Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός | Ορθόδοξοι Πατέρες Our Lord Jesus Christ | Orthodox Fathers

»»»    Θάνατος και Απώλεια / Απώλεια

Απώλεια


Περιεχόμενα

Θάνατος και Απώλεια
π. Αντώνιος Μπλουμ
Μητροπολίτης Σουρόζ

Ἡ πρώτη καὶ ἡ πλέον συνεχής ἐπαφή μας μὲ τὸ θάνατο πραγματοποιεῖται μέσα ἀπὸ τὸ αἴσθημα τῆς ἀπώλειας.
Μαθαίνοντας νὰ κατανοοῦμε τὸ θάνατο τῶν ἄλλων καὶ νὰ τὸν βιώνουμε μέσα στοὺς ἄλλους καὶ στὸν ἑαυτό μας, μποροῦμε νὰ μάθουμε νὰ τὸν ἀντικρύζουμε, καὶ τελικὰ νὰ ἀντιμετωπίζουμε τὸ δικό μας θάνατο, κατ' ἀρχάς ὡς δυνατότητα -καὶ ὄντως ὡς μιὰ βεβαιότητα, μιὰ βεβαιότητα ὅμως ποὺ τόσο συχνὰ καὶ τόσο ἐμφανῶς ἔχει ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ μᾶς, ὥστε νὰ μὴν τὴ χαρακτηρίζουμε πλέον βεβαιότητα- καὶ κατόπιν ὡς τὴν ἴδια τὴν πραγματικότητα ποὺ μᾶς πλησιάζει.

Ἕνα ἀπὸ τὰ ἄμεσα προβλήματα ποὺ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσει τὸ πρόσωπο ἐκεῖνο ποὺ πενθεῖ, εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς μοναξιᾶς, τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ μόνο πρόσωπο ποὺ κατὰ καιρούς τὸν ἐνδιέφερε, τὸ πρόσωπο ἐκεῖνο ποὺ γέμιζε ὅλο τὸ χῶρο καὶ τὸ χρόνο καὶ ὅλη τὴν καρδιά του τὸν ἄφησε.

Κι ἂν ἀκόμη τὸ πρόσωπο ποὺ μᾶς ἄφησε δὲν μᾶς εἶχε δώσει ὅλη του τὴν καρδιά, ἀφήνει ὡστόσο πίσω του ἕνα τεράστιο κενό. Ὅσο τὸ πρόσωπο εἶναι ἄρρωστο προσφέρουμε πολύ περισσότερο χρόνο στὴ σκέψη. Οἱ δραστηριότητές μας συγκεντρώνονται καὶ κατευθύνονται πρὸς αὐτὸ.

Ὅταν τὸ πρόσωπο πεθάνει, πολύ συχνὰ αὐτοὶ ποὺ μένουν πίσω αἰσθάνονται ὅτι ἡ δραστηριότητά τους εἶναι πλέον ἄσκοπη, δὲν ἔχουν τουλάχιστον κάποιον ἄμεσο σκοπό, κέντρο καὶ κατεύθυνση.
Μιὰ ζωή, ὅσο ὀδυνηρή καὶ ἀγωνιώδης κι ἂν ἦταν, ἔτρεχε σὰν τὸ ποτάμι. Τώρα ὅμως καταντάει ἕνας βάλτος.

Μοναξιὰ ἐπίσης σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνα πρόσωπο μὲ τὸ ὁποῖο νὰ μπορεῖ κάποιος νὰ μιλήσει ἢ νὰ τὸ ἀκούσει, ἢ νὰ τὸ προσέξει, ποὺ νὰ ἀνταποκρίνεται καὶ νὰ ἀντιδρᾶ, καὶ στὸ ὁποῖο αὐτὸς νὰ ἀντιδρᾶ καὶ νὰ ἀνταποκρίνεται.

Τὸ πρόσωπο ποὺ μᾶς ἀφήνει εἶναι πολύ συχνὰ τὸ πρόσωπο ἐκεῖνο πού, στὰ δικά μας μάτια, μᾶς ἔδινε τὴν ἔσχατη ἀξία:
τὸ πρόσωπο ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο ἀξίζαμε, τὸ πρόσωπο ἐκεῖνο ποὺ διεκδικοῦσε τὴν ὕπαρξη καὶ τὴ σημασία μας.

