχεν ήδη παραιτήσει την δημοσίαν Του διδασκαλίαν και διήρχετο την Πέμπτην ως είχεν διέλθει και την προτεραίαν εν μονώσει· πιθανώς ούτοι επερίμεναν ότι ήθελε να φάγη το Πάσχα εν Βηθανία, περί της οποίας ο Ραββίνος είχεν αποφανθή ότι έκειτο εντός των ορίων της Ιερουσαλήμ. Αλλά τα σχέδιά του άλλως είχον. Αυτός ο αληθής Πασχαλινός Αμνός έμελλε να θυσιασθή άπαξ και διά πάντοτε εν τη αγία πόλει· επομένως έπεμψε τον Πέτρον και Ιωάννην εις Ιερουσαλήμ και είπεν αυτοίς, ότι άμα εισήρχοντο εις την πόλιν θα εύρισκον άνθρωπον κεράμινον ύδατος βαστάζοντα. Ακολουθούντες αυτόν θα έφθιναν είς τινα οικίαν εις τον οικοδεσπότην της οποίας ώφειλον να είπωσιν, «Ο Κύριος λέγει, ο καιρός Μου εγγύς εστι· πού εστι το κατάλυμα ίνα το Πάσχα μετά των μαθητών Μου φάγω;» και ο οικοδεσπότης ούτος (τον οποίον τινές συμπεραίνουν ότι ήτο ο Ιωσήφ ο από Αρυμαθέας, άλλοι δε ο Ιωάννης ο επικαλούμενος Μάρκος) θα έθετεν εις την διάθεσίν των ανώγεον μέγα εστρωμένον μετά τραπέζης και αναγκλίντρων. Εύρον όλα καθώς τους είπεν ο Ιησούς και εκεί ητοίμασαν το Πάσχα. Είνε παραδεδεγμένον όμως ότι το δείπνον το οποίον ητοίμασαν και το οποίον ο Ιησούς μετά των μαθητών Αυτού έφαγεν την εσπέραν της Πέμπτης, δεν ήτο το κυρίως νομικόν Πάσχα των αζύμων, αλλά Πάσχα καινόν και πνευματικόν το οποίον ο Ιησούς τότε συνέστησε διά της παραδόσεως των θείων και φρικτών μυστηρίων της αναιμάκτου θυσίας.

Προς την εσπέραν ο Ιησούς και οι μαθηταί Αυτού εξήλθον της Βηθανίας και διά του Όρους των Ελαιών απήλθον εις Ιεροσόλυμα όπου τους ευρίσκωμεν εις το ανώγεον μέγα εστρωμένον, το οποίον ήτο ίσως το αυτό εκείνο όπου τρεις ημέρας ύστερον οι μαθηταί περίλυποι και πεφοβισμένοι είχον συναθροισθή και όπου είδον τον Κύριόν των αναστάντα εκ νεκρών· ίσως το αυτό εκείνο όπου μετά επτά εβδομάδας μετ' ήχου βιαίας φερομένης πνοής ως γλώσσα πυρός επήλθεν επ' αυτούς ο φωτισμός του Αγίου Πνεύματος.

Όταν έφθασαν το δείπνον ήτο έτοιμον. Η φαντασία αγαπά να αναπαριστά όλας τας πιθανάς λεπτομερείας της συγκινητικής εκείνης και αγίας σκηνής. Ήτο όλως ανόμοιος προς ό,τι η φαντασία του Λεονάρδου Βίντση και άλλων μεγάλων ζωγράφων την παρέστησε.

