Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός | Ορθόδοξοι Πατέρες Our Lord Jesus Christ | Orthodox Fathers

»»»    Ο Βίος του Χριστού / 56. Η Τελευταία Ομιλία

56. Η Τελευταία Ομιλία


«Νυν εδοξάσθη ο Υιός του Ανθρώπου» — «Τεκνία!» — Η καινή εντολή! — Κύριε, πού υπάγεις;» — Είδησις εις τον Πέτρον — «Κύριε, δείξον ημίν τον Πατέρα» — Η Άμπελος η Αληθινή! — Η Μεγάλη Προσευχή

Μόλις εξήλθεν ο Ιούδας, και επήλθε μικρά ανακούφισις εις τας καρδίας των μαθητών, και η θλίψις εφάνη προς καιρόν να διεσκεδάσθη. Τότε δε ο Κύριος ήνοιξε την καρδίαν Του εις την μικράν χορείαν των αγαπώντων Αυτόν, και απηύθυνε τους λόγους εκείνους του αποχαιρετισμού, τους οποίους διετύπωσεν ημίν ο Ευαγγελιστής Ιωάννης.

«Νυν», είπεν, ως μετά στεναγμού ανακουφίσεως, «νυν εδοξάσθη ο Υιός του Ανθρώπου, και ο Θεός εδοξάσθη εν Αυτώ». Ακόμη ολίγην ώραν θα ήτο μετ' αυτών· καθώς είπεν εις τους Ιουδαίους, ούτω λέγει και εις αυτούς, όπου Αυτός υπάγει, ούτοι δεν δύνανται να έλθωσι. Και λέγων τούτο, τους ονομάζει «Τεκνία». «Τεκνία, έτι μικρόν χρόνον μεθ' υμών ειμι». Εντός της χορείας ταύτης ήσαν ο Πέτρος και ο Ιωάνης, άνθρωποι των οποίων αι πράξεις και οι λόγοι θα εξήσκουν από τούδε άπειρον επιρροήν επί της ανθρωπότητος μέχρι της συντελείας, άνθρωποι οίτινες θα καθίσταντο οι προστάται και πολιούχοι Άγιοι των εθνών, άνθρωποι προς τιμήν των οποίων μητροπόλεις έμελλον να κτισθώσι και πόλεις να ονομασθώσι· πλην το μεγαλείον των ήτο μόνον αμυδρά ανταύγεια της δόξης εκείνου, και πνοή ληφθείσα από το Πνεύμα όπερ θα έπεμπε προς αυτούς. Χωρίς Αυτού δεν ήσαν τίποτε, ειμή αμαθείς και αφανείς αλιείς της Γαλιλαίας, ουδέ μίαν δε άλλην νόησιν και γνώσιν είχον ειμή ότι Αυτός τους εθεώρει ούτω ως Τεκνία Του.

Εντολήν καινήν δίδει εις αυτούς, να έχωσιν αγάπην προς αλλήλους. Εκ τούτου θα γνωρίσουν όλοι ότι ιδικοί Του μαθηταί είνε, εάν έχουν αγάπην προς αλλήλους. Ήτο εντολή καινή, καίτοι εν μέρει παλαιά· καινή ένεκα της νέας υπεροχής της διδομένης αυτή· καινή ένεκα του νέου και υπερφυούς παραδείγματος της ενανθρωπήσεώς Του και του θανάτου Του, καινή ένεκα της επιρροής την οποίαν έμελλεν από τούδε να εξασκήση. Ήτο η αγάπη ως το δοκίμιον και ο όρος της μαθητείας, η αγάπη ως μείζων και της πίστεως και της ελπίδος, η αγάπη ως πλήρωσις του Νόμου.

Εις το μέρος τούτο ο Πέτρος υπέβαλε μίαν ερώτησιν. «Κύριε, πού υπάγεις;»

«Όπου εγώ υπάγω, ου δύνασαί μοι νυν ακολουθήσαι, ύστερον δε ακολουθήσεις μοι».

Ο Πέτρος ενόησε τώρα ότι περί θανάτου ήτο ο λόγος, αλλά διατί τάχα δεν ηδύνατο ν' αποθάνη και αυτός; «Κύριε, διατί ου δύναμαί Σοι νυν ακολουθήσαι; την ψυχήν μου υπέρ Σου θήσω».

