Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός | Ορθόδοξοι Πατέρες Our Lord Jesus Christ | Orthodox Fathers

»»»    Ο Βίος του Χριστού / 59. Τα μεταξύ της δίκης

59. Τα μεταξύ της δίκης


Οι εμπαιγμοί κατά του Ιησού — Η αυλή του Αρχιερέως — Αι αρνήσεις του Πέτρου — «Η λαλιά σου δήλον σε ποιεί» — Το βλέμμα του Ιησού — Η μετάνοια του Πέτρου — Αι ύβρεις των υπηρετών — Η τρίτη φάσις της δίκης — Ο Ιησούς λύει την σιωπήν — Η καταδίκη

«Τον νώτον μου έδωκα εις μάστιγας, και τας σιαγόνας εις ραπίσματα, το δε πρόσωπόν μου ουκ απεστράφη από αισχύνης εμπτυσμάτων». (Ησαΐας.)

Και ιδού πώς υπεδέχθησαν οι Εβραίοι τον επηγγελμένον Μεσσίαν των, τον περιμενόμενον μετά περιπαθούς ελπίδος από δισχιλίων ετών καταδικασθέντες έκτοτε να τήκωνται εν πικρά αγωνία επί άλλα δισχίλια σχεδόν έτη! Από της στιγμής ταύτης εθεωρήθη υφ' όλων των παρόντων εν τη Ιουδαϊκή αυλή ως αιρετικός, υποκείμενος εις τον διά λιθοβολήσεως θάνατον· και ετηρείτο υπό φύλαξιν μόνον μέχρι της ανατολής της ημέρας, επειδή εν ημέρα μόνον, και εν τη λεγομένη Στοά της Κρίσεως, και μόνον εν πλήρει συνελεύσει όλου του Συνεδρίου, ηδύνατο νομικώς να καταδικασθή. Και επειδή τον εθεώρουν ήδη ως πρόσωπον κατάλληλον όπως υβρίζηται ατιμωρητεί, εχαιρετίσθη διά μέσου της αυλής μέχρι της φυλακής διά πληγμάτων και αρών, εις τας οποίας δυνατόν να έλαβον μέρος όχι μόνον οι μίσθαρνοι και οι υπηρέται, αλλά και οι ψυχροί και νυν μανιώδεις Σαδδουκαίοι. Μεσονύκτιον προ πολλού είχε σημάνη, και η εαρινή αύρα της πρωίας ήτο πολύ δριμεία. Εις το κέντρον της αυλής οι υπηρέται των Αρχιερέων εθερμαίνοντο πλησίον της ανθρακιάς. Και καθώς Εκείνος απήγετο εκείθεν της ανθρακιάς ταύτης, ήκουσεν (ό,τι ήτο δι' Αυτόν θανασιμωτέρα πικρία ή πάσα άλλη την οποίαν οι βάρβαροι διώκται Του ηδύναντο να εγχύσωσιν εις το ποτήριον της Αγωνίας Του) ήκουσε τον ευτολμότερον των Αποστόλων Του να Τον αρνήται μεθ' όρκου.

Κατά τας δύο ταύτας θλιβεράς ώρας της αρξαμένης τραγωδίας Του, καθώς ίστατο εις τας αιθούσας του Άννα και του Καϊάφα, άλλη ηθική τραγωδία, την οποίαν είχε προφητεύσει ήδη, είχε διεξαχθή εν τη έξω αυλή.

