Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός | Ορθόδοξοι Πατέρες Our Lord Jesus Christ | Orthodox Fathers

»»»    Ο Βίος του Χριστού / 58. Ο Ιησούς ενώπιον των Ιερέων και του Συνεδρίου

58. Ο Ιησούς ενώπιον των Ιερέων και του Συνεδρίου


Ο Άννας — Ο χαρακτήρ του — Φαρισαίοι και Σαδδουκαίοι — Γεννήματα εχιδνών — «Ούτως αποκρίνη τω Αρχιερεί;» Εν τη αυλή του Καϊάφα — «Εζήτουν ψευδομαρτυρίαν» — «Καταλύσαι τον Ναόν τούτον» — Σιωπή του Ιησού — Απόνοια του Καϊάφα — Ο εξορκισμός του — «Βλασφημεί!» — «Ένοχος θανάτου εστί»

Καίτοι οι απιστούντες ενδιέτριψαν μετά δυσαναλόγου επιμονής επί πληθύος «ασυμφωνιών» εν τη τετραπλή αφηγήσει της δίκης, της καταδίκης, και του θανάτου του Χριστού, αύται δεν είνε ικαναί να προξενήσωσι την ελαχίστην ανησυχίαν εις τον χριστιανόν μελετητήν· ούτε δύνανται να εξεγείρωσι και την πλέον στιγμιαίαν δυσπιστίαν εις πάντα άνθρωπον όστις, και αν δεν έχη βαθύτερα αισθήματα εις την υπόθεσιν και δεν θέλη να παραδεχθή την θεοπνευστίαν, προσέρχεται εις τα Ευαγγέλια άνευ προκαταλήψεως, και δέχεται ταύτα απλώς ως ιστορίας ειλικρινείς, εφ' όσον έγκειται εν τη γνώσει των συγγραφέων, αλλά, καθ' εαυτά λαμβανόμενα, επιτομάς ατελείς. Μετά επισταμένας μελέτας, αφόβως αποφαίνομαι, ότι καίτοι αι μικραί παραλλαγαί είνε πολλαί, ου μόνον ουδεμία αντίφασις υπάρχει, αλλ' είς έκαστος των Ευαγγελιστών συμπληροί τας λεπτομερείας όσας παρέχει ο άλλος, και συνδιαζομένων όλων, δυνάμεθα να κατανοήσωμεν την αληθή των συμβεβηκότων συνέχειαν. Ου μόνον δεν φαίνονται αβάσιμα, αλλά φέρουσιν εν εαυτοίς ανεξίτηλον την σφραγίδα της πεποιθήσεως και της βεβαιότητος. Μετ' επιμελείας δε και προσοχής αναγινώσκοντες βλέπομεν ότι οι τέσσαρες ευαγγγελισταί ιστορούσιν εξαπλήν δίκην, τετραπλούν εμπαιγμόν, τριπλήν αθώωσιν, δις επαναληφθείσαν καταδίκην του Χριστού του Κυρίου ημών.

Αναγινώσκοντες παραλλήλως τα Ευαγγέλια, βλέπομεν ότι εκ των τριών δοκιμασιών τας οποίας ο Κύριος υπέστη εις τας χείρας των Ιουδαίων, πρώτη μόνον, η ενώπιον του Άννα, αναφέρεται υπό του Ιωάννου· η δευτέρα, η ενώπιον του Καϊάφα, υπό του Ματθαίου και Μάρκου· η τρίτη, η ενώπιον του Συνεδρίου, υπό του Λουκά. Ουχ ήττον, ο Ιωάννης διακριδόν αναφέρει την δευτέραν δίκην, ο δε Ματθαίος και ο Μάρκος υπονοούσι την τρίτην· ο Λουκάς, καίτοι αρκείται εις την αντιγραφήν της τρίτης, εναργώς και ούτος αφήνει χώρον διά την πρώτην και την δευτέραν.

Ήτο δε η πρώτη η πρακτική, η δευτέρα η δυναμική, η τρίτη η ενεργός και ρητή απόφασις ότι έπρεπεν εις θάνατον να καταδικασθή. Εκάστη των τριών δοκιμασιών θα ηδύνατο, εκ διαφόρου απόψεως, να θεωρηθεί ως η κρισιμωτέρα και σπουδαιοτέρα των τριών. Η του Άννα ήτο η ημιεπίσημος προανάκρισις, η του Καϊάφα η πραγματική απόφασις, η του όλου Συνεδρίου περί την πρωίαν η οριστική κύρωσις.