Διατί; Ο Κύριος ηδύνατο ν' απαντήση, Διότι η καρδία είνε απατηλή υπέρ παν άλλο· διότι η έλλειψις βαθείας ταπεινώσεως σε απατά, διότι είνε κρυπτόν και από σε τον ίδιον πόση ακόμη υπάρχει ανανδρία και ιδιοτέλεια εις τα κινούντα σε. Αλλά δεν ήθελεν, ο καρδιογνώστης, να μεταχειρισθή ούτω τον ασθενή και ορμητικόν Απόστολον, του οποίου η αγάπη ήτο ειλικρινεστάτη, καίτοι δεν αντείχεν ακόμη εις το ύψος της δοκιμασίας. Απηλλάσσει αυτόν πάσης μομφής· μόνον λίαν πραέως επαναλαμβάνει τας λέξεις: «Την ψυχήν σου υπέρ εμού θήσεις; Αμήν, αμήν, λέγω σοι, ου μη αλέκτωρ φωνήσει εωσού απαρνήση με τρις.» Ήδη ήτο νυξ· προ της Ανατολής της πρωίας προ της φωνής του αλέκτορος, ο Ιησούς θα άρχιζε να θυσιάζη την ζωήν Του διά τον Πέτρον και δι' όλους τους αμαρτάνοντας· αλλ' ήδη εν τω μεταξύ χρόνω ο Πέτρος, αμνήμων και της νουθεσίας ταύτης, θα ηρνείτο τρις τον Κύριον και Σωτήρα του, τρις θ’ απέρριπτεν ως συκοφαντίαν και ύβριν τον απλούν ισχυρισμόν ότι τον είχε καν γνωρίσει. Παν ό,τι ο Ιησούς ηδύνατο να πράξη όπως τον σώση από της αγωνίας της ηθικής ταύτης ταπεινώσεως, διά παραινέσεως, διά στοργής, διά προσευχής προς τον Ουράνιον Πατέρα Του, το είχε πράξει. «Σίμων, Σίμων (είπεν), ιδού ο Σατανάς εξητήσατο ημάς του σινιάσαι ως τον σίτον, εγώ δε εδεήθην περί σου ίνα μη εκλίπη η πίστις σου· και σύ ποτε επιστρέψας, στήριξον τους αδελφούς σου.» Είνε αξιοσημείωτον ότι το σχετικόν χωρίον του Λουκά είνε το μόνον εν ώ ο Χριστός φέρεται καλέσας τον Σίμωνα διά του ονόματος του Πέτρου, όπερ τω είχε δώσει. «Λέγω σοι, Πέτρε, ου μη αλέκτωρ φωνήσει,» κτλ. Αλλ' έμελλε να μετανοήση και να επιστρέψη προς τον Κύριον τον οποίον θα ηρνείτο, και τότε ο Ιησούς τον εκέλευε να στηρίξη τους άλλους εις την πίστιν. Και είνε ενδιαφέρον ότι το ρήμα «στήριξον,» το οποίον ο Χριστός μετεχηρίσθη προς τον Πέτρον, ευρίσκεται και εν τη κατ' αυτόν Καθολική Α'. επιστολή, όπως δειχθή πόσον βαθέως είχεν εισδύσει εν τη ψυχή του Αποστόλου.

Αλλά τώρα ο Χριστός τους είπεν ότι εις τους καιρούς των διωγμών οίτινες επίκειντο, αναγκαίον ήτο το βαλάντιον και η πήρα, και «ο μη έχων, πωλησάτω το ιμάτιον αυτού και αγορασάτω μάχαιραν.» Ο σκοπός του ήτο να τους πληροφορήση περί μεταβολής καταστάσεως, καθ' ην έπρεπε να περιμένωσι μίσος, φθόνον, διωγμούς· αλλ' ως διά να τους αποτρέψη από πάσης αμέσου αποπείρας προς υπεράσπισιν της ζωής εκείνης, την οποίαν Αυτός εκουσίως εθυσίαζε, προσέθηκεν ότι το τέλος ήτο εγγύς, και ότι έπρεπε να πληρωθή και τούτο το γεγραμμένον επ' Αυτώ, το «και μετά ανόμων ελογίσθη.» Αλλ' οι Απόστολοι ως συνήθως εξ αμαθείας παρεξήγησαν τους λόγους Του, μη βλέποντες πνευματικόν μάθημα εν αυτοίς, αλλά μόνον την κατά γράμμα έννοιαν. «Κύριε, ιδού μάχαιραι ώδε δύο,» ήτο το σχεδόν παιδαριώδες σχόλιον επί των λόγων Του. Δύο μάχαιραι! ως να εχρειάζοντο αύται δι' εκείνον όστις δι’ ενός λόγου ηδύνατο να παρουσιάση πλείονας ή δώδεκα λεγεώνας αγγέλων! «Ικανόν εστι,» είπε θλιβερώς. Ήτο περιττόν να εξακολουθήση το θέμα τούτο, και προέβη εις το τρυφερώτερον έργον της παραμυθίας των, περί ου είχε τόσα να είπη.

