Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός | Ορθόδοξοι Πατέρες Our Lord Jesus Christ | Orthodox Fathers

»»»    Ο Βίος του Χριστού / 57. Γεθσημανή — Η Αγωνία και η Σύλληψις

57. Γεθσημανή — Η Αγωνία και η Σύλληψις


Σκηνή αγωνίας — Ιδρώς ως αίματος θρόμβοι — Όχι ο φόβος του θανάτου. — «Σίμων, καθεύδεις;» — Η δευτέρα αγωνία — Οι μαθηταί κοιμώμενοι — Η τρίτη αγωνία και η νίκη — «Καθεύδετε το λοιπόν και αναπαύεσθε» — Το φίλημα του Προδότου — «Τίνα ζητείτε;» — «Εγώ ειμι» — Τρόμος της σπείρας — Ιστορικοί παραλληλισμοί — Σύλληψις του Ιησού — Το κτύπημα του Πέτρου — Δέσμευσις και απαγωγή

Ο δρόμος των τους έφερε διά μιας των πυλών της πόλεως, πιθανώς δι' εκείνης ήτις τότε αντεστοίχει εις την σημερινήν πύλην του Αγίου Στεφάνου, μέχρι της χαράδρας των Κέδρων. Εις πάντα όστις επεσκέφθη τον τόπον σήμερον, κατά τον αυτόν καιρόν του έτους και κατά την αυτήν ώραν της νυκτός, είνε ευκολώτερον να φαντασθή τον φόβον όστις θα κατείχε τους ολίγους εκείνους Γαλιλαίους, ενώ εν σιωπή σχεδόν αδιαπτώτω και υπό το άχθος μυστηριώδους τρόμου, ηκολούθουν Εκείνον όστις με κεκυφυίαν κεφαλήν και αλγούσαν καρδίαν έβαινε προ αυτών εις την εκούσιον καταδίκην Του.

Έν μόνον συμβάν αναφέρουν οι Ευαγγελισταί κατά τον τελευταίον τούτον μεσονύκτιον δρόμον προς τον οικείον κήπον της Γεθσημανή. Ήτο τελευταία νουθεσία προς τους μαθητάς εν γένει, και προς τον Πέτρον ιδία. Η θλίψις, η σιωπή, η ηχώ των βημάτων των είχεν αρχίσει, φαίνεται, να παγώνη ήδη τας καρδίας των. Θλιβερώς ο Ιησούς εστράφη προς αυτούς και είπεν ότι όλοι των θα σκανδαλισθώσιν επ' Αυτώ την νύκτα ταύτην, και η παλαιά προφητεία θα πληρωθή. «Πατάξω τον ποιμένα και διασκορπισθήσονται τα πρόβατα». Αλλά, μεθ' όλα ταύτα, Αυτός ως ποιμήν θα πορευθή προ αυτών, οδηγών αυτούς εις Γαλιλαίαν. («Προάξω υμάς εις την Γαλιλαίαν».) Τότε ο Πέτρος ήρχισε πάλιν να διαμαρτύρηται. Και αν όλοι σκανδαλισθώσιν, αυτός δεν θα εσκανδαλίζετο. Ο Ιησούς ήκουεν εν θλιβερά σιωπή υποσχέσεις αίτινες έμελλον εν βραχεί να σκορπισθώσιν εις τον αέρα.

Ούτω ήλθον εις Γεθσημανή, τόπον απέχοντα ήμισυ μίλιον από των τειχών της πόλεως. Ήτο δε κήπος περικεχαραγμένος διά μικρού φραγμού, και επειδή ήτο συχνόν καταφύγιον του Ιησού μετά των οπαδών Του, δυνάμεθα να εικάσωμεν ότι ανήκεν εις φίλον τινά κτήτορα. Το όνομα Γεθσημανή σημαίνει «ελαιοτριβείον», και αναμφιβόλως ωνομάσθη ούτω έκ τινος ελαιοτριβείου υπάρχοντος εκεί. Υπάρχει ακόμη εκεί μία ελαία, ήτις καλείται το Δένδρον της Αγωνίας. Και οκτώ άλλα παλαιά ελαιόδεντρα λέγεται ότι σώζονται από των ημερών του Χριστού. Το ότι ο Τίτος, ο πολιορκητής της Ιερουσαλήμ, έκοψεν όλα τα εκεί δένδρα, δεν φαίνεται επιχείρημα αρκετά πειστικόν ώστε ν' αναιρέση την σεμνήν παράδοσιν. Καίτοι η θέσις ακριβώς δεν δύναται να καθορισθεί μετά βεβαιότητος, η τοποθεσία εν γένει της Γεθσημανή είνε προφανής, και τότε, ως τώρα, το ωχρόν φως της σελήνης, τα φαιοπράσινα φύλλα των ελαιών, οι φαιοί αμαυροί κορμοί των δένδρων, η χαράδρα κάτω και η κορυφή του Όρους των Ελαιών άνω προς ανατολάς, και η Ιερουσαλήμ προς δυσμάς, πρέπει να υπήρξαν οι κύριοι εξωτερικοί χαρακτήρες ενός τόπου όστις θα θεωρήται πάντοτε μετ' αθανάτου ενδιαφέροντος ενόσω ο χρόνος διαρκή, ως ο τόπος εν ώ ο Σωτήρ της ανθρωπότητος εισήλθε μόνος εις την αγωνίαν του θανάτου.