Ότε ο χιλίαρχος, ο άρχων του αποσπάσματος των ρωμαίων στρατιωτών, διέταξε να δεσμευθή ο Ιησούς, εκείνοι Τον απήγαγον άνευ αποπείρας προς αντίστασιν. Μεσονύκτιον είχε παρέλθη ήδη καθώς Τον έσυραν εις την οικίαν του Αρχιερέως. Φαίνεται δε ότι αύτη κατείχετο άμα υπό των δύο πρωταιτίων της φοβέρας ανομίας, του Άννα, και του γαμβρού του, Καϊάφα. Τον έφεραν προς τον Άνναν πρώτον. Εκεί διεξήχθη το πρώτον μέρος της δίκης, πιθανώς εν χθαμαλώ θαλάμω ανοιγομένω προς την αυλήν. Είνε αληθές ότι ο Άννας είχε παυθή υπό των Ρωμαίων από το αξίωμα του Αρχιερέως, και τον είχε διαδεχθή πρώτον ο Φαβής, είτα ο υιός του Ελεάζαρ, είτα ο γαμβρός του Ιωσήφ Καϊάφας. Αλλ' οι αυστηροί τηρηταί του νόμου μόνον βεβιασμένως ανεγνώριζον τους διαδόχους του, και εθεώρουν τον Άνναν πάντοτε ως δικαιώματι αρχιερέα. Από των ημερών Ηρώδου, του Μεγάλου καλουμένου, η αρχιερατεία είχεν εκπέσει από διαρκούς θρησκευτικού αξιώματος εις πρόσκαιρον κοσμικόν τίτλον.

Ενώπιον άρα του Άννα προσήχθη ο Ιησούς πρώτον ως δεσμώτης εις το δικαστήριον. Ο Ιώσηπος θαυμάζει και μακαρίζει τον Άνναν τούτον, ως φθάσαντα εις βαθύ γήρας, αρχιερατεύσαντα αυτόν, και αξιωθέντα να ίδη πέντε υιούς του και έκτον τον γαμβρόν του αρχιερείς. Αλλά να θαυμάζηταί τις υπό τοιούτου εξωμότου, οίος ο Ιώσηπος, είνε πολύ αμφίβολον ευτύχημα. Μεθ' όλην την ευτυχίαν του ο Χανάν (ή Άννας, ή Άνανος) φαίνεται να άφησεν οπίσω του κακόν όνομα, και αρκετά γνωρίζομεν περί του χαρακτήρος του όπως μάθωμεν ότι ήτο πανούργος, τυραννικός και φιλόκοσμος Σαδδουκαίος, πλήρης χαμερπούς κακίας και ευτελείας. Ενώπιον του μοχθηρού τούτου ανθρώπου προσήχθη ο Σωτήρ του κόσμου διά ν' ανακριθή.