Περισσότερο ἀπὸ μιὰ φορὰ ἔχω ἀναφέρει, μὲ τὴν εὐκαιρία κάποιου γάμου, τὴ φράση τοῦ Λέων Μπλόυ:
«Τὸ νὰ πεῖς σὲ κάποιον "σ' ἀγαπῶ" ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ νὰ τοῦ λὲς "δὲν θὰ πεθάνεις ποτὲ"».
Αὐτὸ ἰσχύει καὶ σ' αὐτὸ τὸ πλαίσιο.

Τὸ πρόσωπο ποὺ μᾶς ἀφήνει δὲν βρίσκεται πλέον ἐδῶ γιὰ νὰ διακηρύσσει τὴν ἔσχατη ἀξία μας, τὴν ἔσχατη σημασία μας.
Αὐτὸ τὸ πρόσωπο δὲν βρίσκεται πλέον ἐδῶ γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ πεῖ «σὲ ἀγαπῶ», καὶ γι' αὐτὸ χάνεται ἡ αἰώνια ἐπιβεβαίωση καὶ ἀναγνώρισή μας.

Αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ πρέπει νὰ τὸ ἀντιμετωπίσουμε.
Δὲν εἶναι κάτι ποὺ πρέπει νὰ τὸ παραμερίσουμε, νὰ τὸ ξεχάσουμε ἢ νὰ τὸ παρακάμψουμε.

Δημιουργεῖται ἕνα κενό καὶ αὐτὸ τὸ κενὸ δὲν πρέπει ποτὲ νὰ γεμίσει μὲ τεχνητὰ πράγματα, ποὺ δὲν ἀξίζουν μπροστὰ σ' αὐτὰ ποὺ ἀντικαθιστοῦν.

Πρέπει νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ ἀναγνωρίσουμε ὅτι ὁ πόνος εἶναι μία ἀπὸ τὶς ἐκφράσεις τῆς ἀγάπης.

Ἂν ἰσχυριζόμαστε ὅτι ἀγαποῦμε ἀληθινὰ τὸ πρόσωπο ποὺ μόλις ἀναχώρησε ἀπὸ αὐτὴν τὴ ζωή, πρέπει νὰ εἴμαστε καὶ ἕτοιμοι νὰ τὸ ἀγαποῦμε μέσα ἀπὸ τὸν πόνο, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ κάποτε τὸ ἀγαπήσαμε μέσα ἀπὸ τὴ χαρὰ - τὴ χαρὰ τῆς ἐπιβεβαίωσης, τὴ χαρὰ τῆς κοινῆς ζωῆς.

Αὐτὸ ἀπαιτεῖ θάρρος, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει πολλὰ νὰ ἐξηγηθοῦν ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ σήμερα, ὅταν τόσοι ἄνθρωποι, γιὰ νὰ ξεφύγουν ἀπὸ τὸν πόνο, στρέφονται στὰ ἠρεμιστικά, στὸ ἀλκοόλ ἢ σὲ ὁποιαδήποτε διασκέδαση, γιὰ νὰ ξεχάσουν. Πιθανῶς νὰ ἐπισκιάζεται ὅ,τι συμβαίνει σὲ μιὰν ἀνθρώπινη ψυχή, συνεχίζει ὅμως νὰ προχωρᾶ, καὶ ἂν δὲν λυθεῖ, ἀφήνει τὸ πρόσωπο φτωχότερο.
Ἕνα ἄλλο πρᾶγμα ποὺ πρέπει τὸ πρόσωπο ποὺ πενθεῖ νὰ μάθει νὰ μὴν κάνει ποτὲ εἶναι νὰ μιλᾶ γιὰ τὴ σχέση ἀγάπης ποὺ ὑπῆρχε σὲ ἀόριστο χρόνο.

Ποτὲ δὲν πρέπει κάποιος νὰ πεῖ: «Ἀγαπούσαμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο». Πρέπει πάντοτε νὰ λέει: «Ἀγαποῦμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο».