Μυστικός Δείπνος

Δυνατόν εν τω καταλαμβάνειν τας έδρας να εκινήθη πάλιν εις το πνεύμα των Αποστόλων η φιλοπρωτία εκείνη, την οποίαν άλλοτε τόσον αυστηρώς επετίμησεν ο Κύριος. Κατά την στιγμήν ταύτην οπότε η ψυχή του οίκου ήτο πλήρης τοιαύτης υψηλής προθέσεως οπότε έπνεε τον αγνόν αέρα της αιωνιότητος, και, το αιώνιον ήτο παρ’ Αυτώ με όλην την θνητήν περιβολήν του, ου μόνον παρόν αλλά και ορατόν τοιαύτη έρις πρέπει να ήτο ειπέρ ποτε αλγεινή. Εδείκνυε πόσον ολίγον μέχρι τούδε και αυτοί οι εκλεκτοί οπαδοί του είχον εισέλθη εις την έννοιαν της ζωής του. Απεδείκνυεν ότι και τώρα ακόμη δεν είχον δυνηθή να εννοήσωσι τας πολλάς αυτού νουθεσίας περί της φύσεως της βασιλείας Του και περί της βεβαιότητος του τέλους Του. Ότι μεγάλη τις κρίσις επέκειτο, ότι ο διδάσκαλός των έμελλε να πάθη και να θανατωθή πρέπει εν μέρει να κατεννόησαν· αλλά φαίνεται να εθεώρησαν τούτο ως πρόσκαιρον συσκοτισμόν μεθ' ον θα επήρχετο άμεσος ανάδειξις της λαμπρότητός του και η επί της γης ίδρυσις του θρόνου του ως Μεσσίου. Μετ' αλγεινής σιωπής ηχούσε τους ψιθυρισμούς των αντιζηλιών των ενώ εζήτουν τας έδρας των εις το δείπνον. Ουχί διά λόγων, αλλά διά πράξεων βαθύτερον συγκινούσας απεφάσισεν να διδάξη αυτούς και όλους τους αγαπώντας αυτόν ευγενέστερον μάθημα.

Είνε γνωστόν πως εν τη Ανατολή ανέκαθεν συνήθειζον οι επισκέπτας πριν εισέλθωσιν εις οικίαν ου μόνον να αποβάλωσι τα σάνδαλα αλλά και να πλύνωσι τους πόδας. Οι πόδες των μαθητών πρέπει να ήσαν πλήρης κόνεως από την πολυσύχναστον οδόν την οποίαν διήνυσαν από Βηθανίας εις Ιερουσαλήμ. Το πλύνειν τους πόδας ήτο έργον των δούλων, και αφού ουδείς προσεφέρθη να εκτελέση το ευμενές υπούργημα, ο Ιησούς Αυτός ηγέρθη από της θέσεώς Του εν τω δείπνω διά να εκτελέση την φιλικήν υπηρεσίαν την οποίαν ουδείς των μαθητών Του προσεφέρθη να κάμη προς χάριν Του. Καλώς φαίνεται η έκπληξις του ηγαπημένου μαθητού εν τη διηγήσει ότε ενδιατρίβει εις πάσαν λεπτομέρειαν της σκηνής ταύτης. «Ειδώς ότι ο πατήρ παρέδωκε πάντα εν χερσί αυτού και ότι από του Θεού εξήλθε και προς τον Θεόν υπάγει, ηγέρθη από του δείπνου και απέθηκε τα ιμάτια, και λαβών λέντιον διεζώσατο.» Είτα εγχύσας ύδωρ εις την μεγάλην λεκάνην ήρχισεν να πλύνη τους πόδας των μαθητών και να σπογγίζει τούτους με το λέντιον με το οποίον ήτο ζωσμένος. Φόβος και συστολή τους συνείχε σιωπώντες έως ότου ήλθε προς τον Πέτρον του οποίου η συγκίνησις και η έκπληξις εξεφράσθη διά της ερωτήσεως, «Κύριε Συ μου νίψεις τους πόδας.» Συ ο υιός του Θεού ο βασιλεύς του Ισραήλ όστις έχεις ρήματα ζωής αιωνίου, Συ του οποίου τους πόδας βασιλείς θα χρίσωσι με τα πολυτιμότατα μύρα των και αμαρτωλοί μετανοούντες θα λούσωσι με δάκρυα θερμά, Συ νίπτεις του Πέτρου τους πόδας; Ήτο το αυτό αίσθημα το οποίον τρία έτη πρότερον είχεν αποσπάσει την κραυγήν εκείνην από τον άξεστον αλιέα της Γαλιλαίας, «έξελθε απ' εμού ότι ανήρ αμαρτωλός ειμι Κύριε.»