Και υπήρχον ισχυροί λόγοι ίνα ο Ευαγγελιστής Ιωάννης διατηρήση ημίν όλην την φάσιν ταύτην της δίκης. Χρειάζεται να παρέλθωσιν έτη τινά όπως οι άνθρωποι δυνηθώσι να ίδωσι τον πρώτον υποκινητήν συμβάντων εις τα οποία υπήρξαν σύγχρονοι. Κατ' αρχάς, ο κατά το φαινόμενο δράστης ή πράκτωρ θεωρείται συνήθως ως ο μάλλον υπεύθυνος, καίτοι δυνατόν πράγματι να είνε απλούς κρίκος εν τω επισήμω μηχανισμώ. Αλλ' εάν υπήρξεν είς άνθρωπος πλέον ένοχος των άλλων διά τον θάνατον του Χριστού, ο άνθρωπος ήτο ο Άννας. Το προβεβηκός της ηλικίας του, το αξίωμα και η επιρροή του, έδιδον εξαιρετικήν βαρύτητα εις την προνομιακήν απόφασίν του. Ήτο φίλος των Ηρωδών και των πραιτώρων, και απέδωκεν, ως φαίνεται, πολιτικήν σημασίαν εις την διδασκαλίαν του Ιησού, εφοβήθη δε μη ο Ιησούς αποξενώση το πλήθος από της αρχιερατικής επιρροής. Είνε αξιοσημείωτον ότι, καίτοι οι Φαρισαίοι ηλαύνοντο υπό φλέγοντος μίσους κατά του Ιησού και ήσαν τόσον ανυπόμονοι διά τον θάνατόν Του, ώστε προθύμως να συμπράξωσι με τους αριστοκρατικούς και αρχιερατεύοντας Σαδδουκαίους (από των οποίων συνήθως εχωρίζοντο διά παντοίων διαφορών, πολιτικών, κοινωνικών και θρησκευτικών), ουχ ήττον, από της στιγμής καθ' ην η σκευωρία διά την σύλληψιν και την καταδίκην Του ωρίμασεν, οι Φαρισαίοι τόσω ολίγον μέρος έλαβον εν αυτή, ώστε το όνομά των ουδέ άπαξ προεχόντως μνημονεύεται έν τινι συμβεβηκότι σχετιζομένω προς την σύλληψιν, την δίκην, τους χλευασμούς και την σταύρωσιν. Οι Φαρισαίοι εκλείπουσιν· οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι λαμβάνουσι την θέσιν των. Είνε δε αμφίβολον άν τινες εκ των εγκριτωτέρων Φαρισαίων ήσαν μέλη του εκπεπτωκότος εκείνου ειδώλου της εξουσίας, το οποίον εις τας κακάς εκείνας ημέρας εγαυρία ακόμη με τον τίτλον του Συνεδρίου. Εάν πιστεύσωμεν το Ταλμούδ, το Συνέδριον ήτο άθρησκος, άπατρις ομοσπονδία ιερέων καπηλευομένων τα ιερά και τα όσια, η δε οικογένεια του Χανάν ή του Άννα και αυτός ο ίδιος, υποστηριζόμενοι υπό της Ρωμαϊκής εξουσίας, αλλά μισούμενοι υπό του λαού, ήσαν η ψυχή και η ζωή του πονηρού εκείνου σωματείου.

Δυνάμεθα προσέτι να συμπεράνωμεν ότι η μανία των Σαδδουκαίων και ιερέων εξήφθη κατά του Χριστού ένεκα των λόγων και των πράξεων Αυτού εν σχέσει προς τον Ναόν, τον οίκον του Θεού, τον οποίον ούτοι εθεώρουν ως αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν και νόμημά των, και κατ' εξοχήν εκ του δευτέρου καθαρισμού του Ναού, του δημοσία υπ' Αυτού γενομένου εσχάτως. Και εις τους τρεις συνοπτικούς Ευαγγελιστάς ευρίσκομεν ότι οι εγκαλούντες τον Ιησούν διά την πράξιν ταύτην δεν είνε Φαρισαίοι, αλλ' Ιερείς και Γραμματείς, οίτινες φαίνονται λαβόντες εξ αυτής νέαν μανιώδη ώθησιν όπως ζητώσι τον όλεθρόν Του.

Αλλ' υπάρχει άρα και άλλος λόγος; Ναι, διότι δυνάμεθα να υποθέσωμεν εκ του Ταλμούδ ότι η πράξις αύτη έτεινε να πληγώση την φιλαργυρίαν των, να βλάψη τα αθέμιτα κέρδη των. Η φιλαργυρία, η νόσος του Ιούδα, η νόσος όλης της Ιουδαϊκής φυλής, φαίνεται ότι υπήρξε και η δεσπόζουσα κακία της οικογενείας του Άννα. Υπάρχουσι λόγοι να πιστεύσωμεν ότι τα εμπορεία και τα αργυραμοιβεία, τα οποία είχον καθιδρυθή υπό τας στοάς του Ναού, και τα οποία ο Χριστός εν αγανακτήσει διεσκόρπισε, ου μόνον ήσαν εγκεκριμένα υπό της εξουσίας των αρχιερέων τούτων, αλλ' ήσαν διωργανισμένα προς ίδιον κέρδος των. Υπήρχον ισχυροί λόγοι όπως ο Άννας, ο κορυφαίος αντιπρόσωπος των γεννημάτων τούτων των εχιδνών, ως τους αποκαλεί είς των συγγραφέων του Ταλμούδ, καταβάλη πάσαν προσπάθειαν όπως επιφέρη τον όλεθρον Προφήτου, του οποίου αι πράξεις έτεινον να καταστήσωσιν αυτόν και την οικογένειάν του πτωχούς και ασήμους.