Ο Ιησούς εγνώριζεν ότι η φοβερά ώρα της ταπεινώσεώς Του είχεν έλθη, ότι από της στιγμής ταύτης μέχρι της εκστομίσεως της μεγάλης κραυγής μεθ' ης έμελλε να εκπνεύση, ουδέν άλλο έμενε δι' Αυτόν επί της γης ειμή η βάσανος του σωματικού άλγους και η τυραννία της ψυχικής λύπης. Όσην το ανθρώπινον σώμα δύναται και δεν δύναται να βαστάση κακοπάθειαν, όλη θα εσωρεύετο επί του κύπτοντος σώματός Του· πάσα ταλαιπωρία ην σκληρά και ανηλεής ύβρις να επιβάλη δύναται, έμελλε να πέση βαρεία επί της ψυχής Του· και εις την βάσανον ταύτην του σώματος και εις την αγωνίαν της ψυχής, και αυτή η υψηλή και μαρμαίρουσα γαλήνη του θείου πνεύματός Του έμελλε να υποφέρη βραχείαν αλλά τρομεράν έκλειψιν. Ο πόνος εις το οξύτατον κέντρον του, η αισχύνη εν τη μάλιστα υπερκόμπω βαναυσότητί της, όλον το άχθος της αμαρτίας και του μυστηρίου της υπάρξεως του ανθρώπου εν τη αποστασία και τη πτώσει του, ταύτα ήσαν τα οποία έπρεπε ν' αντιμετωπίση νυν εν τη μάλλον ανεξηγήτω σωρεία των. Αλλ' έν πράγμα έμενε πριν η ενεργός πάλη, η αληθής αγωνία, αρχίση. Όφειλε να επιρρώση το σώμα, να νευρώση την ψυχήν, να πραΰνη το πνεύμα διά προσευχής και μονώσεως, όπως υπαντήση την ώραν εκείνην καθ' ην παν ό,τι κακόν εν τη δυνάμει του Πονηρού θα επέπιπτεν επί την κεφαλήν του Αθώου και του Αγίου. Και ώφειλε ν' αντιμετωπίση την ώραν ταύτην μόνος· ουδέ όμμα ανθρώπινον έπρεπε να ίδη, ειμή εν γνόφω και σκιά, το βάθος της δεινοπαθείας Του. Και όμως θα επεθύμει να μετάσχη της συμπαθείας των· Τον εβοήθει εν τη ώρα ταύτη της σκοτίας να αισθάνεται ότι ούτοι ήσαν εγγύς, και ότι εγγύτερον ήσαν οι μάλιστα Αυτόν αγαπώντες. «Μείνατε ώδε, είπε προς τους πολλούς, έως αν απέλθω προσεύξασθαι.» Αφήσας αυτούς να κοιμηθώσιν επί της δροσώδους χλόης, έλαβε μεθ' Εαυτού τον Πέτρον και Ιάκωβον και Ιωάννην, και απήλθεν ωσεί λίθου βολήν απωτέρω. Ήτο καλόν ο Πέτρος ν' αντιμετωπίση όλα όσα επέκειντο, και ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης να γνωρίσωσι τι ήτο το ποτήριον εκείνο το οποίον εξόχως είχον επιθυμήσει να πίωσι. Αλλά τάχιστα και η συντροφιά των εκλεκτών τούτων ήτο περισσότερον παρ' όσον ηδύνατο να υποφέρη. Ανέκφραστος λύπη, πάλη αφόρητος, φρίκη και θάμβος και ίλιγγος εκυρίευσε την ψυχήν Του. «Περίλυπός εστιν η ψυχή Μου έως θανάτου, είπε: Μείνατε αυτού και γρηγορείτε.» Απεσπάσθην απ' αυτών και εμακρύνθη, ίσως έξω του φέγγους της σελήνης εις την σκιάν. Κ' εκεί, εωσότου ο νυσταγμός τους εκυρίευσεν, ησθάνοντο πόσον φοβερός ήτο ο παροξυσμός της προσευχής και της ταλαιπωρίας δι' ου Εκείνος διήρχετο. Τον έβλεπον πότε γονυπετή, πότε πρηνή επί της υγράς γης να κύπτη και να ικετεύη· ήκουον ψιθύρους, φωνάς αγωνίας εν αις η ανθρωπότης Του συνηγόρει πλησίον της θείας θελήσεως του Πατρός Του. «Το θελητόν του Πάθους ποτήριον απηύχετο ώσπερ αβούλητον,» επειδή είχε δύο θελήσεις, την θείαν και την ανθρωπίνην. «Πάτερ, είπεν, ει δυνατόν, παρελθέτω απ' Εμού το ποτήριον τούτο· πλην γενέσθω, ουχί ως εγώ θέλω, αλλ' ως Συ».