Πραέως αναγνωρίζων ότι υπήρχε καλόν εις την κραυγήν του ορμητικού μαθητού Του ο Ιησούς λέγει αυτώ ότι έως τώρα είνε ακόμη άωρος διά να εννοήση την έννοιαν των πράξεών Του· καίτοι η ημέρα θα έλθη καθ' ην η σημασία των θα επελάμψη εις αυτόν. Αλλ' ο Πέτρος ισχυρογνώμων και τολμηρός ως να ησθάνετο περισσότερον του Κυρίου το μεγαλείον Εκείνο όστις υπούργη και την σμικρότητα εκείνου προς ον το υπούργημα θα εγίνετο επέμεινεν εις την αντίστασίν του. «Ου μη νίψεις τους πόδας μου εις τον αιώνα»· εφώναζεν παραφόρως! αλλά τότε ο Ιησούς απεκάλυψεν εις αυτόν το επικίνδυνον της ισχυρογνωμοσύνης και της ψευδούς ταπεινώσεως. «Εάν μη νίψω σε ουκ έχεις μέρος μετ' εμού». Ο οπαδός μου οφείλει να δέχητε το θέλημα το Εμόν και όταν ελάχιστα δύναται να το εννοήση, και όταν φαίνεται να παραβιάζη τας ιδίας εννοίας του περί του τι είμαι. Η ατάραχος εκείνη λέξις μετέβαλλε το όλον ρεύμα της σκέψεως και του αισθήματος του θερμοκαρδίου μαθητού! Δεν έχω μέρος μετά Σου; μη γένοιτο Κύριε! «Κύριε μη τους πόδας μόνον αλλά και τας χείρας και την κεφαλήν». Αλλ' όχι, και πάλιν οφείλει να δεχθή ότι ο Χριστός θέλει, όχι κατά τον ίδιον τρόπον του, αλλά κατά τον τρόπον του Χριστού. Η νίψις όλου του σώματος δεν εχρειάζετο. Το βάπτισμα της μυήσεώς του είχε τελειώσει εις τον νιπτήρα της αναγεννήσεως είχεν ήδη βυθισθή. Τίποτε περισσότερον δεν εχρειάζετο ειμή ο καθημερινός καθαρισμός από μικροτέρων και νεωστί προσληφθέντων ρύπων. «Ο Ιησούς είπεν αυτώ, ο λελουμένος ου χρείαν έχει ή μη νίψασθαι τους πόδας, όλος δε καθαρός εστι· και υμείς καθαροί εστέ», και τότε προσέθηκε μετά βαθέως στεναγμού «αλλ' ουχί πάντες».

Αι τελευταίαι λέξεις ήσαν υπενειγμός της γνώσεώς του περί της παρουσίας του προδότου· διότι εγνώριζεν ότι εκείνοι μέχρι τούδε δεν ήξευραν ότι αι χείρες του Κυρίου της Ζωής είχον αρτίως νίψει τους πόδας του προδότου. Ω παράδοξος και ακαταμέτρητος άβυσσος ανθρωπίνης τυφλώσεως και αχαριστίας! Ο προδότης εκείνος με όλην την μαύρην και επάρατον προδοσίαν εις την καρδίαν του την ψευδή είχεν ιδή είχεν γνωρίσει, είχεν υποφέρει τούτο· είχεν αισθανθή την επαφήν των ευμενών εκείνων και απαλών χειρών, είχε δροσισθή διά του καθέροντος ύδατος, είχεν ιδή την δεσποτικήν κορυφήν κλίνουσαν υπεράνω των ποδών του! Δι' αυτόν δεν υπήρχεν καθαρισμός εις το διαυγές εκείνο ύδωρ. Ούτε ο Διάβολος εξορκίσθη ένδοθέν του διά της πραείας εκείνης φωνής, ούτε η λέπρα της καρδίας του εκαθαρίσθη διά της θαυματουργού επαφής εκείνης.

Οι άλλοι Απόστολοι δεν παρατήρησαν κατά την στιγμήν εκείνην την θλιβεράν εξαίρεσιν, «αλλ' ουχί πάντες».