Το ότι ο Άννας δεν ετόλμησε να ομολογήση τα αισθήματα και τας αφορμάς ταύτας, ηναγκάσθη μάλιστα να τηρήση ταύτα όλως μυστικά, θα ηύξανε μόνον το βάθος της πικρίας του. Και η μέθοδος της ενεργείας του φαίνεται να υπήρξε τόσον έκνομος όσον ήτο και το ότι ανέλαβεν εν τοιούτω τόπω και τοιαύτη ώρα, δικαστικά καθήκοντα. Επιθυμών ν' ανακαλύψη σκιάν τινα κατηγορίας επί λαθραία αποστασία ή επί κακοδοξία επηρώτησε τον Ιησούν περί των μαθητών Αυτού και περί της διδαχής Αυτού. Η απάντησις, ατάραχος, ενείχε βαθείαν επιτίμησιν. Εγώ παρρησία ελάλησα προς τον κόσμον. Εγώ πάντοτε εδίδαξα εν τη Συναγωγή και εν τω Ιερώ, όπου οι Ιουδαίοι συνέρχονται, και εν κρυπτώ ελάλησα ουδέν. Τι με επερωτάς; Επερώτησον τους ακούσαντές Με τι είπον αυτοίς. Ίδε, ούτοι οίδασι τι ελάλησα Εγώ». Η εμφαντική επανάληψις του Εγώ, και αύτη η ασυνήθης σημαντική τοποθέτησίς του εις το τέλος της προτάσεως, δεικνύουσιν ότι αντίθεσις ήτο ίσως το σκοπούμενον· ως εάν έλεγεν, «Το μεσονύκτιον τούτο, η στάσις αύτη, η μυστικότης, η άκοσμος αύτη παρωδία της δικαιοσύνης, είνε &σα&, όχι &Εμά&. Ουδέποτε υπήρξεν απόκρυφόν τι εν τη διδαχή Μου· ουδέποτε έκρυψα τας πράξεις μου. Αλλά &συ&, και &σα». Και αυτοί οι κόλακες και οι θεράποντες του Άννα ησθάνθησαν το σφαλερόν της θέσεως του κυρίου των υπό την επιτίμησιν ταύτην· ησθάνθησαν ότι ενώπιόν της αθωότητος του νεαρού τούτου Ραβδί του εκ Ναζαρέτ, η υποκρισία του γηραιού Σαδδουκαίου εταπεινώθη. «Ούτως αποκρίνη τω Αρχιερεί;» είπεν είς τούτων μετά θυμού και ύβρεως· και χωρίς ο κύριός του να τον επιπλήξη, εβεβήλωσε διά του πρώτου ατίμου ραπίσματος το ιερόν πρόσωπον του Χριστού. Τότε πρώτον το πρόσωπον τούτο, εις το οποίον οι Άγγελοι θεωρούσιν ως τα βρέφη εις την λαμπράν του ηλίου ακτίνα, επλήγη υπό αθλίου δούλου. Την ύβριν υπέφερεν ο Χριστός μετ' ευγενούς πραότητος. Και ο απόστολος Παύλος, όταν ομοίως υβρίσθη, οργισθείς κατηράσθη τον υβριστήν. «Ο Θεός πλήξαι σε, κεκολιαμένε τοίχε»· αλλ' Αυτός, ο Υιός του Θεού, ο ασυγκρίτως υπέρτερος των Αγγέλων και των Αποστόλων, άνευ οργής και ηρέμα επετίμησε τον αναιδή υβριστήν, «Ει κακώς ελάλησα, μαρτύρησον περί του κακού· ει δε καλώς, τι Με δέρεις;» Ήτο προφανές ότι ουδέν περισσότερον ηδύνατο ν' αποσπασθή απ’ Αυτού· ότι ενώπιόν τοιούτου δικαστηρίου δεν θα απεκρίνετο εις άλλην ερώτησιν. Δέσμιος, εις σημείον ότι έμελλε να καταδικασθή, καίτοι ανεξέταστος και αναπολόγητος, εστάλη υπό του Άννα μέσον της αυλής προς τον Καϊάφαν τον γαμβρόν του, τον ελέω του Ρωμαίου πραίτωρος τιτλούχον Αρχιερέα.