Και η προσευχή εκείνη, εν τη απείρω ευλαβεία και τω θάμβει της, εισηκούσθη· ο ισχυρός εκείνος κλαυθμός και τα δάκρυα δεν απερρίφθησαν. Δεν δυνάμεθα να εισέλθωμεν εγγύς εις την σκηνήν ταύτην· είνε περιβεβλημένη εν γνόφω και εν μυστηρίω όπου ο άνθρωπος αδυνατεί να εισδύση· εφ' όσον θεωρούμεν ταύτην, είμεθα όμοιοι προς τους μαθητάς εκείνους· αι αισθήσεις μας είνε συγκεχυμέναι, αι αντιλήψεις μας αμυδραί. Το μεν υπογρηγορούντες, το δε βεβαρυμένοι υπό ακαταμαχήτου άχθους τεταραγμένου νυσταγμού, ησθάνοντο μόνον ότι ήσαν αμυδροί μάρτυρες αφάτου αγωνίας, πολύ βαθυτέρας ή ότι ηδύναντο να καταμετρήσωσι, και υπερβαλλούσης την ημετέραν κατάληψιν και την διαυγεστάτην. Βλέπουσιν Εκείνον, ενώπιον οποίου οι δαίμονες έφευγον μετ' ολολύζοντος τρόμου, κείμενον επί πρόσωπον κατά γης. Ακούουσι την φωνήν Εκείνην εν διακεκομμένοις ψιθύροις αγωνίας θρηνούσαν, ήτις είχε προστάξει τον άνεμον και την θάλασσαν, και υπήκουσαν Αυτώ. Αι μεγάλαι σταγόνες του ιδρώτος αι πίπτουσαι απ' Αυτού, φαίνονται αυτοίς ως αίματος πηκτού θρόμβοι, υπό τας σκιάς των δένδρων και εν τω διακοπτομένω φωτί της σελήνης, άγγελος ώφθη ενισχύων Αυτόν όπως εγερθή νικηφόρως από της φοβεράς πάλης.

Και πόθεν όλη αύτη η αγωνιώδης λιποκαρδία, πόθεν το πάθος τούτο, το οποίον απέσπασεν από του μετώπου ιδρώτα ως αίματος θρόμβους; Ήτο άρα απλώς ο φόβος του θανάτου; υπήρξαν οι τολμήσαντες (αδυνατώ να γράψω τούτο άνευ αισχύνης και λύπης) να ομιλήσωσιν ελαφρώς περί της Γεθσημανή· να θεωρήσωσι την φοβεράν εκείνην σκηνήν, από του ύψους της αμαθούς οιήσεώς των μεθ' υπέρφρονος σχεδόν απαρεσκείας· να ομιλήσωσιν εάν ο Θεάνθρωπος είχε δείξει εκεί άνανδρον ευαισθησίαν. Τοιούτοι βλάσφημοι επικριταί υπήρξαν ο Κέλσος, ο Ιουλιανός, και άλλοι. Και παιδίον ακόμη δύναται να εννοήση πόσον ασυμβίβαστος θα ήτο τοιαύτη υπόθεσις με την ηρωικήν εκείνην ρώμην και αντοχήν την οποίαν δεκαπέντε ωρών άυπνος αγωνία δεν ηδύνατο να διαταράξη, με την μεγαλοπρεπή σιωπήν ενώπιον αρχιερέως και πραίτωρος και τετράρχου, με την τλημοσύνην εξ ης η εσχάτη βάσανος ουδέ κραυγήν ίσχυσε ν' αποσπάση· με την άπειρον υπεροχήν ήτις ετρόμαξε τον απεσκληρυμμένον και ματαιόφρονα ρωμαίον εις ακούσιον σεβασμόν, με την ατάραχον δεσποτείαν της ψυχής ήτις ήνοιξε τας πύλας του Παραδείσου εις τον ληστήν τον μετανοούντα, και ενέπνευσε συμπαθή συγγνώμην διά τους αποστάτους ιερείς. Ο Θεάνθρωπος να καταβληθή υπό ευτελούς φόβου του θανάτου, τον οποίον γέροντες τρέμοντες και ασθενείς κόραι και δειλά παιδία (ο Άγιος Αρέθας, η Αγία Μαρίνα, ο Άγιος Κήρυκος) ηψήφισεν άνευ στεναγμού και ρίγους, μόνον διά της πίστεως εις το όνομά Του! Και να υβρίζεται ούτω υπό γλωσσών και καλάμων ασεβών Εκείνος όστις έφερεν εις φως την Ζωήν την αιώνιον και την Αθανασίαν! Ο έσχατος των ηλιθίων, ο βαναυσότατος τον κακούργων, εβάδισαν εις το ικρίωμα άνευ τρόμου και στεναγμού, και πολλοί απονενοημένοι και θηριώδεις φονείς ανέβησαν στερρώ τω ποδί την κλίμακα, και προσέβλεψαν απτόητοι προς το ωρυόμενον πλήθος.

Είνε τόσον φυσικόν ν' αποθάνη τις όσον και να γεννηθή. Ο χριστιανός δεν έχει ανάγκην να το είπωσιν ότι δεν ήτο τοιούτος χυδαίος φόβος ό,τι απέσπασεν από του Σωτήρος του τον ιδρώτα εκείνον του αίματος. Όχι, ήτο τι απείρως περισσότερον τούτου· απείρως περισσότερον ή ό,τι η υψίστη έντασις της φαντασίας μας δύναται να συλλάβη. Ήτο τι ασυγκρίτως θανασιμώτερον του θανάτου. Ήτο το βάρος και το μυστήριον της αμαρτίας του κόσμου ήτις επέκειτο βαρεία επί της καρδίας Του· ήτο η γεύσις, εν τη θεία ανθρωπότητι αναμαρτήτου βίου, της πικράς κύλικος ην η αμαρτία είχε δηλητηριάσει· ήτο το αίσθημα του πόσον πικρά, πόσον φοβερά πρέπει να υπήρξεν η δύναμις του κακού εν τω κόσμω, ήτις κατέστησεν αναγκαίαν τόσον άπειρον θυσίαν. Ήτο η πείρα, εν τω κόλπω της τελείας αθωότητος και της αγάπης, παντός ό,τι μυσαρόν εν τη ανθρωπίνη αχαριστία, παντός ό,τι λοιμώδες εν τη ανθρωπίνη υποκρισία, παντός ό,τι σκληρόν εν τη ανθρωπίνη λύσση. Επρόκειτο ν' αψηφήση τον τελευταίον θρίαμβον του Σατανικού πείσματος και της μανείας, ενούσης κατά της θείας κεφαλής Του και μόνης όλα τα φλέγοντα βέλη της Ιουδαϊκής κιβδηλείας και της Εθνικής ανομίας. Ησθάνετο ότι οι οικείοι, προς ους ήλθεν, ηγάπων το σκότος μάλλον ή το φως, ότι τα τέκνα του εκλεκτού εμίσουν τον Σωτήρα και Ευεργέτην. Η σκληρά ακάθαρτος σαρξ, λέγει είς των νεωτέρων, αδυνατεί να εννοήση την εναγώνιον αιαισθησίαν αναμαρτήτου φύσεως ερχομένης εις επαφήν προς την ανομίαν και το μίσος.