Καθ' όσον δυνάμεθα να συμπεράνωμεν, το παλάτιον το κατεχόμενον υπό τε του Άννα, του πραγματικού, και του Καϊάφα, του τιτλούχου Αρχιερέως, φαίνεται ότι ήτο ωκοδομημένον περί τετράγωνον αυλήν, και ότι εισήρχετό τις δι' αψιδωτής διόδου ή πυλώνος· και εις το εσώτερον μέρος τούτου, πιθανώς ολίγας βαθμίδας από του εδάφους, ήτο η στοά εν ή οι εκ του Συνεδρίου είχον συνέλθη. Δειλώς και μακρόθεν, δύο μόνον εκ των Αποστόλων είχον αναλάβη μέχρι τούδε εκ του πρώτου πανικού των, ώστε ν' ακολουθήσωσι μακρόθεν την θλιβεράν πομπήν. Ο είς τούτων, ο αγαπημένος μαθητής, γνωστός ίσως εις τον οίκον του Αρχιερέως ως νέος αλιεύς εκ της λίμνης της Γαλιλαίας, είχεν εύρη εύκολον την είσοδον, χωρίς ν' αποπειραθή να κρύψη τας συμπαθείας του ή την ταυτότητά του. Όχι όμως ο έτερος. Άγνωστος, και Γαλιλαίος, ανεχαιτίσθη εις την θύραν υπό της παιδίσκης της θυρωρού. Καλλίτερον, πολύ καλλίτερον, ο αποκλεισμός του να ήτο οριστικός. Διότι ήτο νυξ ταραχής, τρόμου και υποψίας· και ο Πέτρος ήτο ασθενής, και η σφοδρά αγάπη του ήτο μεμιγμένη μετά φόβου, και όμως ερριψοκινδύνευεν εντός αυτής της φωλεάς των ασπόνδων εχθρών. Αλλ' ο Ιωάννης, λυπηθείς διά τον αποκλεισμόν εκείνου, και κρίνων ίσως περί της σταθερότητος του φίλου του εκ της ιδικής του, μετήλθε την επιρροήν του όπως επιτύχη την εισαγωγήν του Πέτρου. Μετ' απερισκέπτου θρασύτητος, και κρύπτων τας καλλιτέρας αφορμάς αίτινες τον είχον φέρει εκείσε, ο Πέτρος αν και είχε νουθετηθή ήδη, αλλά μάτην, προέβη εν τη αυλή προς την ανθρακιάν την καίουσαν εν τω κέντρω, και εκάθισεν εις το μέσον των υπηρετών των Ιερέων, ενώπιόν των οποίων ο Κύριός του την στιγμήν εκείνην δέσμιος είχε προσαχθή υπό κατηγορίαν θανάτου.

Η παιδίσκη η θυρωρός, αφού εισήγαγεν όλους τους ενδιαφερομένους, επλησίασε και αυτή προς την ανθρακιάν, και προσήλωσε το όμμα προς τον αμφίβολον ξένον, καθώς εκείνος εκάθισε «προς το φως», κατά τον Μάρκον, όπερ δεικνύει το θράσος και την απερισκεψίαν του Πέτρου, και τότε, αναγνωρίσασα τούτον ότι τον είχε και άλλοτε ιδεί, ανέκραξε, «Και συ ήσθα μετά του Ιησού του Γαλιλαίου». Ο Πέτρος ήτο αφύλακτος. Κατά την περίοδον ταύτην του βίου, το ευμετάβολον της φύσεώς του υπέκειτο πάντοτε εις διάπλασιν κατά την επίδρασιν της στιγμής, και μετέβαινεν ευκόλως εις τας εμπαθείς ακρότητας. Ο χαρακτήρ του ήτο ομαλώς ανώμαλος, κατά την Αριστοτέλειον φράσιν. Πολύ, πολύ ύστερον, ευρίσκομεν όλως απροσδόκητον επιβεβαίωσιν της πιθανότητος του θλιβερού τούτου επεισοδίου της ζωής Του, εν τη προθυμία μεθ' ης υπεχώρησεν εις τας γνώμας του Αποστόλου των Εθνών, και τη ίση ευκολία μεθ' ης ψευδής αισχύνη, και ο φόβος «των από της περιτομής», τον έκαμαν πάλιν να γνωσιμαχήση προς χάριν των «από Ιακώβου ελθόντων». Και ούτω συνέβη ώστε η απλή εκ περιεργίας ερώτησις μιας πολυπράγμονος παιδίσκης τον επτόησεν εις ταχείαν άρνησιν του Κυρίου του. «Ουκ οίδα τον άνθρωπον, έκραξεν· ουκ επίσταμαι τι λέγεις». Αναμφιβόλως, την στιγμήν εκείνην, το μέσον τούτο παρουσιάσθη εις αυτόν απλώς ως συνετή υπεκφυγή εξ ανωφελούς κινδύνου. Αλλ' ήλπιζε να σταματήση εκεί; Οίμοι, άπαξ ν' αρνηθή τις είνε πάντοτε ως ν' αρνηθή τρις· και έν ψεύδος είνε ως λίθος κυλισθείς εις την κατωφέρειαν του όρους, όστις γίνεται ανέφικτος και άφθαστος εις τον κυλίσαντα.