Δυνατόν αι συνειδήσεις των, να έδιδον έκαστον και εις τους πιστοτέρους ακόμη θλιβεράν αιτίαν να απηχήσωσι τας λέξεις έκαστος εις την ιδίαν ψυχήν του. Είτα ο Ιησούς, αφού ένιψε τους πόδας των, ανέλαβε τα ενδύματά Του, και πάλιν ανεκλίθη εις το δείπνον. Καθώς ηρείδετο εκεί επί του αριστερού αγκώνος, ο Ιωάννης ανεκλίνετο εκ δεξιών Του, με την κεφαλήν πλησίον εις το στήθος του Ιησού. Παραπλεύρως του Ιωάννου πιθανόν να ήτο ο αδελφός του Ιάκωβος, και, καθώς εικάζομεν εκ των ολίγων λεπτομερειών περί του δείπνου, αριστερόθεν του Ιησού ανέκειτο ο Ισκαριώτης, όστις ή κατέλαβεν αυθαιρέτως την θέσιν εκείνην, ή, ως ο κάτοχος του κοινού βαλαντίου, κατείχε θέσιν κάπως εξέχουσαν μεταξύ της μικράς συνοδίας. Φαίνεται δε πιθανόν ότι η θέσις του Πέτρου ήτο αριστερόθεν του Ιούδα. Και καθώς ήρχισε το δείπνον, ο Ιησούς τους εδίδαξε ποίαν έννοιαν είχεν η πράξις Του. Ορθώς και μετά του προσήκοντος σεβασμού τον ωνόμαζον Διδάσκαλον και Κύριον, διότι τοιούτος ήτο· και όμως καίτοι ο Κύριος είνε μείζων του δούλου, ο δε Αποστείλας μείζων του Αποστόλου, αυτός ο Κύριος και ο διδάσκαλός των ένιψεν αυτών τους πόδας. Είχε ποιήσει τούτο ίνα διδάξη αυτούς την ταπείνωσιν, την αυταπάρρησιν, την αγάπην. Εκείνος θα είνε αρχηγός μεταξύ αυτών όστις, προς χάριν των άλλων, αναλαμβάνει τα μεγαλείτερα βάρη και επιζητεί τας ταπεινοτάτας διακονίας. Πάλιν και κατ' επανάληψιν τους ενουθέτησεν ότι δεν έπρεπε να ελπίζουν επιγείους αμοιβάς ή ευημερίαν. Ο θρόνος, και η τράπεζα, και η βασιλεία, και αι πολλαί μοναί, δεν είνε επί της γης.

Και τότε πάλιν η ταραχή του πνεύματός Του εξερράγη, ωμίλει περί εκείνων τους οποίους είχεν εκλέξει, αλλ' όχι περί όλων αυτών. Μεταξύ της ευλογημένης συντροφίας εκάθητο είς όστις εφείλκυε κατάραν επί της ιδίας κεφαλής του. Ταχέως θα καταστώσιν ικανοί να κρίνωσιν ότι, καθώς ο άνθρωπος όστις δέχεται εν τω ονόματι του Χριστού τον ταπεινότατον θεράποντά Του δέχεται Αυτόν τον ίδιον, ούτω και όστις αθετεί Αυτόν αθετεί τον Πατέρα Του, και ότι η αθέτησις αύτη του Θεού του Ζώντος ήτο το έγκλημα το οποίον την στιγμήν ταύτην διενεργείται εν τω μέσω αυτών.