Δι' όλων τούτων διήλθε, και προεγεύθη πικρίαν χείρονα της πικρίας του θανάτου. Και μετ' ολίγον, νικητής αλλά κεκμηκώς, ήλθε να ζητήση μικρόν ανθρώπινον στήριγμα από τους εκλεκτούς των εκλεκτών Του, τους τρεις Αποστόλους Του. Οίμοι! τους εύρε κοιμωμένους. Ήτο η ώρα φόβου και κινδύνου· αλλ' ουχί η βεβαιότης του κινδύνου, ουχί η αγάπη προς Αυτόν, ουχί αίσθημα διά την άφραστον ταλαιπωρίαν Του, ήρκεσε διά να κρατήση τους οφθαλμούς των εν εγρηγόρσει. Η λύπη, η κόπωσις, η σφοδρά έξαψίς των, είχε ζητήσει ανακούφισιν εις τον ύπνον. Και αυτός ο Πέτρος, μεθ' όλας τας προθύμους υποσχέσεις και τας διαμαρτυρίας του, έκειτο βαθέως κοιμώμενος. «Σίμων, καθεύδεις;» είπε. Και καθώς η φωνή Του τους εξύπνησεν, «Ούτως, ουδ' επί μίαν ώραν» είπεν, ισχύσατε αγρυπνήσαι μετ’ εμού; Γρηγορείτε και προσεύχεσθε ίνα μη εισέλθητε εις περασμόν». Και είτα, όχι διά να μειώση το σφάλμα των, αλλά διά να υποδείξη τον κίνδυνον τούτου, προσέθηκε· «Το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής».

Και πάλιν απεσπάσθη απ' αυτών, και πάλιν, μετά βαθυτέρας εντάσεως επανέλαβε την αυτήν προσευχήν ως πρότερον, και κατά το διάλειμμα της συγκινήσεώς Του ήλθεν οπίσω προς τους μαθητάς Του. Αλλ' εκείνοι και πάλιν είχον πέσει εις ύπνον, και όταν τους εξύπνησε, βεβαρυμένοι ως ήσαν, δεν εύρισκον λέξιν να ομιλήσωσι προς Αυτόν. Θα ηδύνατο ν' ανακράξη τότε με τον στίχον του Δαυίδ, «Και υπέμεινα συλλυπούμενον, και ουχ υπήρξε, και παρακαλούντας, και ουχ εύρον».

Διά τρίτην και τελευταίαν φοράν, αλλά τώρα εν τη βαθυτέρα γαλήνη, και τη λαμπροτέρα αταραξία της θριαμβευτικής εκείνης εμπιστοσύνης ήτις είχε διαπνεύσει διά της Μεγάλης Αρχιερατικής προσευχής Του, απεχώρησε διά να εύρη την μόνην παρηγορίαν Του εν τη μετά του Θεού κοινωνία. Κ' εκεί εύρεν ό,τι επόθει. Πριν παρέλθη η ώρα αύτη ήτο παρεσκευασμένος διά το χείριστον όπερ ο Σατανάς ή ο άνθρωπος ηδύνατο να πράξη. Εγνώριζε παν ό,τι θα συνέβαινεν Αυτώ· ίσως είχεν ειδεί την έκτακτον κίνησιν φώτων, καθώς οι διώκται Του κατήρχοντο από των περιβόλων του Ναού. Αλλ' όμως δεν υπήρξεν ίχνος ταραχής εις τας ησύχους λέξεις Του, όταν ελθών και τρίτην φοράν ευρών αυτούς κοιμωμένους, είπε, «Καθεύδετε το λοιπόν και αναπαύεσθε. Ικανόν εστιν. Η ώρα ελήλυθεν. Ιδού, ο Υιός του Ανθρώπου παραδίδεται εις χείρας αμαρτωλών». Δεν θέλω Εγώ τώρα να διακόψω τον βαθύν ύπνον σου. Θα διακοπή αποτόμως και σκληρώς παρ' άλλων. «Εγείρεσθε, άγωμεν. Ιδού, ήγγικεν ο παραδιδούς Με».