Προς στιγμήν ίσως η άρνησίς του έγεινεν αποδεκτή, καθό δημοσία και εμφαντικώς γενομένη. Αλλά τούτο υπέδειξεν αυτώ τον κίνδυνον. Μετ' ενόχου συνειδήσεως παραμερίζει τότε από την λάμπουσαν πυράν υπό τον θολωτόν πυλώνα της αυλής, καθώς το λάλημα του αλέκτορος πλήττει το ους του. Η ανακωχή υπήρξε βραχεία δι' αυτόν. Η θυρωρός, ήτις είχε και καθήκον να εφιστά την προσοχήν επί τους υπόπτους ξένους, είχε φλυαρήσει, ως φαίνεται, περί αυτού προς την θεραπαινίδα ήτις την είχεν αναπληρώσει πλησίον της θύρας. Άλλοι τινές αργοί ίσταντο εκεί πέριξ, και η δευτέρα αύτη παιδίσκη τον υπέδειξεν εις τούτους. «Και ούτος ην μετά Ιησού του Ναζωραίου». Έν ψεύδος εφαίνετο είπερ ποτέ αναγκαιότερον τώρα, και διά να εξασφαλισθή από πάσης περαιτέρω ενοχλήσεως, επεβεβαίωσε τούτο δι' όρκου. Αλλά τώρα η φυγή εφαίνετο αδύνατος, διότι μόνον θα εκράτυνε τας υποψίας· όθεν μετ' απηλπισμένης, σκοτεινής αποφάσεως και πάλιν επλησίασεν εις τον εχθρικόν και καχύποπτον όμιλον τον πέριξ του πυρός.

Ολόκληρος ώρα παρήλθε· δι' αυτόν πρέπει να υπήρξε φοβερά ώρα και αλησμόνητος. Η ιδιοσυγκρασία του Πέτρου ήτο πολύ νευρική και παράφορος, ώστε να μη δύναταί ποτε να εύρη άνεσιν υπό την νέαν περιπλοκήν της αχαριστίας και του ψεύδους. Εάν μείνη σιωπών μεταξύ των αυλικών τούτων των αρχιερέων, προδίδεται διά της ανησύχου αυτοσυνειδησίας πονηρού μυστικού, μάτην προσπαθών να προσποιηθή αδιαφορίαν· εάν θελήση να ομιλήση αδιαφόρως δήθεν, προδίδεται από την Γαλιλαϊκήν προφοράν του. Είνε πρόδηλον ότι, μεθ' όλην την άρνησιν και τον όρκον του, εκείνοι δυσπιστούσι και τον περιφρονούσι· και τέλος είς των υπηρετών του Αρχιερέως, συγγενής του Μάλχου του τραυματισθέντος, και πάλιν μετά πεποιθήσεως τον κατηγόρησεν ότι ήτο μετά του Ιησού εν τω κήπω, και προς απόδειξιν τούτου επεκαλέσθη την ληρυγγώδη επαρχιακήν διάλεκτον την οποίαν ωμίλει ο Πέτρος. «Και γαρ Γαλιλαίος ει, και η λαλιά σου δήλον σε ποιεί». «Άνθρωπε, είπεν ο Πέτρος, ουκ ειμί εξ αυτών». Οι άλλοι εν χορώ υπεστήριξαν την κατηγορίαν. Ή έπρεπε να επιμείνη, ή έχανε παν ό,τι εφαίνετο να είχε κερδίσει. Ίσως μία ακόμη προσπάθεια θα τον απήλλαττεν από τας οχληράς ταύτας αιτιάσεις, και θα τον καθίστα ικανόν να περιμένη και ίδη το τέλος. «Τότε ήρξατο καταναθεματίζειν και ομνύειν ότι, ουκ οίδα τον άνθρωπον». Και κατά την ολεθρίαν ταύτην στιγμήν της ενοχής, ήτις θα ηδύνατο ίσως να είνε δι' αυτόν στιγμή αποστασίας τόσον απαισία όσον η του μαθητού του άλλου, κατ' εκείνην την στιγμήν, ενώ αι αναίσχυντοι αύται αραί και οι όρκοι εδόνουν ακόμη τον αέρα, ο αλέκτωρ εφώνησε, και την ιδίαν στιγμήν, ακούσας τους τελευταίους τόνους των ψευδών εκείνων όρκων, ή διά της ανοικτής θύρας της στοάς του δικαστηρίου, ή καθώς απήγετο περαιτέρω της περί την ανθρακιάν ομάδος μέσον της αυλής, με αποτόμους ωθήσεις και με βαναύσους σαρκασμούς, με κτυπήματα και με εμπτύσματα, ο Κύριος, ο Κύριος εν τη αγωνία της ταπεινώσεώς Του, εν τω μεγαλείω της σιωπής Του, ο Κύριος εστράφη και έρριψε βλέμμα επί τον Πέτρον. Μακάριοι εκείνοι εφ' ους, όταν εν λύπη επιβλέπη, ο κύριος επιβλέπει άμα και μετ' αγάπης! Ήρκεσε τούτο ως βέλος εις τα μύχια της ψυχής του έπεσε το άφωνον εύγλωττον βλέμμα της λύπης εκείνης και της μομφής. Τούτο ήρκεσεν. Εάν ο άγγελος της Αθωότητος τον είχε καταλίπει, ο άγγελος της Μεταμελείας τον προσέλαβεν, ύψωσε την άκραν του ιματίου του, έκρυψε το πρόσωπόν του, και εξελθών έξω έκλαυσε πικρώς, έκλαυσε και απέπλυνε το σφάλμα του, έκλαυσε και ανεγεννήθη, έκλαυσε, και ητοιμάσθη ν' ακολουθήση τον δεσπότην Του, αμετακλήτως την φοράν ταύτην, «και εις φυλακήν και εις θάνατον», εις θάνατον σταυρικόν.