Ο Καϊάφας, όπως και ο πενθερός του, ήτο Σαδδουκαίος, εξ ίσου πανούργος και ασυνείδητος όσον ο Άννας, αλλά πεπροικισμένος με ολιγωτέραν δύναμιν θελήσεως και χαρακτήρος. Εν τη οικία του διεξήχθη το δεύτερον ιδιωτικόν και έκνομον στάδιον της δίκης. Εκεί (διότι, ενώ οι πτωχοί Απόστολοι δεν ίσχυσαν ν' αγρυπνήσωσιν επί μίαν ώραν εν συμπαθεί προσευχή, οι ανόσιοι ούτοι σκευωροί ηδύναντο ν' αγρυπνώσι παννύχιοι εν τη θανασίμω κακία των) τινές των πλέον απεγνωσμένων εχθρών του Ιησού μεταξύ των Ιερέων και Σαδδουκαίων είχον συνέλθη. Όπως γείνη απαρτία του Συνεδρίου έπρεπε να είνε τουλάχιστον εικοσιτρία των μελών παρόντα. Και δυνάμεθα ίσως να εικάσωμεν ότι το ιδιαίτερον τούτο σώμα ενώπιον του οποίου ο Χριστός είχε προσαχθή ήδη συνέκειτο κατά το πλείστον εξ ιερέων. Ήτο δε, ως φαίνεται, μία επιτροπεία ή τμήμα εκ συνέδρων, και ιδίως ιερέων, το οποίον δύναται να ληφθή αντί όλου του συνεδρίου.

Αλλ' οποιαδήποτε και αν ήτο η φύσις του δικαστηρίου, ου προήδρευε νυν ο Καϊάφας, είνε πρόδηλον ότι οι ιερείς εβιάσθησαν ν' αλλάξωσιν τακτικήν. Αντί να προσπαθώσιν, ως ο Άννας, να εκπτοήτωσι και περιπλέξωσι τον Ιησούν με δολεράς ερωτήσεις, και ούτω να Τον ενοχοποιήσωσιν επί κρυφία δήθεν αποστασία, επροσπάθησαν τώρα να Τον στιγματίσωσι διά του εγκλήματος της δημοσίας πλάνης. Πράγματι αι ίδιαι πικραί διαιρέσεις των καθίστων δύσκολον το έργον του ελέγχου. Εάν ενδιέτριβον επί τινος υποτιθεμένης εναντιότητος, προς την πολιτικήν εξουσίαν, τούτο θα επέσυρεν τας συμπαθείας των Φαρισαίων υπέρ Αυτού. Εάν επέμενον επί των δήθεν αθετήσεων του Σαββάτου και της ολιγωρίας των εθίμων και παραδόσεων, τούτο θα συνεφώνει με τας σκέψεις των Σαδδουκαίων. Οι Σαδδουκαίοι δεν ετόλμων να εγκαλέσωσιν Αυτόν διά την αποκάθαρσιν του Ναού· οι Φαρισαίοι, ή εκείνοι οίτινες τους αντιπροσώπευον, ανωφελές ενόμισαν να επανέλθωσιν εις τας περί των παραδόσεων καταγγελίας Του. Πλην ο Ιησούς ασυγκρίτως ευγενέστερος και του ευγενεστάτου των Αποστόλων Του, δεν θα ήθελε ποτέ να συνδαυλίση τας λανθανούσας ταύτας εχθροπαθείας, ή να επικαλεσθή προς ιδίαν απελευθέρωσίν Του μίαν έριδα των κοιμωμένων τούτων προλήψεων. Δεν διετάραξε την πρόσκαιρον λυκοφιλίαν ήτις ήνωσεν αυτούς εις κοινήν έχθραν εναντίον Του. Αφού άρα δεν είχον επ' ουδενός άλλου να βασισθώσιν, οι Αρχιερείς και το Συνέδριον όλον «εζήτουν ψευδομαρτυρίαν» (τοιαύτη η τρομερά απλή έκφρασις των Ευαγγελιστών) «εζήτουν ψευδομαρτυρίαν κατά Του Ιησού ώστε θανατώσαι Αυτόν». Πολλάκις άνθρωποι διεστραμμένοι και άρπαγες ζητούσι ψευδομάρτυρας· και αι δυνάμεις του πονηρού συνήθως τους προμηθεύουσιν εις αυτούς. Αν και οι πράκτορες των ιερέων τούτων ήσαν πρόθυμοι να ψεύδωνται, αλλ' όμως οι ψευδομάρτυρες όσοι προσήλθον κατέθεσαν τόσον αντιφατικά και παράλογα, ώστε και αυτοί οι άδικοι δικασταί δεν ηδύναντο ευσχήμως να δεχθώσι την μαρτυρίαν των.