Ναι, ήτο καιρός να εγερθώσι, διότι ενώ οι άγιοι είχον νυστάξει, οι αμαρτωλοί έτρεχον και εσκευώρουν και ειργάζοντο. Ενώ αυτοί εκοιμώντο, ο προδότης ηγρύπνει και ενήργει. Υπέρ τας δύο ώρας είχον παρέλθη αφότου εκ του φαεινού υπερώου της μακαρίας κοινωνίας των είχε βυθισθή εις την νύκτα, και κατά τας δύο ταύτας ώρας ειργάσθη εκείνος. Είχεν απέλθη προς τους Αρχιερείς και τους Φαρισαίους, οτρύνων αυτούς και παροξύνων διά της εμπαθούς σπουδής και ανυπομονησίας του· και είχε πείσει τους προκρίτους των Ιουδαίων να δώσωσιν αυτώ σπείραν συνισταμένη από τους ιδίους υπηρέτας των, από τους φύλακας του Ναού μετά των αξιωματικών των, και από έν απόσπασμα της ρωμαϊκής κουστωδίας υπό τον χιλίαρχόν της. Εβάδιζον κατ' Εκείνου όστις ήτο ανυπεράσπιστος και εγκαταλελειμμένος, και όμως οι στρατιώται ήσαν ωπλισμένοι με ξίφη, και οι μιγάδες οι άλλοι έφερον ράβδους και ρόπαλα. Επορεύοντο όπως συλλάβωσιν ένα όστις δεν θα εποίει απόπειραν όπως κρυφθή ή φύγη, και η σελήνη πλησιφαής έρριπτεν όλην την λάμψιν της εις την άδοξον εκστρατείαν των· και όμως, όπως μη εκφύγη αυτούς και κρυφθή εις άντρόν τι ή υπό την σκιάν του άλσους, έφερον φανούς και λαμπάδας εις τας χείρας των. Ήδη, καθώς ο Ιησούς αφύπνιζε τους μαθητάς Του, τα ώτα Του είχον ακούσει πόρω την κλαγγήν των ξιφών, τον δούπον των βημάτων, τον θόρυβον του κινουμένου μετά προφυλάξεων πλήθους. Εγνώριζεν ό,τι τον επερίμενεν· εγνώριζεν ότι ο ερημικός κήπος ον ηγάπα, και τοσάκις είχε ποιήσει μακαρίαν αναστροφήν μετά των μαθητών Του, ήτο γνωστός εις τον προδότην. Οι αήθεις εκείνοι εχθρικοί ήχοι, αι ερυθραί εκείναι λάμψεις των φανών και των δάδων, ήρκουν διά να δείξωσιν ότι ο Ιούδας είχε προδώσει το μυστικόν του καταφυγίου Του, και ήτο ήδη εγγύς.

Έτι δε Αυτού λαλούντος, ο Ιούδας ο προδότης επέστη. Υπερθεματίζων, ούτως ειπείν, και υπερδρών εις το μέρος του, ενεργών εν τη λίαν κατεσπευσμένή ορμητικότητι εγκλήματος τόσον βδελυρού ώστε δεν ετόλμα ουδέ να σταματήση διά να σκεφθή, εισώρμησε πρώτος εις τον περίβολον, προπορευόμενος των λοιπών. «Εταίρε, τω είπεν ο Ιησούς, εφ' ό πάρει;» (Κατά τινας ερμηνευτάς τούτο είνε σχήμα αποσιωπήσεως, και σημαίνει δι' οποίον έγκλημα ήλθες!») Η φράσις φαίνεται να εκόπη αποτόμως υπό της βαθείας ταραχής του πνεύματός Του, ουδ' έδωκεν ο Ιούδας απόκρισίν τινα, φροντίζων μόνον πώς να δώση εις τους ομοσπόνδους του το αισχρόν προσυμπεφωνημένον σημείον. «Ον αν φιλήσω, είχεν είπη αυτοίς, Αυτός εστι. Κρατήσατε Αυτόν και απαγάγετε ασφαλώς». Και ούτω, προβάς προς τον Ιησούν με τον συνήθη ψυχρόν τίτλον της προσφωνήσεως είπε, «Χαίρε, Ραββί!» κ' εβεβήλωσε την αγίαν παρειάν του Ιησού διά προδοτικού φιλήματος. «Ιούδα» τω είπεν ο Ιησούς μετ' αυστηράς επιτιμήσεως, «φιλήματι τον Υιόν του Ανθρώπου παραδίδως;» Αι λέξεις αύται ήρκουν. Απεκάλυψαν τον άνθρωπον εις εαυτόν, εκθέσασαι το βδελυρόν της πράξεώς του εν όλη τη απλότητι· και ο τρόπος της προδοσίας του ήτο τόσον απαραδειγμάτιστος εν μυσαρότητι, ώστε πλειοτέραι λέξεις θα ήσαν περιτταί. Με αισθήματα τα οποία οι δαίμονες θα ηδύναντο να οικτείρωσιν, ο άθλιος έπτηξε και συνεστάλη οπίσω προς την θύραν του περιβόλου, προς το λοιπόν του πλήθους ήρχισαν τώρα να συνωθούνται.

Κύριε, πρέπει να πλήξωμεν διά μαχαίρας; ηρώτησεν ο Πέτρος, ο μόνος όστις έφερε μάχαιραν· διότι εντός του κήπου ευρισκόμενοι, οι Απόστολοι δεν ήξευραν ακόμη τον αριθμόν των διωκτών. Ο Ιησούς δεν απήντησεν εις το ερώτημα. Ο ίδιος εξήλθε του περιβόλου διά ν' αντιμετωπίση τους διώκτας Του. Χωρίς να φύγη, χωρίς να δοκιμάση να κρυφθή, εστάθη εκεί προ αυτών εις το πλήρες φως της πανσελήνου, εν τη αόπλω και μονήρει Αυτού μεγαλειότητι, καταισχύνων διά του ανυπερασπίστου, τας περιττάς λαμπάδας και περιττά όπλα των.