Το έγκλημα τούτο, το διαπραχθέν εναντίον Του υπό του ανθρώπου όστις πρώτος Τον είχε κηρύξει ως τον Χριστόν, όστις είχε περιπατήσει πλησίον Του επί της τρικυμιώδους θαλάσσης, όστις είχεν ελκύσει υπέρ Αυτού την μάχαιραν εν Γεθσημανή, όστις είχε βεβαιώσει μετά τόσης σφοδρότητος ότι θ’ απέθνησκε μετ' Αυτού μάλλον ή να Τον αρνηθή — την άρνησιν ταύτην, επικυρουμένην δι' αρών και όρκων, ήκουσεν ο Ιησούς ευθύς μετά την εις θάνατον κατάκρισίν Του, και εν αυτή τη αρχή του πρώτου τρομερού κατ' Αυτού εμπαιγμού. Διότι, εις την φυλακήν όπου είχε σταλή διά να περιμείνη την ανατολήν της ημέρας, όλη η αμαθής κακοβουλία του θρησκευτικού μίσους, όλη η στενοκέφαλος χυδαιότης του κτηνώδους πείσματος, όλη η έμφυτος σκληρότης της χαμερπούς δουλοφροσύνης, εξαπελύθησαν εναντίον Του. Αυτή η πραότης και η σιωπή Του, αυτό το μεγαλείον Του, το άσπιλον της αθωότητός Του, το μέγεθος της φήμης του, πάσα θεία περίστασις και ιδιότης ήτις Τον ανεβίβαζεν εις ύψος τόσον αμετρήτως υπέρτερον υπέρ τους διώκτας Του, όλα ταύτα τον καθίστων προσφυέστερον θύμα διά την χαμερπή και διαβολικήν θηριωδίαν των. Τον ενέπτυον, Τον ερράπιζον, Τον εκολάφιζον εν τη γονιμώτητι της σατανικής φαντασίας των, επενόησαν κατ' Αυτού είδος παιγνιδίου Καλύπτοντες δι' οθύνης την κεφαλήν και τους οφθαλμούς Του, Τον έτυπτον επανειλημμένως, και είτα έλεγον, «Προφήτευσον ημίν, Χριστέ, τις εστιν ο παίσας Σε». Ούτω διέτριψαν τας σκοτεινάς ψυχράς ώρας μέχρι της πρωίας, εκδικούμενοι κατά της μακροθυμίας Του διά την παρούσαν ευτέλειάν των και διά τον προηγούμενον τρόμον των· κ' εκεί εν τω μέσω του αγρίου εκείνου πανδαιμονίου, ο Υιός του Θεού, δέσμιος και ακίνητος, ίστατο εν τη μακρά σιωπηλή αγωνία Του, ανυπεράσπιστος και μόνος. Ήτο ο πρώτος κατ' Αυτού περίγελως, ο χλευασμός Του ως Χριστού· ήτο ο Κριτής υπό κρίσιν, ο Άγιος ως κακούργος, δεσμώτης ο Ελευθερωτής.