Τους προέτρεψε να μη είνε τεταραγμένοι την καρδίαν· επίστευον και η πίστις των θα εύρισκε την αμοιβήν της. Εις τον οίκον του Πατρός του υπάρχουσι πολλαί μοναί· ο χώρος εκεί είνε άπειρος. Εγνώριζον πού υπάγει, και την οδόν εγνώριζον.

«Κύριε, ουκ οίδαμεν πού υπάγεις, και πώς δυνάμεθα την οδόν ειδέναι;» ηρώτησεν ο Θωμάς.

«Εγώ ειμι η οδός, και η Αλήθεια, και η Ζωή, απεκρίθη ο Ιησούς· ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα εμή δι' Εμού. Ει εγνώκειτέ Με, και τον Πατέρα Μου εγνώκειτε αν· και από τούδε γινώσκετε Αυτόν και εωράκατε Αυτόν.»

Και πάλιν ήλθε μία των παιδαριωδών εκείνων διακοπών, των τόσον πιστώς μνημονευομένων υπό του Ευαγγελιστού. Και πρέπει να είμεθα ευγνώμονες ότι η απλότης των Αποστόλων τούτων τόσον ειλικρινώς και ταπεινώς αναγράφεται· διότι τίποτε δεν δύναται ισχυρότερον ν' αποδείξη την μεταβολήν ήτις πρέπει να επήλθεν εις το πνεύμα των όπως άνθρωποι τόσον δειλοί, τόσον ιουδαΐζοντες, τόσον αφώτιστοι, μεταμορφωθώσιν εις τους Αποστόλους, τους πνευματεμφόρους και θεοκήρυκας, τους αλιείς ανθρώπων και ιδρυτάς της παγκοσμίου Εκκλησίας.

Είνε σχεδόν περιττόν να παρατηρήσωμεν πόσον αβάσιμοι είνε τινές των νεωτέρων θεωριών περί της γνησιότητος ιδίως των κεφαλαίων τούτων του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου. Εάν η ομιλία αύτη και τα συμβάντα τα οποία την συνώδευσαν ήταν άλλως ή πραγματικά, ο αφανής Γνωστικός όστις υποτίθεται ότι τα έπλασε πρέπει να υπήρξεν είς των μεγίστων και πνευματικώτερον εμπνευσμένων μεγαλοφυών ανθρώπων, όσους είδε ποτε ο κόσμος!

«Κύριε, δήξον ημίν τον Πατέρα (είπε Φίλιππος ο από Βηθσαϊδά) και αρκεί ημίν».

Δείξον ημίν τον Πατέρα; τι επερίμενεν άρα ο Φίλιππος; επιφάνειάν τινα εν γνόφω και θυέλλη και εν συσπεισμώ; αποτυφλούσαν τινα λάμψιν εξ ουρανού; δεν είχε μάθη ακόμη ότι ο Αόρατος δεν δύναται να οραθή εις θνητούς οφθαλμούς; ότι το πεπερασμένον δεν δύναται να φθάση εις την θέαν του Απείρου; ότι διά να γείνη ορατός ο Θεός έπρεπε να ευδοκήση να συγκαταβή όπως λάβη σάρκα ανθρωπίνην, να οφθή επί της γης και τους ανθρώπους να συναναστραφή, καθώς προκατήγγειλεν ο Προφήτης; Και δεν είχε κατανοήσει ότι από τριών ετών ήδη συμπεριεπάτει μετά του Θεού; ότι ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος θνητός άνθρωπος θα εγνώριζέ ποτε πλειότερα περί του Θεού, εν τω κόσμω τούτω ειμή όσα θ’ απεκάλυπτε περί Αυτού ο Μονογενής Υιός ο ων εις τον κόλπον του Πατρός;