«Τίνα ζητείτε;» ηρώτησεν.

Η ερώτησις δεν ήτο άσκοπος. Είχε σκοπόν, ως δεικνύει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, να προφυλάξη τους Αποστόλους Του από πάσης ενοχλήσεως. Δυνάμεθα να υποθέσωμεν ωσαύτως ότι εχρησίμευσε διά να καταστήση όλους τους παρόντας μάρτυρας της κρατήσεώς Του, και ούτω να προλάβη το δυνατόν πάσης κρυφίας δολοφονίας ή απάτης.

«Ιησούν τον Ναζωραίον», απήντησαν εκείνοι.

«Εγώ ειμι», είπεν ο Ιησούς.

Αι ήρεμοι αύται λέξεις επήνεγκον αιφνίδιον παροξυσμόν τρόμου. Η απάντησις αύτη η τόσον ηπία είχεν εν εαυτή δύναμιν μεγαλειτέραν της του απηλιώτου ανέμου ή της του κεραυνού, διότι ο Θεός ήτο εν εκείνη «τη φωνή τη λεπτή», και τους κατέπληξε και τους έκαμε να πέσωσι κάτω εις το έδαφος. Παραδείγματα δεν λείπουσιν εν τη ιστορία εν οις το γαλήνιον ήθος αόπλου τινός ανδρός αφώπλισε και παρέλυσε τους εχθρούς Του. Οι άγριοι Γαλάται δεν ηδύναντο να υψώσωσι τα ξίφη διά να κτυπήσωσι τους σεμνοπροπρεπείς συγκλητικούς της Ρώμης. «Δεν δύναμαι να κτυπήσω τον Μάριον» εφώναξεν ο βάρβαρος δούλος, ρίπτων κάτω το ξίφος του, και φεύγων προτροπάδην από της ειρκτής όπου είχε σταλή διά να φονεύση τον γηραιόν ήρωα. Υπάρχει άρα αφορμή διά την υβριστικήν δυσπιστίαν, μεθ' ης πολλοί υπεδέχθηοαν την απλήν αλλά καταπληκτικήν του Ηγαπημένου μαθητού διήγησιν, ότι εις τας λέξεις «Εγώ ειμι», κίνημα μεταδοτικής δειλίας συνέβη μεταξύ της σπείρας, και οπισθοχωρήσαντες εν συγχύσει, τινές έπεσαν εις το έδαφος; Ουδέν βεβαίως ήτο φυσικώτερον. Πρέπει ν’ αναλογισθώμεν ότι Ιούδας ήτο μεταξύ αυτών· ότι η ψυχή του ήτο εν καταστάσει τρομεράς διαταράξεως· ότι οι Ανατολίται υπόκεινται είπερ τινές εις τον αιφνίδιον πανικόν ότι ο φόβος είνε εξόχως μεταδοτική συγκίνησις· ότι πολλοί εξ αυτών είχον ακούσει περί των κραταιών θαυμάτων του Ιησού, και ότι όλοι ήσαν εν γνώσει ότι ηξίου ότι ήτο Προφήτης. Ο τρόπος καθ' ον αντεμετώπισε το μέγα εκείνο πλήθος, το οποίον οι φόβοι του Ιούδα είχον θεωρήσει ουσιώδες διά την σύλληψίν Του, υπεδείκνυέ τι ως έκκλησιν προς δυνάμεις υπερφυείς, κ' εκείνοι είχον αναλάβη να εκτελέσωσιν εν μεσονυκτίοις ώραις μίαν των ενόχων εκείνων πράξεων αίτινες παραλύουσι και τα στιβαρώτερα πνεύματα. Όταν αναλογισθώμεν τούτο, και ενθυμηθώμεν ότι εις πολλάς περιστάσεις η παρουσία και ο λόγος του Χριστού είχον αρκέσει διά να περιστείλωσι την μανίαν του πλήθους, και να Τον φυλάξωσι σώον εν τω μέσω αυτών, δεν είνε ανάγκη να παραδεχθώμεν θαύμα υπερφυές διά να εξηγήσωμεν το γεγονός ότι οι επίσημοι εκείνοι λησταί και ο άτιμος οδηγός των κατεπλάγησαν προς τας απλάς ταύτας λέξεις, «Εγώ ειμι», ως εάν αστραπή είχε καταφλέξει αιφνιδίως τας όψεις των.

Ενώ δε ίσταντο έντρομοι και διστάζοντες εκεί, Αυτός και πάλιν τους ηρώτησε, «Τίνα ζητείτε;» Πάλιν εκείνοι απήντησαν, «Ιησούν τον Ναζωραίον». «Είπον υμίν, απεκρίθη, ότι Εγώ ειμι· ει ουν Εμέ ζητείτε, άφετε τούτους υπάγειν». Διότι Αυτός είχεν ειπεί εν τη προσευχή Του, «Ους δέδωκάς Μοι εφύλαξα, και ουδείς εξ αυτών απώλετο».