Ἂν ἐπιτρέψουμε στὴν ἀγάπη μας νὰ μεταβληθεῖ σὲ ἀντικείμενο τοῦ παρελθόντος, πρέπει νὰ ὁμολογήσουμε ὅτι δὲν πιστεύουμε στὴ συνέχιση τῆς ζωῆς τοῦ προσώπου ποὺ πέθανε.
Ἂν τὸ κάνουμε, πρέπει νὰ ὁμολογήσουμε ὅτι εἴμαστε ἄπιστοι καὶ ἄθεοι, μὲ τὴ χειρότερη ἔννοια, καὶ ὅτι ἀντιμετωπίζουμε τὴ ζωὴ ἀπὸ διαφορετικὴ γωνία.

Ἂν δὲν ὑπάρχει Θεός, ἂν δὲν ὑπάρχει αἰώνια ζωή, τότε ὁ θάνατος πού ἐπῆλθε δὲν ἔχει καμιὰ μεταφυσικὴ σημασία.
Ἀποτελεῖ ἕνα γεγονὸς τῆς φυσικῆς ἱστορίας.
Εἶναι μιὰ νίκη τῶν νόμων τῆς φυσικῆς καὶ τῆς χημείας, καὶ ὁ ἄνθρωπος συνεχίζει νὰ ὑπάρχει ὄχι ὡς πρόσωπο ἀλλὰ ὡς μέρος τῆς φύσης.

Σὲ κάθε περίπτωση, πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσουμε κατάματα εἴτε τὴν πίστη μας, εἴτε τὴν ἔλλειψη πίστης καὶ νὰ ἐνεργήσουμε ἀνάλογα.

Πολύ συχνά, αὐτοὶ ποὺ μένουν πίσω αἰσθάνονται ὅτι τὸ πρόσωπο ποὺ ἔφυγε δὲν εἶναι μόνο μιὰ δική τους ἀπώλεια, ἀλλὰ μιὰ ἀπώλεια ποὺ στερεῖ ὅλους γύρω ἀπὸ κάτι τὸ πολύτιμο - ἀπὸ μιὰ λογική, μιὰ καρδιά καὶ μιὰ θέληση, ἀπὸ κάποιον ποὺ ἐνεργοῦσε ὄμορφα καὶ σωστά.
Καὶ αὐτὸς ποὺ ἔχασε τὸ πρόσωπο μένει ἐπίσης μὲ τὴν ἀπώλεια.
Σ' αὐτὸ τὸ σημεῖο πρέπει νὰ θυμηθοῦμε -πρᾶγμα οὐσιαστικό- ὅτι ὅποιος ζεῖ θέτει ἕνα παράδειγμα:
ἕνα παράδειγμα γιὰ τὸ πώς ζεῖ κανείς καλά ἢ ἕνα παράδειγμα γιὰ τὸ πώς ζεῖ κανείς ἄσχημα.
Πρέπει νὰ μαθαίνουμε ἀπὸ ὅλους, ζῶντες ἢ κεκοιμημένους, αὐτὸ ποὺ εἶναι λάθος γιὰ νὰ τὸ ἀποφεύγουμε καὶ αὐτὸ ποὺ εἶναι σωστὸ γιὰ νὰ τὸ μιμούμαστε.

Ὅποιος ἔχει γνωρίσει κάποιον ποὺ τώρα ἔχει πεθάνει, θὰ πρέπει νὰ στοχαστεῖ βαθιὰ τὸ σημάδι ποὺ ἡ ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἄφησε στὴ ζωή του.
Πρέπει νὰ στοχαστεῖ τὸ εἶδος τοῦ σπόρου ποὺ σπάρθηκε στὴ ζωὴ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸν καρπὸ ποὺ αὐτὸς ἔφερε.

Ὑπάρχει μιὰ φράση στὸ Εὐαγγέλιο ποὺ λέει πὼς «ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ, πολὺν καρπὸν φέρει».
Αὐτὸ ἀκριβῶς μπορεῖ νὰ συμβεῖ, ἂν στοχαζόμαστε μὲ ὅλη μας τὴν καρδιά, μὲ τὸ πνεῦμα καὶ μὲ τὴ μνήμη, μὲ ὅλη τὴν εὐαισθησία μας καὶ τὴν αἴσθηση δικαιοσύνης, τὴ ζωὴ ἐκείνων ποὺ ἔχουν ἀναχωρήσει ἀπὸ αὐτὴν τὴ ζωή.