Και πάλιν δεν υπάρχει ίχνος οργής, αλλά μικρός μόνον τόνος αλγεινής εκπλήξεως εις την ήρεμον απάντησιν. Τοσούτον χρόνον μεθ' υμών ειμι, και ουκ έγνωκάς Με, Φίλιππε; Ο εωρακάς Εμέ εώρακε τον Πατέρα, και πώς Συ λέγεις, Δείξον ημίν τον Πατέρα;»

Και είτα μαρτυρόμενος τους λόγους Του και τα έργα Του ως τρανά τεκμήρια της εν Αυτώ εμμονής του Πατρός Του, προέβη αναπτύσσων προς αυτούς την έλευσιν του Αγίου Πνεύματος, και πως ο Παράκλητος, το Πνεύμα της Αληθείας, ο παρά του Πατρός εκπορεύεται (διότι ο Πατήρ είνε η μόνη αρχή και η πηγή της ενιαίας Τρισυποστάτου θεότητος, και καθ' ον τρόπον ο υιός εγεννήθη εκ του Πατρός αχρόνως, ούτω και το Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός αχρόνως) θα έλθη να μείνη εν αυτοίς, όπως ενώση αυτούς προς τον Πατέρα και τον Υιόν.

Αλλ' εις το κεφάλαιον τούτο Ιούδας ο Λεββαίος έσχε μίαν δυσχέρειαν. Δεν είχεν εννοήσει ότι ο οφθαλμός δύναται μόνον να ίδη εκείνο όπερ ίνα ίδη έχει έμφυτον την δύναμιν. Δεν ηδύνατο να κατανοήση το ότι ο Θεός δύναται μόνον να γείνη ορατός εις εκείνους ων η διάνοια είνε ανοικτή ούτως ώστε να δύνανται να διακρίνωσι τα πνευματικά πράγματα. «Κύριε, (είπε), τι γέγονεν ότι ημίν μέλλεις εμφανίζειν Σεαυτόν και ουχί τω κόσμω;»

Η δυσχέρεια ήτο του αυτού είδους οποία υπήρξε και του Φιλίππου· η ανικανότης του διακρίναι μεταξύ φυσικής και πνευματικής εμφανείας. Ο Ιησούς τότε εδίδαξε αυτούς και πάλιν ότι ο Θεός μένει μετ' εκείνων οίτινες Τον αγαπώσι, και ότι η απόδειξις της αγάπης είνε η υπακοή· Έδωκεν αυτοίς την μακαρίαν υπόσχεσιν ότι, «Εάν αιτήσητέ τι εν τω ονόματί Μου, τούτο ποιήσω». Διά πάσαν άλλην διδασκαλίαν τους παρέπεμψε προς τον Παράκλητον τον οποίον έμελλε να πέμψη. Δεν ήθελε τους αφήση ορφανούς. Το Πνεύμα Του θα τους ωδήγει εις πάσαν την αλήθειαν. Και τώρα εμφυσά επ' αυτούς την ευλογίαν και την ειρήνην Του. «Ειρήνην αφίημι υμίν, ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν».

Εις το μέρος τούτο του λόγον, κινήσεώς τινος γενομένης μεταξύ των μαθητών, «Εγείρεσθε, είπεν ο Σωτήρ, άγωμεν εντεύθεν.»

Πριν εξέλθωσιν, ύμνησαν, λέγει ο Ευαγγελιστής. Πιθανώς οι ύμνοι τους οποίους έψαλαν ήσαν εκ των ψαλμών ριε’, ριστ’, ριζ’. Πόσον πλήρει εννοίας πρέπει να υπήρξαν πολλοί εκ των στίχων των ψαλμών τούτων τότε «Περιέσχον με οδύναι θανάτου, κίνδυνοι άδου εύροσάν με. Εκέκραξα τω ονόματι Κυρίου· ρύσαι την ψυχήν μου, Κύριε.... Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι και το όνομα Κυρίου επικαλέσομαι... Ωσθείς ανετράπην του πεσείν, και ο Κύριος αντελάβετό μου. Ισχύς μου και ύμνησίς μου ο Κύριος, και εγένετό μοι εις σωτηρίαν.., Λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, ούτος εγενήθη εις κεφαλήν γωνίας· παρά Κυρίου εγένετο αύτη, και εστι θαυμαστή εν οφθαλμοίς ημών».