Αι λέξεις ήσαν σημείον προς τους Αποστόλους ότι δεν ηδύναντο πλέον να χρησιμεύσωσιν Αυτώ, και ότι ηδύναντο τώρα να συμβουλευθώσι την ιδίαν ασφάλειάν των, αν ήθελον. Αλλ' ότε είδον ότι δεν διενοείτο ν' αντισταθή, ότι ήτο έτοιμος να παραδοθή εις τους εχθρούς Του, η ψυχή του Πέτρου εδονήθη εκ παλμού αισχύνης· Όσον ανωφελής και αν απέβη ήδη πάσα αντίστασις, εκείνος είλκυσε την μάχαιραν, και διά παραφόρου και αστόχου κινήματος απέκοψε το ωτίον Μάλχου τινός καλουμένου, όστις ήτο δούλος του Αρχιερέως. Πάραυτα ο Ιησούς ανεχαίτισε το άκαιρον τούτο κίνημα. «Επίστρεψον την μάχαιράν σου εις την θήκην, είπε τω Πέτρω, ότι πάντες οι λαμβάνοντες μάχαιραν εν μαχαίρα απολούνται». Εάν δεν είχε πρόθεσιν εκουσίως να πληρώση τας Γραφάς, πίνων το ποτήριον όπερ ο Πατήρ Του είχε δώσει αυτώ, δεν θα είχε διά της προσευχής Του την βοήθειαν όχι δώδεκα δειλών Αποστόλων, αλλά δώδεκα λεγεώνων Αγγέλων; Και διά τελευταίας πράξεως θαυματουργού ελέους θίξας εθεράπευσε το τραύμα.

Εν τη συγχύσει της νυκτός όλον το συμβεβηκός τούτο φαίνεται να διήλθεν απαρατήρητον ειμή υπ' ολιγίστων. Όπως και αν έχη, δεν έκαμεν εντύπωσιν εις τους πεπωρωμένους εκείνους ανθρώπους. Ο τρόμος των είχεν εκλίπει, και το θράσος τον αντικατέστησεν. Ο Μέγας Προφήτης εκουσίως παρέδωκεν Εαυτόν· ήτο αιχμάλωτός των. Βροντή δεν είχεν επέλθη· άγγελος δεν κατήλθεν εξ ουρανού να Τον ελευθερώση· πυρ δια θαύματος δεν τους κατέφαγε. Έβλεπον ενώπιόν των άνθρωπον άοπλον και κεκμηκότα, τον οποίον είς των ιδίων οπαδών Του είχε προδώσει, και εις του οποίου την σύλληψιν παρίσταντο απλώς εν ανισχύρω αγωνία ολίγοι έντρομοι Γαλιλαίοι. Τον εκράτουν σφιγκτώς, καί τινες ήδη αρχιερείς και πρεσβύτεροι και αξιωματικοί των φυλάκων του Ναού είχον τολμήσει ήδη να εξέλθωσιν εκ της ενέδρας εξ ης έβλεπον την σύλληψίν Του, και να τρέξωσι περί Αυτόν μεθ' υβριστικής περιεργίας. Προς τούτους ιδίως εστράφη και είπεν αυτοίς, «Ως επί ληστήν εξήλθετε μετά μαχαιρών και ξύλων;» Ότε ήμην καθ' ημέραν μεθ' υμών εν τω Ιερώ δεν ήρατε χείρας εναντίον Μου. Αλλ' αύτη είνε η ώρα σας, και η κακή άδεια του σκότους.

Οι τελευταίοι ούτοι λόγοι απέσβησαν και την υστάτην ακτίνα της ελπίδος εις πνεύματα των οπαδών Του. Τότε οι μαθηταί Του όλοι, και αυτός ο φλογερός Πέτρος, και αυτός ο επιστήθιος Ιωάννης, τον εγκατέλιπον και έφυγον. Κατά την υπερτάτην εκείνην στιγμήν, μόνον είς άγνωστος νεανίσκος (ίσως ήτο ο κτήτωρ του Γεθσημανή, ίσως ο Άγιος Μάρκος ο Ευαγγελιστής, ίσως ο Λάζαρος ο αδελφός της Μάρθας και Μαρίας) απετόλμησε ν' ακολουθήση μακρόθεν, εξόπισθεν του εχθρικού πλήθους. Φαίνεται ότι είχεν εγερθή αποτόμως εκ του ύπνου, διότι ήτο κεκαλυμμένος μόνον διά σινδόνος ή νυκτικής οθόνης, με την οποίαν εκοιμάτο. Αλλ' οι άνθρωποι της σπείρας τον έδραξαν από την σινδόνα, κ' εκείνος τρομάξας άφησε την σινδόνα, και έφυγε γυμνός, ήτοι μόνον με τα εσωτερικά ενδύματα.

Ο Ιησούς ήτο μόνος τώρα εις την εξουσίαν των εχθρών Του. Κατά προσταγήν του χιλιάρχου, αι χείρες Του εδέθησαν όπισθεν των νώτων Του, και στενώς συνέχοντες Αυτόν οι ρωμαίοι στρατιώται, ακολουθούμενοι και περικυκλούμενοι υπό των Ιουδαίων υπηρετών, τον ανήγαγον άνω της χαράδρας του χειμάρρου των Κέδρων, και ανά την απότομον προς την πόλιν ανωφέρειαν πέραν της χαράδρας, και τον έφεραν εις την οικίαν του Αρχιερέως.



Η Θεία Λειτουργία

Η Θεία Λειτουργία στα Αραβικά -

خدمة القداس الإلهي عربي

Πειραϊκὴ Ἐκκλησία

Ακούστε (((ο)))
Πειραϊκή Εκκλησία 912fm

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ

Κάθε λογισμὸς καὶ κάθε αἴσθηση ὁδηγοῦν σταδιακὰ τὴν ψυχὴ εἴτε πρὸς τὸν παράδεισο εἴτε πρὸς τὴν κόλαση.