Εκεί πλησίον Του, ακούων όλας τας λέξεις ταύτας ανάλγητος, πλήρης πεισμονής και μίσους, πεπωρωμένος την καρδίαν, και κλίνων όλον το βάρος της δαιμονικής κατοχής του εναντίον εκείνης της θύρας του ελέους, την οποίαν και τώρα κ' εδώ ακόμη ο Σωτήρ του θα ήνοιγε προς αυτόν, εκάθητο ο Ιούδας, με το ψευδές μειδίαμα της υποκρισίας επί του προσώπου του, πλην όλος λύσσα και αίσχος, και απληστία, και αδημονία, και προδοσία εν τη καρδία του. Η εγγύς παρουσία της μαύρης εκείνης ανομίας, η έλλειψις και της παθητικής ακόμη ταπεινώσεώς του να συγκινήση ή να θίξη τον βδελυρόν σκοπόν του ανθρώπου, ετάραξε την ανθρωπίνην καρδίαν του Ιησού μέχρι των βαθυτάτων μυχίων της, και απέσπασεν απ' Αυτού εν τη αγωνία Του την σαφεστέραν ακόμη πρόρρησιν, «Αμήν, αμήν, λέγω υμίν, ότι είς εξ υμών παραδώσει Με». Την νύκτα εκείνην όλοι, και οι πλέον αγαπημένοι, έμελλον να Τον εγκαταλίπωσιν, αλλά δεν ήτο τούτο· την νύχτα εκείνην και ο ευτολμότερος την καρδίαν έμελλε να Τον αρνηθή μεθ' όρκου, αλλά δεν ήτο τούτο· όχι, αλλ' είς εξ αυτών έμελλε να Τον παραδώση. Αι καρδίαι των εταράχθησαν καθώς Τον ήκουον, και ήδη βαθεία θλίψις επέπεσεν επί του ιερού δείπνου. Προαίσθημα κακού ενέσκηψεν, άρρητον αίσθημα φόβου. Εάν εκείνος δι' ον είχον εγκαταλίπει τα πάντα, και όστις ήτο το παν δι' αυτούς, έμελλε να παραδοθή υφ' ενός εξ αυτών εις ανηλεές και επονείδιστον τέλος, εάν τούτο ήτο δυνατόν, όλα εφαίνοντο δυνατά. Τότε με χείλη τρέμοντα και με παρειάς ωχριώσας έκαστος τούτων ηρώτα το ταπεινόν ερώτημα, «Κύριε, μήτι εγώ ειμι;» Ο Ιησούς έμενε σιωπηλός, όπως, και τότε ακόμη εάν ήτο δυνατόν, να λάβη καιρόν ο Ιούδας να μετανοήση. Αλλ' ο Πέτρος δεν ηδύνατο να περιστείλη την λύπην και την ανυπομονησίαν του. Άπληστος να μάθη και να προλάβη την προδοσίαν, ένευσε προς τον Ιωάννην να ερωτήση τις ήτο. Η κεφαλή του Ιωάννου ήτο πλησίον του Ιησού, και κύψας επί το στήθος Του τον ηρώτησε ταπεινή τη φωνή, «Κύριε, τις εστιν;» Η απόκρισις ομοίως ταπεινή τη φωνή γενομένη ηκούσθη υπό του Ιωάννου μόνον, και επεβεβαίωσε τας υποψίας του ως προς τον Ιούδαν. Ο εμβάψας μετ' Αυτού τον βλωμόν του άρτου εν τω τρυβλίω, εκείνος θα ήτο. Είτα προσέθηκε: «Και ο μεν Υιός του Ανθρώπου υπάγει καθώς γέγραπται περί Αυτού· πλην ουαί τω ανθρώπω δι' ου ο Υιός του Ανθρώπου παραδίδοται· καλόν ην αυτώ ει μη εγεννήθη ο άνθρωπος». Όταν εκείνος αι άλλοι ηρώτων μεταξύ των «τις ο προδότης;» ο Ιούδας έμεινε σιωπηλός εν τη προκλητική σκληρότητι της περιφρονήσεως ή εν τη σκυθρωπή στυγνότητι της ενοχής· αλλά τώρα, ως να εκεντρίσθη από αίσθημα ριγηλής φρίκης, μεθ' ης απλώς το δυνατόν της ενοχής του εθεωρείτο, εθρασύνθη προς το αναίσχυτον ερώτημα. Αφού όλοι οι άλλοι εβυθίσθησαν εις σιωπήν, εκείνος υπεσύριξεν εις το ους του Σωτήρος το άκαιρον ψιθύρισμα, εν όλη τη πικρία της προκλητικής του χλεύης, ουχί ερωτών καθώς οι άλλοι ηρώτησαν μετά φιλοστόργου ευλαβείας, «Κύριε, μήτοι εγώ ειμι;» αλλά τον ψυχρόν τυπικόν τίτλον, «Ραββί, μήτοι, εγώ ειμι; Τότε η ταπεινή, ανεπίληπτος απάντησις, «Συ είπας», επεσφράγισε την ενοχήν του. Οι λοιποί δεν την ήκουσαν. Πιθανόν να ηκούσθη μόνον υπό του Πέτρου και Ιωάννου. Εις το άγριον εκείνο χάος της ψυχής του Ιούδα το σατανικόν είχε καταθριαμβεύσει του ανθρωπίνου· εις την σκοτεινήν εκείνην καρδίαν γη και κόλασις από τούδε ήσαν έν· εις την χαμένην εκείνην ψυχήν η αμαρτία είχε συλλάβη και γεννήσει τον θάνατον. «Ο μέλλεις ποιήσαι, ποίησον τάχιον», είπεν ο Ιησούς μεγαλοφώνως προς αυτόν. Ο Ιούδας ηγέρθη από του δείπνου. Οι άκακοι την καρδίαν Απόστολοι ενόμισαν ότι ο Ιησούς τον διέτασσε να υπάγη και κάμη οψώνια διά το Πάσχα ή να δώση εις τους πτωχούς. Και ούτω ο Ιούδας εξήλθε πάραυτα, και προσθέτει ο ηγαπημένος μαθητής, «εγένετο νυξ».