Πριν εξέλθωσι διά τον υπό το φέγγος της σελήνης περίπατον προς τον Κήπον της Γεθσημανή, πάλιν ωμίλησεν αυτοίς. «Εγώ ειμι η Άμπελος η Αληθινή και ο Πατήρ Μου ο Γεωργός εστι». Δεν είνε ανάγκη να εύρωμεν άμεσόν τινα περίστασιν σχετιζομένην με την μεταφοράν και την εικόνα ταύτην, εκτός του «καρπού της αμπέλου», εξ ου είχε μετάσχη. Διότι κατά την πόσιν του πρώτου ποτηρίου αμέσως προ της παραδόσεως των φρικτών Μυστηρίων είχεν είπη ο Ιησούς. «Αμήν λέγω υμίν, ου μη πίω από του γεννήματος της αμπέλου, έως αν πίω αυτό καινόν μεθ' υμών εν τη βασιλεία του Πατρός Μου». Αλλ' ουχ ήττον δυνάμεθα να υποθέσωμεν ότι, καθώς έβλεπεν έξω εις την νύκτα, είδε το φέγγος της σελήνης να επαργυροί τα φύλλα ενός κλήματος προσφυομένου περί το δικτυωτόν παράθυρον, ή να πίπτη επί του κολοσσαίου χρυσού κλήματος του επιστρέφοντος μίαν των πυλών του Ναού. Είτα έτι ζωηρότερον τους παρηγόρησε και είπεν: «Εγώ την αλήθειαν λέγω υμίν, συμφέρει υμίν ίνα Εγώ απέλθω· εάν γαρ μη απέλθω, ο Παράκλητος ουκ ελεύσεται προς υμάς». Η αποστολή του Παρακλήτου έμελλε να είνε το να ελέγξη τον κόσμον περί αμαρτίας, και περί δικαιοσύνης και περί κρίσεως. Και θα τους ωδήγει εις όλην την αλήθειαν και θα εδείκνυεν αυτοίς τα μέλλοντα. «Εκείνος δοξάσει Με· ότι εκ του εμού λήψεται και αναγγελεί υμίν». «Και νυν προς τον Πατέρα Μου πορεύομαι· μικρόν και ου θεωρείτε Με, και πάλιν μικρόν και όψασθέ Με».

Η αβεβαιότης περί του τι ενόει έκαμε τους μαθητάς και πάλιν να διαπορήσωσι προς αλλήλους. Επεθύμουν να Τον ερωτήσουν, αλλά βαθύς φόβος κατείχε το πνεύμα των, και δεν ετόλμων. Ήδη πολλάκις είχον διακόψει το νήμα του λόγου Του δι' ερωτήσεων, αίτινες καίτοι δεν τας απεδοκίμασεν, αλλά Τον ελύπησαν προφανώς διά της κενότητός των, και διά της παρανοήσεως την οποίαν απεδείκνυον. Αλλ' επειδή δεν ετόλμων να ερωτήσωσιν, ο Διδάσκαλός των ήλθεν αρωγός εις αυτούς. Αύτη, είπεν, έμελλε να είνε η βραχεία ώρα της αγωνίας των, αλλά μετά ταύτην θα επέλθη χαρά την οποίαν ουδείς δύναται να τους αφαιρέση· και η χαρά αύτη δεν θα έχη όρια, διότι οποίον και αν θα ήτο το αίτημά των, ήρκει να παρακαλέσωσι τον Πατέρα, και τούτο θα επληρούτο. Προς τον Πατέρα εκείνον, όστις Αυτός τους ηγάπα διά την πίστιν των την εις Αυτόν, προς τον Πατέρα εκείνον, παρ' ου εξήλθεν, έμελλε νυν να επιστρέψη.