Ἂν εἴχαμε τὸ κουράγιο νὰ χρησιμοποιήσουμε αὐτὸ τὸ ξίφος -ποὺ εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ χωρίσουμε τὸ φῶς ἀπὸ τὸ σκοτάδι, νὰ χρησιμοποιήσουμε ὅλη μας τὴ διάκριση γιὰ νὰ ξεχωρίσουμε τὴν ἤρα ἀπὸ τὸ σιτάρι, τότε, ἔχοντας συγκεντρώσει ὅσο σιτάρι θὰ εἴχαμε τὴ δυνατότητα νὰ ξεχωρίσουμε, θὰ μποροῦσε ὁ καθένας μας, ὁ καθένας ποὺ εἶχε γνωρίσει τὸν κεκοιμημένο, νὰ φέρει πολύ καρπὸ στὴ ζωή του.

Μποροῦμε νὰ ζήσουμε σύμφωνα μ' ἕνα παράδειγμα ποὺ προσφέρεται καὶ λαμβάνεται, νὰ χωνέψουμε ὅσα ἀξίζουν νὰ χωνευθοῦν ἀπὸ τὴ ζωὴ αὐτοῦ τοῦ προσώπου.

Στὴ Νεκρώσιμη Ἀκολουθία κρατοῦμε ἀναμμένα κεριά.
Πιστεύω ὅτι αὐτὸ ὑποδηλώνει δύο πράγματα.
Τὸ πρῶτο, ποὺ εἶναι πολύ ἐμφανές, εἶναι ὅτι ἀναγγέλλουμε τὴν ἀνάσταση.
Στεκόμαστε κρατῶντας ἀναμμένα κεριὰ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ στεκόμαστε στὴν ἐκκλησία τὸ βράδυ τῆς Ἀνάστασης.
Στεκόμαστε ἐπίσης δίνοντας τὴ μαρτυρία μας μπροστὰ στὸν Θεὸ ὅτι τὸ πρόσωπο αὐτὸ ἔφερε τουλάχιστον μιὰ σπίθα φωτὸς στὸ λυκόφως τοῦ κόσμου, ὅτι αὐτὸ τὸ πρόσωπο δὲν ἔζησε μάταια.

Θὰ φυλάξουμε, θὰ προστατεύσουμε καὶ θὰ μοιραστοῦμε αὐτὸ τὸ φῶς, ἔτσι ὥστε νὰ φωτίζει ὅλο καὶ περισσότερους ἀνθρώπους, καὶ ἂν εἶναι δυνατὸ νὰ γίνει ἑκατονταπλάσιο.

Ἂν ξεκινήσουμε νὰ ζήσουμε μ' αὐτὸ τὸν τρόπο, νὰ γίνουμε ἡ συνέχεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς τοῦ κεκοιμημένου, ἂν ξεκινήσουμε νὰ γίνουμε ἡ συνέχεια ὅλων ὅσα ἦταν εὐγενικά, καλά, ἀληθινά καὶ ἅγια σ' αὐτὸ τὸ πρόσωπο, τότε αὐτὸ τὸ πρόσωπο πράγματι δὲν ἔχει ζήσει μάταια καὶ θὰ αἰσθανθοῦμε κι ἐμεῖς ὅτι πράγματι δὲν ζοῦμε μάταια.

Δὲν θὰ ὑπάρξει μέσα μας χῶρος γιὰ ἐλπίδες ἑνὸς ἄμεσου θανάτου, ἐπειδὴ πρέπει νὰ ἐπιτελέσουμε κάποια λειτουργία.

Μένουμε πίσω γιὰ νὰ κάνουμε δυνατὰ ὅλα ὅσα εἴδαμε, ὅλα ὅσα ἀκούσαμε, ὅλα ὅσα νιώσαμε, νὰ τὰ πολλαπλασιάσουμε καὶ νὰ τὰ σκορπίσουμε καὶ νὰ γίνουμε μιὰ νέα ἁλυσίδα φωτὸς πάνω στὴ γῆ.
Ἂν μπορέσουμε ὅμως νὰ ὁμολογήσουμε πὼς τὸ πρόσωπο ποὺ ἀναχώρησε ἀπὸ αὐτὴν τὴ ζωὴ ἦταν γιὰ μᾶς ἕνας θησαυρός, τότε «ὅπου γὰρ ἐστίν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν».