Τέλος προσελθόντες δύο ψευδομάρτυρες είπον: «Ούτος έφη, Δύναμαι καταλύσαι τον Ναόν τούτον — ή, κατ' άλλην έκδοσιν, Καταλύσω τον Ναόν τούτον — και εν τρισίν ημέραις εγερώ αυτόν». Το αληθές ήτο ότι δεν είχεν ειπεί ούτε το έν ούτε το άλλο, αλλ' είχεν ειπεί: «Καταλύσατε τον Ναόν τούτον»· και η προστακτική είχε μόνον απευθυνθή υποθετικώς προς αυτούς. Αυτοί έμελλον να ήνε οι καταλύται· Εκείνος είχεν υποσχεθή μόνον ότι θ’ ανακτίση. Ήτο μία των ψευδορκιών εκείνων, ήτις ήτο τόσω μάλλον ψεύδορκος, όσω έφερεν απωτέραν τινά ομοιότητα προς την αλήθειαν. Δώσαντες διάφορον απόχρωσιν εις τους αληθείς λόγους Του, είχον, με την αφέλειαν της συκοφαντίας, ανατρέψει το νόημά των, και ήλπιζον να θεμελιώσωσιν επ' αυτών κατηγορίαν επί βλασφημία. Αλλά και αύτη η ψευδορκία ανετράπη άρδην, και ο Ιησούς ήκουεν εν σιωπή ενώ οι διηρημένοι εχθροί Του απελπιστικώς συνέχεον αλλήλων τας μαρτυρίας. Η ενοχή πολλάκις κατέρχεται εις δικαιολογίας όπου η αθωότης μένει άφωνος. Υπέμενεν ώστε οι ψευδείς κατήγοροί Του και οι ψευδείς ακροαταί των να περιπλέκωνται εις τα δίκτυα των ιδίων κακοβούλων ψευδών των, και η σιωπή του αθώου Ιησού εξιλέου τας πάλαι δικαιολογίας του ενόχου Αδάμ.

Αλλ' η μεγαλοπρεπής εκείνη σιωπή τους ετάραττε, τους συνέχεε, τους εμώραινε. Κατεβάρυνεν αυτούς με αφόρητον το άχθος της αυτοκαταδίκης. Ησθάνοντο ενώπιον της σιωπής εκείνης ως εάν αυτοί ήσαν οι ένοχοι και Εκείνος ο δικαστής. Και επειδή παν φαρμακερόν βέλος των έπιπτεν άπρακτον εις τους πόδας, ως να εθραύετο κατά της αδαμαντίνης ασπίδος της αθωότητός Του, ήρχισαν να φοβώνται μήπως, μεθ' όλα ταύτα, η δίψα των διά το αίμα του μείνη άσβεστος, και η σκευωρία των ανατραπή. Ο Προφήτης ούτος ο εκ Ναζαρέτ θα υπερίσχυε κατ' αυτών, απλώς δι' έλειψιν ολίγων ψευδών περιτέχνων; Και ήτο η ζωή Του γοητευμένη δι' επωδών και κατά της συκοφαντίας της δι' όρκων επιβεβαιουμένης; Ήτο αφόρητον!

Τότε ο Καϊάφας εκυριεύθη υπό παροξυσμού φόβου και οργής. Εγερθείς από της έδρας του και σταθείς εις το μέσον, με ποίαν φωνήν, με ποίαν στάσιν, δυνάμεθα να φαντασθώμεν! «Ουδέν αποκρίνη; Εφώνησε· τι ούτοι σου καταμαρτυρούσι;» Αλλ' η φοβερά σιωπή του Ιησού έμεινεν αδιατάρακτος.

Τότε, φθάσας εις απόνοιαν και μανίαν, ο ψευδής ούτος Αρχιερεύς, τηρών εισέτι απειλητικήν στάσιν κατά του Ιησού, ανέκραξεν, «Εξορκίζω Σε κατά του Θεού του ζώντος ένα ημίν είπης» τι; αν είσαι κακοποιός; αν κρυφίως εκίνησας εις στάσιν; αν φανερώς βλασφημίαν εξέφερες; — όχι, αλλά (και η ερώτησις έδειξε την θεοστεγή πονηρίαν, την υπολανθάνουσαν εν όλη τη θανασίμω κατ' Εκείνου συνομωσία των) «ει Συ ει ο Χριστός, ο Υιός του Θεού».