Οι μαθηταί ήσαν βαθέως ευγνώμονες διά τους σαφείς τούτους και τα μάλιστα παρηγόρους λόγους. Και πάλιν δε ομοθύμως εξέφρασαν την πίστιν των ότι Αυτός από του Θεού εξήλθεν. Αλλ' ο Ιησούς θλιβερώς περιέστειλε τον ενθουσιασμόν των. Οι λόγοι Του σκοπόν είχον να δώσωσιν αυτοίς ειρήνην εν τω παρόντι, θάρρος δε και ελπίδα διά το μέλλον· αλλ' όμως εγνώριζε και είπεν αυτοίς ότι, μεθ' όλα όσα έλεγον, η ώρα επέκειτο νυν ότε έμελλον έντρομοι να σκορπισθώσι και να Τον αφήσωσι μόνον· αλλ' όχι μόνον, διότι ο Πατήρ Του ήτο μετ' Αυτού.

Και μετά τους λόγους τούτους, ύψωσε τους οφθαλμούς Του εις τον ουρανόν, και ανέπεμψε την Μεγάλην Αρχιερατικήν προσευχήν Του, ευχαριστών τον Πατέρα· πρώτον διότι ο Πατήρ θα περιέβαλλε την εκουσίαν ανθρωπότητά Του με την αιωνίαν δόξαν εξ ης είχε κενώσει Εαυτόν όταν ανέλαβε δούλου μορφήν, ως αναπτύσσει τούτο ο μέγας Παύλος λέγων· «Εν μορφή Θεού υπάρχων, ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είνε ίσον Θεώ, αλλ' Εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος· και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος, εταπείνωσεν Εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού· διό και ο Θεός Αυτόν υπερύψωσε και εχαρίσατο Αυτώ όνομα το υπέρ παν όνομα, ίνα εν τω ονόματι Ιησού Χριστού παν γόνυ κάμψη, επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων και πάσα γλώσσα εξομολογήσηται, ότι Κύριος Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού Πατρός». Δεύτερον, ευχαρίστησε τον Πατέρα και παρεκάλεσεν Αυτόν να τηρήση και φυλάξη εν τω ονόματι Του τούτους τους αγαπητούς Του, τους συμπεριπατήσαντας εν τω κόσμω μετ' Αυτού· και είτα όπως αγιάση και καταστήση τελείους ου μόνον τούτους μόνους, αλλά πάσας τας μυριάδας, πάσας τας μακράς γενεάς, αίτινες έμελλον ύστερον να πιστεύσωσι διά του λόγου των εις Αυτόν.

Και αφού οι τόνοι της θείας ταύτης προσευχής εσίγησαν, ο Ιησούς εξήλθε συν τοις μαθηταίς Αυτού πέραν του Χειμάρρου των Κέδρων, όπου ην κήπος, εις ον εισήλθεν Αυτός και οι μαθηταί Αυτού.



Η Θεία Λειτουργία

Η Θεία Λειτουργία στα Αραβικά -

خدمة القداس الإلهي عربي

Πειραϊκὴ Ἐκκλησία

Ακούστε (((ο)))
Πειραϊκή Εκκλησία 912fm

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ

Κάθε λογισμὸς καὶ κάθε αἴσθηση ὁδηγοῦν σταδιακὰ τὴν ψυχὴ εἴτε πρὸς τὸν παράδεισο εἴτε πρὸς τὴν κόλαση.

Ἄν ὁ λογισμὸς εἶναι ἔλλογος, τότε συνδέει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεὸ Λόγο, μὲ τὸν ὕψιστο Λογισμό, μὲ τὴν Παναξία, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ὁ παράδεισος.

παράδεισος

Ἐάν πάλι εἶναι ἄλογος ὁ λογισμὸς ἤ καὶ παράλογος, τότε συνδέει ἀναπόφευκτα τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Παράλογο, τὸν Ἀνόητο, μὲ τὸν διάβολο, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ἡ κόλαση.

Ὅσα ἰσχύουν γιὰ τὸν λογισμὸ, ἰσχύουν καὶ γιὰ τις αἰσθήσεις. Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ, ἀπὸ τὴν γῆ: καὶ ὁ παράδεισος μὰ καὶ ἡ κόλαση τοῦ ἀνθρώπου.

Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Ιωάννου Χρυσοστόμου

Ἐγὼ πατὴρ, ἐγὼ ἀδελφὸς, ἐγὼ νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφὴ, ἐγὼ ἱμάτιον, ἐγὼ ῥίζα, ἐγὼ θεμέλιος, πᾶν ὅπερ ἂν θέλῃς ἐγώ· μηδενὸς ἐν χρείᾳ καταστῇς. Ἐγὼ καὶ δουλεύσω· ἦλθον γὰρ διακονῆσαι, οὐ διακονηθῆναι. Ἐγὼ καὶ φίλος, καὶ μέλος, καὶ κεφαλὴ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ ἀδελφὴ, καὶ μήτηρ, πάντα ἐγώ· μόνον οἰκείως ἔχε πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ πένης διὰ σέ· καὶ ἀλήτης διὰ σέ· ἐπὶ σταυροῦ διὰ σὲ, ἐπὶ τάφου διὰ σέ· ἄνω ὑπὲρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρὶ, κάτω ὑπὲρ σοῦ πρεσβευτὴς παραγέγονα παρὰ τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σὺ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ συγκληρονόμος, καὶ φίλος, καὶ μέλος. Τί πλέον θέλεις; τί τὸν φιλοῦντα ἀποστρέφῃ; τί τῷ κόσμῳ κάμνεις; τί εἰς πίθον ἀντλεῖς τετρημένον;  περισσότερα »»»

Η Ελλάδα και ο Υμνος της Ελευθερίας

Ελληνική σημαία - Ελλάς - Ελευθερία

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Υπεραγία Παρθένος Θεοτόκος Μαρία

Κύριος διασκεδάζει βουλὰς ἐθνῶν, ἀθετεῖ δὲ λογισμοὺς λαῶν καὶ ἀθετεῖ βουλὰς ἀρχόντων· ἡ δὲ βουλὴ τοῦ Κυρίου εἰς τὸν αἰῶνα μένει, λογισμοὶ τῆς καρδίας αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεάν. (Ψαλ. 32, 10-11)

εἰ δέ τις τῶν ἰδίων καὶ μάλιστα τῶν οἰκείων οὐ προνοεῖ, τὴν πίστιν ἤρνηται καὶ ἔστιν ἀπίστου χείρων. (Τιμ.Α 5,8)

Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας

Οἱ ἄνθρωποι καταχρηστικά λέγονται λογικοί. Δεν εἶναι λογικοὶ ὅσοι ἔμαθαν ἀπλῶς τὰ λόγια καὶ τὰ βιβλία τῶν ἀρχαίων σοφῶν, ἀλλ' ὅσοι ἔχουν τὴ λογικὴ ψυχὴ καὶ μποροῦν νὰ διακρίνουν ποιὸ εἶναι τὸ καλὸ καἰ ποιὸ τὸ κακό καὶ ἀποφεύγουν τὰ πονηρὰ καὶ βλαβερὰ στὴν ψυχή, τὰ δὲ ἀγαθὰ καὶ ψυχωφελῆ, τὰ ἀποκτοῦν πρόθυμα μὲ τὴ μελέτη καὶ τὰ ἐφαρμόζουν μὲ πολλὴ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό. Αὐτοὶ μόνοι πρέπει νὰ λέγονται ἀληθινὰ λογικοὶ ἄνθρωποι.

St Antony the Great

Ἐφ᾿ ὅσον ἐννοεῖς τὰ περὶ Θεοῦ, νὰ εἶσαι εὐσεβής, χωρὶς φθόνο, ἀγαθός, σώφρων, πράος, χαριστικὸς κατὰ δύναμιν, κοινωνικός, ἀφιλόνεικος καὶ τὰ ὅμοια. Διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ἀπαραβίαστο ἀπόκτημα τῆς ψυχῆς, νὰ ἀρέσει στὸ Θεὸ μὲ τέτοιες πράξεις καὶ μὲ τὸ νὰ μὴν κρίνει κανέναν καὶ νὰ λέει γιὰ κανέναν, ὅτι ὁ δείνα εἶναι κακὸς καὶ ἁμάρτησε. Ἀλλὰ καλλίτερο εἶναι νὰ συζητᾶμε τὰ δικά μας κακά, καὶ νὰ ἐρευνᾶμε μέσα μας τὴ δική μας πολιτεία, ἐὰν εἶναι ἀρεστὴ στὸ Θεό. Διότι, τί μᾶς μέλει ἐμᾶς, ἐὰν ὁ ἄλλος εἶναι πονηρός;