Τέλος αι άθλιαι ώραι παρήλθον, και το λυκαυγές ωχρίασε, και η πρωία ανέτειλε επί της αξιομνημονεύτου εκείνης ημέρας. Και άμα τη αυγή (διότι ούτως εκέλευεν ο Προφορικός Νόμος, και οι καταπατούντες πάσαν δικαιοσύνην και πάντα έλεον, ήσαν λεπτολόγοι ως προς τα μικρά και ελάχιστα) ο Ιησούς προσήχθη εις την στοάν την κατά τα νοτιοαναλικά του Ναού, όπου όλον το Συνέδριον είχε συγκληθή, διά την τρίτην πραγματικήν, αλλά πρώτην επίσημον και νομικήν δίκην Του. Σχεδόν όλοι (επειδή υπήρχον αι εξαιρέσεις του Νικοδήμου και του Ιωσήφ του από Αριμαθείας, ίσως και του Γαμαλιήλ του εγγόνου του Ιλλήλ) ήσαν αδυσώπητοι υπέρ του θανάτου Του. Εκεί ήσαν οι Ιερείς, των οποίων την πλεονεξίαν και ιδιοτέλειαν είχεν αποδοκιμάσει· εκεί οι Πρεσβύτεροι, των οποίων την πλεονεξίαν είχε στιγματίσει· εκεί οι Γραμματείς, των οποίαν την αμάθειαν είχε στηλιτεύσει· και χείριστοι πάντων, οι φιλόκοσμοι, άπιστοι, ψευδοφιλόσοφοι Σαδδουκαίαι, πάντοτε οι σκληρότεροι και κινδυνωδέστεροι των πολεμίων, των οποίων την κενήν σοφίαν τόσον αυστηρώς είχε συγχύσει Εκείνος. Όλοι ούτοι ήσαν σφόδρα υπέρ του θανάτου Του· όλοι έμπλεοι αποστροφής κατά της απείρου εκείνης αγαθότητος· όλοι φλέγοντες εκ μίσους κατά φύσεως αγνοτέρας υπέρ πάσαν την οποίαν θα ηδύναντο ποτε κατά διάνοιαν και φαντασίαν συλλάβωσι. Και όμως το έργον των προσπαθούντων να κατορθώσωσι τον όλεθρόν Του δεν ήτο εύκολον. Οι Ιουδαϊκοί μύθοι περί του θανάτου Του εν τω Ταλμούδ, αναισχύντως ψευδείς απ' αρχής μέχρι τέλους, λέγουσιν ότι επί τεσσαράκοντα ημέρας, καίτοι εγίνετο κλήσις δημοσία διά κήρυκος, ουδέ έν πρόσωπον προσήλθε, κατά το έθος, να υποστηρίξη την αθωότητά Του, και ότι επομένως κατ' αρχάς ελιθοβολήθη ως πλάνος και διαφθορεύς του λαού, και είτα εκρεμάσθη επί του επαράτου δένδρου. Το αληθές είνε ότι το Συνέδριον δεν είχεν εξουσίαν να επιβάλη θάνατον, και αν δε οι Φαρισαίοι ηδύναντο να σφετερισθώσι ταύτην διά ταραχώδους στάσεως, ως ύστερον έπραξαν διά τον Στέφανον, οι ολιγώτερον φανατικοί και πλέον κοσμοπολίται Σαδδουκαίοι ολιγώτερον διέκειντο να πράξωσι τούτο. Προς το παρόν είχον μόνον εναντίον Του κατηγορίαν επί βλασφημία, βασιζομένην επί ομολογίας αποσπασθείσης απ' Αυτού υπό του Αρχιερέως, καθ' ον χρόνον οι ψευδομάρτυρες των απετύγχανον. Υπήρχον πολλαί παλαιαί κατηγορίαι κατ' Αυτού, εφ' ων δεν ηδύναντο να βασισθώσιν. Αι αθετήσεις του Σαββάτου, ως τας απεκάλουν, εσχετίζοντο όλαι με θαύματα, και τους έφερον άρα επί κινδυνώδους εδάφους. Η απόρριψις της στοματικής παραδόσεως εμπεριείχε ζήτημα εφ' ου οι Σαδδουκαίοι και οι Φαρισαίοι ήσαν εν θανασίμω έχθρα. Η αξιωματική παρ’ Αυτού αποκάθαρσις του Ναού δυνατόν να εθεωρείτο μετ' ευνοίας υπό τε του λαού και των Ραββίνων. Η κατηγορία περί απορρήτου κακής διδασκαλίας είχεν αναιρεθή διά της δημοσιότητος της ζωής Του. Η επί φανερά αιρέσει μομφή είχε καταπέσει δι' έλλειψιν μαρτυρίας. Το προκείμενον ενώπιόν των πρόβλημα ήτο η μετατροπή της θρησκευτικής επί βλασφημία κατηγορίας εις πολιτικήν κατηγορίαν επί προδοσία· Αλλά πώς ηδύνατο τούτο να κατορθωθή; Ουδέ το ήμισυ των μελών του Συνεδρίου είχε παρευρεθή εις την εσπευσμένην, νυκτερινήν και διά τούτο έκθεσμον συνεδρίαν εν τη οικία του Καϊάφα· αλλ’ όμως εάν έμελλον όλοι να Τον καταδικάσωσιν δι' επισήμου αποφάσεως, έπρεπεν όλοι ν' ακούσωσι τι εφ' ου να βασανίσωσι την ψήφον των. Εις απάντησιν προς τον εξορκισμόν του Καϊάφα, πανδήμως είχεν ομολογήσει ότι Αυτός ήτο ο Μεσσίας και ο Υιός του Θεού. Η δευτέρα των δηλώσεων τούτων θα ήτο άνευ εννοίας ως κατηγορία ενώπιον του δικαστηρίου των Ρωμαίων· αλλ' εάν επανελάμβανε την πρώτην, θα ηδύναντο να την διαστρέψωσιν εις τι πολιτικώς στασιαστικόν. Αλλά δεν θα την επανελάμβανε, μεθ' όλην την επιμονήν των, διότι εγίνωσκεν ότι ούτοι εκ προθέσεως θα την διέστρεφον, και διότι προφανώς έπραττον εναντίον των κανόνων και των παραδόσεών των, αίτινες απήτουν ίνα πας υπόδικος ως αθώος θεωρείται πριν η ενοχή του αποδειχθή.