Ἄν ὁ λογισμὸς εἶναι ἔλλογος, τότε συνδέει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεὸ Λόγο, μὲ τὸν ὕψιστο Λογισμό, μὲ τὴν Παναξία, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ὁ παράδεισος.

παράδεισος

Ἐάν πάλι εἶναι ἄλογος ὁ λογισμὸς ἤ καὶ παράλογος, τότε συνδέει ἀναπόφευκτα τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Παράλογο, τὸν Ἀνόητο, μὲ τὸν διάβολο, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ἡ κόλαση.

Ὅσα ἰσχύουν γιὰ τὸν λογισμὸ, ἰσχύουν καὶ γιὰ τις αἰσθήσεις. Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ, ἀπὸ τὴν γῆ: καὶ ὁ παράδεισος μὰ καὶ ἡ κόλαση τοῦ ἀνθρώπου.

Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Ιωάννου Χρυσοστόμου

Ἐγὼ πατὴρ, ἐγὼ ἀδελφὸς, ἐγὼ νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφὴ, ἐγὼ ἱμάτιον, ἐγὼ ῥίζα, ἐγὼ θεμέλιος, πᾶν ὅπερ ἂν θέλῃς ἐγώ· μηδενὸς ἐν χρείᾳ καταστῇς. Ἐγὼ καὶ δουλεύσω· ἦλθον γὰρ διακονῆσαι, οὐ διακονηθῆναι. Ἐγὼ καὶ φίλος, καὶ μέλος, καὶ κεφαλὴ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ ἀδελφὴ, καὶ μήτηρ, πάντα ἐγώ· μόνον οἰκείως ἔχε πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ πένης διὰ σέ· καὶ ἀλήτης διὰ σέ· ἐπὶ σταυροῦ διὰ σὲ, ἐπὶ τάφου διὰ σέ· ἄνω ὑπὲρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρὶ, κάτω ὑπὲρ σοῦ πρεσβευτὴς παραγέγονα παρὰ τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σὺ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ συγκληρονόμος, καὶ φίλος, καὶ μέλος. Τί πλέον θέλεις; τί τὸν φιλοῦντα ἀποστρέφῃ; τί τῷ κόσμῳ κάμνεις; τί εἰς πίθον ἀντλεῖς τετρημένον;  περισσότερα »»»

Η Ελλάδα και ο Υμνος της Ελευθερίας

Ελληνική σημαία - Ελλάς - Ελευθερία

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Υπεραγία Παρθένος Θεοτόκος Μαρία

Κύριος διασκεδάζει βουλὰς ἐθνῶν, ἀθετεῖ δὲ λογισμοὺς λαῶν καὶ ἀθετεῖ βουλὰς ἀρχόντων· ἡ δὲ βουλὴ τοῦ Κυρίου εἰς τὸν αἰῶνα μένει, λογισμοὶ τῆς καρδίας αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεάν. (Ψαλ. 32, 10-11)

εἰ δέ τις τῶν ἰδίων καὶ μάλιστα τῶν οἰκείων οὐ προνοεῖ, τὴν πίστιν ἤρνηται καὶ ἔστιν ἀπίστου χείρων. (Τιμ.Α 5,8)

Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας

Οἱ ἄνθρωποι καταχρηστικά λέγονται λογικοί. Δεν εἶναι λογικοὶ ὅσοι ἔμαθαν ἀπλῶς τὰ λόγια καὶ τὰ βιβλία τῶν ἀρχαίων σοφῶν, ἀλλ' ὅσοι ἔχουν τὴ λογικὴ ψυχὴ καὶ μποροῦν νὰ διακρίνουν ποιὸ εἶναι τὸ καλὸ καἰ ποιὸ τὸ κακό καὶ ἀποφεύγουν τὰ πονηρὰ καὶ βλαβερὰ στὴν ψυχή, τὰ δὲ ἀγαθὰ καὶ ψυχωφελῆ, τὰ ἀποκτοῦν πρόθυμα μὲ τὴ μελέτη καὶ τὰ ἐφαρμόζουν μὲ πολλὴ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό. Αὐτοὶ μόνοι πρέπει νὰ λέγονται ἀληθινὰ λογικοὶ ἄνθρωποι.

St Antony the Great

Ἐφ᾿ ὅσον ἐννοεῖς τὰ περὶ Θεοῦ, νὰ εἶσαι εὐσεβής, χωρὶς φθόνο, ἀγαθός, σώφρων, πράος, χαριστικὸς κατὰ δύναμιν, κοινωνικός, ἀφιλόνεικος καὶ τὰ ὅμοια. Διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ἀπαραβίαστο ἀπόκτημα τῆς ψυχῆς, νὰ ἀρέσει στὸ Θεὸ μὲ τέτοιες πράξεις καὶ μὲ τὸ νὰ μὴν κρίνει κανέναν καὶ νὰ λέει γιὰ κανέναν, ὅτι ὁ δείνα εἶναι κακὸς καὶ ἁμάρτησε. Ἀλλὰ καλλίτερο εἶναι νὰ συζητᾶμε τὰ δικά μας κακά, καὶ νὰ ἐρευνᾶμε μέσα μας τὴ δική μας πολιτεία, ἐὰν εἶναι ἀρεστὴ στὸ Θεό. Διότι, τί μᾶς μέλει ἐμᾶς, ἐὰν ὁ ἄλλος εἶναι πονηρός;