Παράδοξον ερώτημα προς δέσμιον, ανυπεράσπιστον, κατάδικον· και παράδοξον ερώτημα παρά τοιούτου εξεταστού, αρχιερέως του λαού! Παράδοξον ερώτημα εκ μέρους του δικαστού όστις εζήτει να εύρη ψευδομαρτυρίας κατά του δεσμώτου! Αλλ' όμως ούτω πως ορκιζόμενος, και προς τοιούτον ερώτημα, ο Ιησούς δεν ηδύνατο να σιωπήση· επί τοιούτου κεφαλαίου δεν ηδύνατο ν' αφήση χώρον ανοικτόν προς παρερμήνευσιν. Εις τας ημέρας του κηρύγματός Του, όταν ήσαν έτοιμοι να τον λάβωσι διά της βίας όπως ποιήσωσιν Αυτόν Βασιλέα, εις τας ημέρας καθ' ας το να κηρύξη Εαυτόν Μεσσίαν κατά την έννοιάν των ήτο ως να έβαινε προς συνάντησιν αυτών εις το ήμισυ της οδού, μεθ' όλων των εμπαθών προλήψεών των, εις τας ημέρας εκείνας είχε τηρήσει το αξίωμα του Μεσσίου εν σιωπή· αλλά τώρα, κατά την φοβεράν ταύτην κρίσιμον στιγμήν, ότε ο θάνατος επέκειτο, ότε (ανθρωπίνως και προσκαίρως) ουδέν κέρδος, ζημία δε μάλλον θα προσεγίνετο εκ της ομολογίας, εδόνησε και διεπέρασεν όλας τας γενεάς, διεπέρασε την αιωνιότητα ήτις είνε ο συγχρονισμός όλου του μέλλοντος, και όλου του παρόντος, και όλου του παρελθόντος, η πάνδημος απόκρισις, «Συ είπας&· και όψεσθε τον του Ανθρώπου καθήμενον εκ δεξιών της δυνάμεως, και ερχόμενον επί των νεφελών του ουρανού». Εν τη απαντήσει ταύτη η βροντή εβρυχάτο, βροντή μεγαλοφωνοτέρα της εν Σινά, καίτοι τα ώτα των κυνικών και των Σαδδουκαίων δεν την ήκουσαν τότε, ουδέ την ακούουσι τώρα. Δεινοποιών τραγικώς την απαίσιον φρίκην του, ο άνομος δικαστής όστις είχεν αναπληρώσει ούτω τας ελλείψεις των ψευδομαρτύρων τους οποίους μάτην είχε ζητήσει, ο ψευδής Αρχιερεύς διαρρήξας τα ιμάτια του ενώπιόν του Αληθούς, εζήτησε παρά του Συνεδρίου την άμεσον καταδίκην Εκείνου.

«Εβλασφήμησε! Τι έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων; Ίδε, νυν ηκούσατε την Βλασφημίαν Αυτού. Τι υμίν δοκεί;» Και με την συγκεχυμένην ταραχώδη κραυγήν «Ις μαβέθ!» Ένοχος θανάτου εστί!» το σκοτεινόν Συνέδριον διελύθη, και το δεύτερον στάδιον της δίκης του Ιησού έληξε.



Η Θεία Λειτουργία

Η Θεία Λειτουργία στα Αραβικά -

خدمة القداس الإلهي عربي

Πειραϊκὴ Ἐκκλησία

Ακούστε (((ο)))
Πειραϊκή Εκκλησία 912fm

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ

Κάθε λογισμὸς καὶ κάθε αἴσθηση ὁδηγοῦν σταδιακὰ τὴν ψυχὴ εἴτε πρὸς τὸν παράδεισο εἴτε πρὸς τὴν κόλαση.

Ἄν ὁ λογισμὸς εἶναι ἔλλογος, τότε συνδέει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεὸ Λόγο, μὲ τὸν ὕψιστο Λογισμό, μὲ τὴν Παναξία, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ὁ παράδεισος.

παράδεισος

Ἐάν πάλι εἶναι ἄλογος ὁ λογισμὸς ἤ καὶ παράλογος, τότε συνδέει ἀναπόφευκτα τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Παράλογο, τὸν Ἀνόητο, μὲ τὸν διάβολο, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ἡ κόλαση.

Ὅσα ἰσχύουν γιὰ τὸν λογισμὸ, ἰσχύουν καὶ γιὰ τις αἰσθήσεις. Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ, ἀπὸ τὴν γῆ: καὶ ὁ παράδεισος μὰ καὶ ἡ κόλαση τοῦ ἀνθρώπου.

Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Ιωάννου Χρυσοστόμου

Ἐγὼ πατὴρ, ἐγὼ ἀδελφὸς, ἐγὼ νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφὴ, ἐγὼ ἱμάτιον, ἐγὼ ῥίζα, ἐγὼ θεμέλιος, πᾶν ὅπερ ἂν θέλῃς ἐγώ· μηδενὸς ἐν χρείᾳ καταστῇς. Ἐγὼ καὶ δουλεύσω· ἦλθον γὰρ διακονῆσαι, οὐ διακονηθῆναι. Ἐγὼ καὶ φίλος, καὶ μέλος, καὶ κεφαλὴ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ ἀδελφὴ, καὶ μήτηρ, πάντα ἐγώ· μόνον οἰκείως ἔχε πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ πένης διὰ σέ· καὶ ἀλήτης διὰ σέ· ἐπὶ σταυροῦ διὰ σὲ, ἐπὶ τάφου διὰ σέ· ἄνω ὑπὲρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρὶ, κάτω ὑπὲρ σοῦ πρεσβευτὴς παραγέγονα παρὰ τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σὺ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ συγκληρονόμος, καὶ φίλος, καὶ μέλος. Τί πλέον θέλεις; τί τὸν φιλοῦντα ἀποστρέφῃ; τί τῷ κόσμῳ κάμνεις; τί εἰς πίθον ἀντλεῖς τετρημένον;  περισσότερα »»»

Η Ελλάδα και ο Υμνος της Ελευθερίας

Ελληνική σημαία - Ελλάς - Ελευθερία

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Υπεραγία Παρθένος Θεοτόκος Μαρία

Κύριος διασκεδάζει βουλὰς ἐθνῶν, ἀθετεῖ δὲ λογισμοὺς λαῶν καὶ ἀθετεῖ βουλὰς ἀρχόντων· ἡ δὲ βουλὴ τοῦ Κυρίου εἰς τὸν αἰῶνα μένει, λογισμοὶ τῆς καρδίας αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεάν. (Ψαλ. 32, 10-11)

εἰ δέ τις τῶν ἰδίων καὶ μάλιστα τῶν οἰκείων οὐ προνοεῖ, τὴν πίστιν ἤρνηται καὶ ἔστιν ἀπίστου χείρων. (Τιμ.Α 5,8)

Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας

Οἱ ἄνθρωποι καταχρηστικά λέγονται λογικοί. Δεν εἶναι λογικοὶ ὅσοι ἔμαθαν ἀπλῶς τὰ λόγια καὶ τὰ βιβλία τῶν ἀρχαίων σοφῶν, ἀλλ' ὅσοι ἔχουν τὴ λογικὴ ψυχὴ καὶ μποροῦν νὰ διακρίνουν ποιὸ εἶναι τὸ καλὸ καἰ ποιὸ τὸ κακό καὶ ἀποφεύγουν τὰ πονηρὰ καὶ βλαβερὰ στὴν ψυχή, τὰ δὲ ἀγαθὰ καὶ ψυχωφελῆ, τὰ ἀποκτοῦν πρόθυμα μὲ τὴ μελέτη καὶ τὰ ἐφαρμόζουν μὲ πολλὴ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό. Αὐτοὶ μόνοι πρέπει νὰ λέγονται ἀληθινὰ λογικοὶ ἄνθρωποι.

St Antony the Great

Ἐφ᾿ ὅσον ἐννοεῖς τὰ περὶ Θεοῦ, νὰ εἶσαι εὐσεβής, χωρὶς φθόνο, ἀγαθός, σώφρων, πράος, χαριστικὸς κατὰ δύναμιν, κοινωνικός, ἀφιλόνεικος καὶ τὰ ὅμοια. Διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ἀπαραβίαστο ἀπόκτημα τῆς ψυχῆς, νὰ ἀρέσει στὸ Θεὸ μὲ τέτοιες πράξεις καὶ μὲ τὸ νὰ μὴν κρίνει κανέναν καὶ νὰ λέει γιὰ κανέναν, ὅτι ὁ δείνα εἶναι κακὸς καὶ ἁμάρτησε. Ἀλλὰ καλλίτερο εἶναι νὰ συζητᾶμε τὰ δικά μας κακά, καὶ νὰ ἐρευνᾶμε μέσα μας τὴ δική μας πολιτεία, ἐὰν εἶναι ἀρεστὴ στὸ Θεό. Διότι, τί μᾶς μέλει ἐμᾶς, ἐὰν ὁ ἄλλος εἶναι πονηρός;