Ίσως, καθώς εκάθηντο εκεί, με τον Βασιλέα των δέσμιον και ανυπεράσπιστον εν τω μέσω, είς ή δύο εκ των πρεσβυτέρων τη ηλικία, θα ενθυμήθησαν την παλαιάν πρόρρησιν του Σαμίου, ότι αυτός ο Ηρώδης ενώπιόν του οποίου αυτοί έτρεμον, θα εγίνετο μίαν ημέραν ο υπουργός της θείας δίκης εναντίον αυτών. Οποία αντίθεσις σήμερον! Αυτοί ήσαν θορυβοποιοί, ο Βασιλεύς των εσιώπα· αυτοί ισχυροί ο Βασιλεύς των ανυπεράσπιστος· αυτοί ένοχοι, ο Βασιλεύς των θεσπεσίως αθώος· αυτοί λειτουργοί της επιγείου οργής, ο Βασιλεύς των διαιτητής της θείας δίκης.

Αλλά τέλος, όπως δώση πέρας εις σκηνήν αθλίαν και άχαριν άμα, ο Ιησούς ωμίλησεν. «Εάν είπω υμίν, ου μη πιστεύσητε· και εάν ερωτήσω υμάς, ουκ αποκριθήσεσθέ Μοι». Διά να μη έχωσι δε πρόφασιν ότι δήθεν δεν ενόησαν, με τόνον πανδήμου νουθεσίας προσέθηκε, «Πλην απάρτι ο Υιός του Ανθρώπου καθεσθήσεται εκ δεξιών της δυνάμεως του Θεού». Εκείνοι όλοι ανέκραξαν, «Ει Συ ει ο Υιός του Θεού;» «Υμείς λέγετε», απήντησε διά φράσεως με την οποίαν ήσαν εξωκειωμένοι, και της οποίας πλήρη την σημασίαν αντελαμβάνοντο. Και τότε και αυτοί, ως ο Καϊάφας πρότερον, ανέκραξαν, «Τι έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων; ημείς αυτοί ηκούσαμεν εκ του στόματος Αυτού». Και ούτω εις την τρίτην ταύτην καταδίκην υπό της Ιουδαϊκής εξουσίας, καταδίκην την οποίαν ενόμιζον ότι ο Καϊάφας απλώς θα επικύρου, και ούτω θα κατεπράυνε το καίον μίσος των απέληξεν το τρίτον στάδιον της δίκης του Κυρίου ημών. Και μετά την απόφασιν ταύτην φαίνεται να επήλθε δεύτερος προπηλακισμός ομοιάζων με τον πρώτον, αλλ' υβριστικώτερος ακόμη, και δυσφορητότερος του πρώτου, όσω μάλλον οι χλευασμοί Ιερέων, Πρεσβυτέρων, και Σαδδουκαίων είνε απεχθέστεροι ή των μισθάρνων και υπηρετών.