Αδυνατούμεν να είπωμεν μετά βεβαιότητος αν τούτο συνέβη προ ή μετά την παράδοσιν των φρικτών μυστηρίων του Κυρίου, αν ο Ιούδας μετέσχεν ή όχι, υπό το είδος του άρτου και του οίνου, του Σώματος και του Αίματος του Χριστού.

Ό,τι δεν είνε αμφίβολον, και ό,τι έχει το βαθύτατον ενδιαφέρον δι' όλους τους χριστιανούς, είνε η διάταξις του Μυστηρίου της Ευχαριστίας εν τω τελευταίω τούτω δείπνω του Κυρίου. Περί ταύτης έχομεν τέσσαρας εκθέσεις των τεσσάρων Ευαγγελιστών, και πέμπτην την του Αποστόλου Παύλου, εν τη προς Κορινθίους Α'., όλας συμφωνοτάτας προς αλλήλας. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός, τη νυκτί ή παρεδίδετο, έλαβεν άρτον εν ταις αγίαις Αυτού και αχράντοις και αθανάτοις χερσί, και ευχαριστήσας έκοψε τον άρτον, και έδωκεν εις τους Αποστόλους να φάγωσιν, ειπών, «Λάβετε φάγετε, τουτό εστι το Σώμα Μου, το υπέρ υμών κλώμενον εις άφεσιν αμαρτιών. Τούτο ποιείτε εις την Εμήν ανάμνησιν». Κατά τον αυτόν τρόπον έλαβε και το ποτήριον μετά το δειπνήσαι, λέγων, «Τούτο το ποτήριον η Καινή Διαθήκη εν τω Αίματι Μου· πίετε εξ αυτού πάντες· τούτο ποιείτε εις την Εμήν ανάμνησιν».

Ουδέποτε από της μεγάλης εκείνης εσπέρας η Εκκλησία έπαυσε να τηρή την εντολήν του Κυρίου της· αείποτε, από της ημέρας εκείνης, από γενεάς εις γενεάν, το ευλογημένον και πανάγιον τούτο και πανάγιον μυστήριον — η αναίμακτος αύτη θυσία ήτις αντικατέστησεν όλας τας ανωφελείς αιματοχυσίας των Εθνικών — υπήρξε και υπάρχει και θα υπάρχη εις ανάμνησιν του θανάτου του Χριστού, και προς ενίσχυσιν και αναψυχήν των ψυχών των χριστιανών διά του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου, υπό το σχήμα του άρτου και του οίνου, των δύο τούτων ρωστικών και αναψυκτικών του ανθρωπίνου σώματος.



Η Θεία Λειτουργία

The Arabic Divine Liturgy of St. John Chrysostomos

Πειραϊκὴ Ἐκκλησία

Ακούστε (((ο)))
Πειραϊκή Εκκλησία 912fm

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ

Κάθε λογισμὸς καὶ κάθε αἴσθηση ὁδηγοῦν σταδιακὰ τὴν ψυχὴ εἴτε πρὸς τὸν παράδεισο εἴτε πρὸς τὴν κόλαση.

Ἄν ὁ λογισμὸς εἶναι ἔλλογος, τότε συνδέει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεὸ Λόγο, μὲ τὸν ὕψιστο Λογισμό, μὲ τὴν Παναξία, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ὁ παράδεισος.

παράδεισος

Ἐάν πάλι εἶναι ἄλογος ὁ λογισμὸς ἤ καὶ παράλογος, τότε συνδέει ἀναπόφευκτα τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Παράλογο, τὸν Ἀνόητο, μὲ τὸν διάβολο, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ἡ κόλαση.

Ὅσα ἰσχύουν γιὰ τὸν λογισμὸ, ἰσχύουν καὶ γιὰ τις αἰσθήσεις. Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ, ἀπὸ τὴν γῆ: καὶ ὁ παράδεισος μὰ καὶ ἡ κόλαση τοῦ ἀνθρώπου.

Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Ιωάννου Χρυσοστόμου

Ἐγὼ πατὴρ, ἐγὼ ἀδελφὸς, ἐγὼ νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφὴ, ἐγὼ ἱμάτιον, ἐγὼ ῥίζα, ἐγὼ θεμέλιος, πᾶν ὅπερ ἂν θέλῃς ἐγώ· μηδενὸς ἐν χρείᾳ καταστῇς. Ἐγὼ καὶ δουλεύσω· ἦλθον γὰρ διακονῆσαι, οὐ διακονηθῆναι. Ἐγὼ καὶ φίλος, καὶ μέλος, καὶ κεφαλὴ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ ἀδελφὴ, καὶ μήτηρ, πάντα ἐγώ· μόνον οἰκείως ἔχε πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ πένης διὰ σέ· καὶ ἀλήτης διὰ σέ· ἐπὶ σταυροῦ διὰ σὲ, ἐπὶ τάφου διὰ σέ· ἄνω ὑπὲρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρὶ, κάτω ὑπὲρ σοῦ πρεσβευτὴς παραγέγονα παρὰ τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σὺ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ συγκληρονόμος, καὶ φίλος, καὶ μέλος. Τί πλέον θέλεις; τί τὸν φιλοῦντα ἀποστρέφῃ; τί τῷ κόσμῳ κάμνεις; τί εἰς πίθον ἀντλεῖς τετρημένον;  περισσότερα »»»

Η Ελλάδα και ο Υμνος της Ελευθερίας

Ελληνική σημαία - Ελλάς - Ελευθερία

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Υπεραγία Παρθένος Θεοτόκος Μαρία

Κύριος διασκεδάζει βουλὰς ἐθνῶν, ἀθετεῖ δὲ λογισμοὺς λαῶν καὶ ἀθετεῖ βουλὰς ἀρχόντων· ἡ δὲ βουλὴ τοῦ Κυρίου εἰς τὸν αἰῶνα μένει, λογισμοὶ τῆς καρδίας αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεάν. (Ψαλ. 32, 10-11)

εἰ δέ τις τῶν ἰδίων καὶ μάλιστα τῶν οἰκείων οὐ προνοεῖ, τὴν πίστιν ἤρνηται καὶ ἔστιν ἀπίστου χείρων. (Τιμ.Α 5,8)

Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας

Οἱ ἄνθρωποι καταχρηστικά λέγονται λογικοί. Δεν εἶναι λογικοὶ ὅσοι ἔμαθαν ἀπλῶς τὰ λόγια καὶ τὰ βιβλία τῶν ἀρχαίων σοφῶν, ἀλλ' ὅσοι ἔχουν τὴ λογικὴ ψυχὴ καὶ μποροῦν νὰ διακρίνουν ποιὸ εἶναι τὸ καλὸ καἰ ποιὸ τὸ κακό καὶ ἀποφεύγουν τὰ πονηρὰ καὶ βλαβερὰ στὴν ψυχή, τὰ δὲ ἀγαθὰ καὶ ψυχωφελῆ, τὰ ἀποκτοῦν πρόθυμα μὲ τὴ μελέτη καὶ τὰ ἐφαρμόζουν μὲ πολλὴ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό. Αὐτοὶ μόνοι πρέπει νὰ λέγονται ἀληθινὰ λογικοὶ ἄνθρωποι.

St Antony the Great

Ἐφ᾿ ὅσον ἐννοεῖς τὰ περὶ Θεοῦ, νὰ εἶσαι εὐσεβής, χωρὶς φθόνο, ἀγαθός, σώφρων, πράος, χαριστικὸς κατὰ δύναμιν, κοινωνικός, ἀφιλόνεικος καὶ τὰ ὅμοια. Διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ἀπαραβίαστο ἀπόκτημα τῆς ψυχῆς, νὰ ἀρέσει στὸ Θεὸ μὲ τέτοιες πράξεις καὶ μὲ τὸ νὰ μὴν κρίνει κανέναν καὶ νὰ λέει γιὰ κανέναν, ὅτι ὁ δείνα εἶναι κακὸς καὶ ἁμάρτησε. Ἀλλὰ καλλίτερο εἶναι νὰ συζητᾶμε τὰ δικά μας κακά, καὶ νὰ ἐρευνᾶμε μέσα μας τὴ δική μας πολιτεία, ἐὰν εἶναι ἀρεστὴ στὸ Θεό. Διότι, τί μᾶς μέλει ἐμᾶς, ἐὰν ὁ ἄλλος εἶναι πονηρός;