Τρομερώς επέσκηψεν η θεία δίκη επί του κυρίως δράστου εις τα χθαμαλώτερα της ανομίας ταύτης στάδια. Αναμφιβόλως καθ' όλας τας ώρας εκείνας ο Ιούδας υπήρξεν ασφαλής θεατής παντός του συμβεβηκότος, και όταν η πρωία ανέτειλε, κ' εκείνος έμαθε την απόφασιν των Ιερέων και του Συνεδρίου, και είδεν ότι ο Ιησούς παρεδίδετο προς σταύρωσιν εις τον Ρωμαίον πραίτωρα, ήρχισε να αναμετρή ό,τι είχε πράξει. Υπάρχει εν μεγάλω εγκλήματι φοβερώς ελλαμπτική δύναμις. Παρά τω Ιούδα, ως παρά πολλοίς άλλοις, η διάνοιξις εκείνη των οφθαλμών ήτις ακολουθεί μετά την διάπραξιν φοβερού αμαρτήματος, εις ό πολλαί άλλαι αμαρτίαι ωδήγησαν, τον έφερεν από της τύψεως του συνειδότος εις την απόγνωσιν, από της απογνώσεως εις την απόνοιαν, από της απονοίας εις την αυτοχειρίαν. Εάν προσήρχετο, και τότε ακόμη, να πέση εις τους πόδας του Κυρίου και Σωτήρος του, και να ζητήση την άφεσιν, καλώς θα είχεν. Αλλά φευ! απήλθε προς τους προστάτας και συνενόχους του εγκλήματός του. Παρ' αυτοίς δεν εύρεν έλεος, ούτε συμβουλήν. Απήντησαν εις την διαμαρτυρίαν του διά ψυχράς αδιαφορίας και περιφρονήσεως. «Ήμαρτον, έκραξεν, παραδούς αίμα αθώον». Επερίμενε παρ' αυτών να παρηγορήσωσι την αγωνίαν του, να συμμερισθώσι την μομφήν της ενοχής του, να δικαιώσωσι την μεταμέλειάν του; «Τι προς ημάς; Συ όψη». Αύτη ήτο η άκαρδος απάντησις την οποίαν κατεδέχθήσαν να ρίψωσι προς τον δυσδαίμονα προδότην, τον οποίον είχον δεξιωθή, είχον εγκαρδιώσει και παρωτρύνει εις την άτιμον πράξιν. Ο Ιούδας ησθάνθη ότι δεν εσήμαινε πλέον τίποτε· ότι εν τη ενοχή δεν υπάρχει το δυνατόν του αμοιβαίου σεβασμού, ουδέ βάσις προς αίσθημά τι ειμή την αμοιβαίαν αποτροπίασιν. Τα ευτελή τριάκοντα αργύριά του ήσαν το μόνον το οποίον θα εκέρδιζε. Δι' αυτά είχε πωλήσει την ψυχήν του· και αυτά δεν ήθελε τα χαρή περισσότερον ή όσον εχάρει ο Αχαάβ τον κήπον τον οποίον είχεν αρπάσει. Ρίψας τα αργύρια εντός του Ναού, όπου εκείνοι οι ανίεροι εκάθηντο, και όπου αυτός ο βέβηλος δεν ηδύνατο να εισέλθη, έτρεξεν εις την άπελπιν μόνωσιν, εξ ης δεν ήτο προωρισμένος να επανέλθη ζων. Εκεί εκρεμάσθη, και η παράδοσις δεικνύει ακόμη εν Ιερουσαλήμ το έρημον, φασματώδες, ανεμόπληκτον δένδρον, το οποίον καλείται το Δένδρον του Ιούδα. Κατά τον θεόπνευστον συγγραφέα των Πράξεων των Αποστόλων, το σχοινίον φαίνεται ότι εκόπη υπό του βάρους, ο δε Ισκαριώτης έπεσεν, ερράγη μέσος, και εξήμεσε τα ίδια εντόσθια.

Οι αρχισυνωμόται, εν τη ιεροψευδεί λεπτολογία των, δεν ηθέλησαν να ρίψωσι τα τριάκοντα αργύρια εις τον Κορβανάν ή το ιερόν ταμείον, επειδή ήσαν τιμή αίματος. Συμβούλιον δε λαβόντες, ηγόρασαν τον Αγρόν του Κεραμέως, εις ταφήν τοις ξένοις. Διό εκλήθη ο Αγρός εκείνος Ακελδαμά, ήτοι αγρός Αίματος, έως της σήμερον· μέρος ρυπαρόν, απαίσιον και φρικώδες.



Η Θεία Λειτουργία

Η Θεία Λειτουργία στα Αραβικά -

خدمة القداس الإلهي عربي

Πειραϊκὴ Ἐκκλησία

Ακούστε (((ο)))
Πειραϊκή Εκκλησία 912fm

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ

Κάθε λογισμὸς καὶ κάθε αἴσθηση ὁδηγοῦν σταδιακὰ τὴν ψυχὴ εἴτε πρὸς τὸν παράδεισο εἴτε πρὸς τὴν κόλαση.

Ἄν ὁ λογισμὸς εἶναι ἔλλογος, τότε συνδέει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεὸ Λόγο, μὲ τὸν ὕψιστο Λογισμό, μὲ τὴν Παναξία, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ὁ παράδεισος.

παράδεισος

Ἐάν πάλι εἶναι ἄλογος ὁ λογισμὸς ἤ καὶ παράλογος, τότε συνδέει ἀναπόφευκτα τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Παράλογο, τὸν Ἀνόητο, μὲ τὸν διάβολο, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ἡ κόλαση.

Ὅσα ἰσχύουν γιὰ τὸν λογισμὸ, ἰσχύουν καὶ γιὰ τις αἰσθήσεις. Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ, ἀπὸ τὴν γῆ: καὶ ὁ παράδεισος μὰ καὶ ἡ κόλαση τοῦ ἀνθρώπου.

Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Ιωάννου Χρυσοστόμου

Ἐγὼ πατὴρ, ἐγὼ ἀδελφὸς, ἐγὼ νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφὴ, ἐγὼ ἱμάτιον, ἐγὼ ῥίζα, ἐγὼ θεμέλιος, πᾶν ὅπερ ἂν θέλῃς ἐγώ· μηδενὸς ἐν χρείᾳ καταστῇς. Ἐγὼ καὶ δουλεύσω· ἦλθον γὰρ διακονῆσαι, οὐ διακονηθῆναι. Ἐγὼ καὶ φίλος, καὶ μέλος, καὶ κεφαλὴ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ ἀδελφὴ, καὶ μήτηρ, πάντα ἐγώ· μόνον οἰκείως ἔχε πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ πένης διὰ σέ· καὶ ἀλήτης διὰ σέ· ἐπὶ σταυροῦ διὰ σὲ, ἐπὶ τάφου διὰ σέ· ἄνω ὑπὲρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρὶ, κάτω ὑπὲρ σοῦ πρεσβευτὴς παραγέγονα παρὰ τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σὺ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ συγκληρονόμος, καὶ φίλος, καὶ μέλος. Τί πλέον θέλεις; τί τὸν φιλοῦντα ἀποστρέφῃ; τί τῷ κόσμῳ κάμνεις; τί εἰς πίθον ἀντλεῖς τετρημένον;  περισσότερα »»»

Η Ελλάδα και ο Υμνος της Ελευθερίας

Ελληνική σημαία - Ελλάς - Ελευθερία

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Υπεραγία Παρθένος Θεοτόκος Μαρία

Κύριος διασκεδάζει βουλὰς ἐθνῶν, ἀθετεῖ δὲ λογισμοὺς λαῶν καὶ ἀθετεῖ βουλὰς ἀρχόντων· ἡ δὲ βουλὴ τοῦ Κυρίου εἰς τὸν αἰῶνα μένει, λογισμοὶ τῆς καρδίας αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεάν. (Ψαλ. 32, 10-11)

εἰ δέ τις τῶν ἰδίων καὶ μάλιστα τῶν οἰκείων οὐ προνοεῖ, τὴν πίστιν ἤρνηται καὶ ἔστιν ἀπίστου χείρων. (Τιμ.Α 5,8)

Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας

Οἱ ἄνθρωποι καταχρηστικά λέγονται λογικοί. Δεν εἶναι λογικοὶ ὅσοι ἔμαθαν ἀπλῶς τὰ λόγια καὶ τὰ βιβλία τῶν ἀρχαίων σοφῶν, ἀλλ' ὅσοι ἔχουν τὴ λογικὴ ψυχὴ καὶ μποροῦν νὰ διακρίνουν ποιὸ εἶναι τὸ καλὸ καἰ ποιὸ τὸ κακό καὶ ἀποφεύγουν τὰ πονηρὰ καὶ βλαβερὰ στὴν ψυχή, τὰ δὲ ἀγαθὰ καὶ ψυχωφελῆ, τὰ ἀποκτοῦν πρόθυμα μὲ τὴ μελέτη καὶ τὰ ἐφαρμόζουν μὲ πολλὴ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό. Αὐτοὶ μόνοι πρέπει νὰ λέγονται ἀληθινὰ λογικοὶ ἄνθρωποι.

St Antony the Great

Ἐφ᾿ ὅσον ἐννοεῖς τὰ περὶ Θεοῦ, νὰ εἶσαι εὐσεβής, χωρὶς φθόνο, ἀγαθός, σώφρων, πράος, χαριστικὸς κατὰ δύναμιν, κοινωνικός, ἀφιλόνεικος καὶ τὰ ὅμοια. Διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ἀπαραβίαστο ἀπόκτημα τῆς ψυχῆς, νὰ ἀρέσει στὸ Θεὸ μὲ τέτοιες πράξεις καὶ μὲ τὸ νὰ μὴν κρίνει κανέναν καὶ νὰ λέει γιὰ κανέναν, ὅτι ὁ δείνα εἶναι κακὸς καὶ ἁμάρτησε. Ἀλλὰ καλλίτερο εἶναι νὰ συζητᾶμε τὰ δικά μας κακά, καὶ νὰ ἐρευνᾶμε μέσα μας τὴ δική μας πολιτεία, ἐὰν εἶναι ἀρεστὴ στὸ Θεό. Διότι, τί μᾶς μέλει ἐμᾶς, ἐὰν ὁ ἄλλος εἶναι πονηρός;