Πρέπει, μαζί μ' αὐτὸν ποὺ εἰσῆλθε στὴν αἰωνιότητα, νὰ ζήσουμε κι ἐμεῖς ὅσο τὸ δυνατόν τελειότερα καὶ βαθύτερα, στὴν αἰωνιότητα.
Ἐπειδὴ εἶναι ὁ μόνος τόπος ὅπου μποροῦμε νὰ εἴμαστε μαζὶ μὲ τὸν κεκοιμημένο.

Αὐτὸ σημαίνει ὅτι, καθὼς ὅλο καὶ περισσότερα ἀγαπημένα πρόσωπα ἀφήνουν αὐτὸ τὸ ἐπίγειο προσκύνημα καὶ εἰσέρχονται στὴ σταθερότητα καὶ στὴ γαλήνη τῆς αἰώνιας ζωῆς, θὰ πρέπει νὰ αἰσθανόμαστε ὅλο καὶ περισσότερο ὅτι ἀνήκουμε ὅλο καὶ τελειότερα καὶ πληρέστερα σ' ἐκεῖνο τὸν κόσμο, καὶ ὅτι σταδιακὰ οἱ ἀξίες του γίνονται δικές μας.

Ἂν μάλιστα ἕνα ἀπὸ τὰ πολυαγαπημένα μας πρόσωπα, ἂν ἕνας ἀπὸ τοὺς πολυτιμότερους θησαυρούς μας λέγεται Ἰησοῦς Χριστός, τότε μποροῦμε ἀληθινά, ὅσο εἴμαστε ἀκόμη πάνω στὴ γῆ, νὰ λαχταροῦμε, ὅπως ὁ ἀπόστολος Παῦλος, μὲ ὅλη μας τὴν ψυχή καὶ ὅλο μας τὸ μυαλό, μὲ ὅλο μας τὸ σῶμα καὶ ὅλη μας τὴν καρδιά, τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ ἑνωθοῦμε ἀδιαίρετα μαζί Του.

Ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ δικοῦ μας θανάτου εἶναι κάτι ποὺ τὸ κάνουμε μὲ τρόπους πολύ διαφορετικούς, σύμφωνα μὲ τὴν ἡλικία μας καὶ τὶς περιστάσεις.

Ἀντιλαμβανόμαστε τὸ θάνατο μὲ διαφορετικὸ τρόπο σὲ διαφορετικὲς καταστάσεις καὶ ἡλικίες.
Σκεφτεῖτε τὰ παιδιὰ ποὺ ἀκοῦν τὴ λέξη «θάνατος».
Ἴσως νὰ διαθέτουν μιὰ πολύ ἀσαφὴ ἰδέα γι' αὐτὸν ἢ ἴσως νὰ ἔχουν ἤδη χάσει κάποιο γονιό καὶ νὰ στενοχωριοῦνται στὴ μοναξιὰ τους.
Τὸν ἀντιλαμβάνονται ὡς ἀπώλεια, ἀλλὰ ὄχι ὡς θάνατο καθαυτό.

Ἕνα παιδί μπορεῖ νὰ πληροφορηθεῖ γιὰ τὸ θάνατο μὲ κάποιον τερατώδη τρόπο, ποὺ θὰ τὸν καταστήσει ἔτσι ἀποκρουστικὸ στὰ μάτια του, ἢ ἀντίθετα μὲ κάποιον λογικό καὶ ὑγιὴ τρόπο, ὅπως μᾶς δείχνει ἡ ἀκόλουθη ἱστορία.

Μιὰ πολυαγαπημένη γιαγιὰ πέθανε μετὰ ἀπὸ μακρά καὶ ὀδυνηρὴ ἀσθένεια. Μὲ κάλεσαν στὸ σπίτι της καὶ, ὅταν ἔφθασα, ἀνακάλυψα ὅτι τὰ παιδιὰ εἶχαν ἀπομακρυνθεῖ.
Ρώτησα γιατί καὶ οἱ γονεῖς μοῦ εἶπαν: «Δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφήσουμε τὰ παιδιὰ νὰ μείνουν στὸ σπίτι ὅπου ὑπῆρχε ἕνας πεθαμένος».
«Γιατί;»
«Ἐπειδὴ ξέρουν τι εἶναι θάνατος».
«Καὶ τι εἶναι θάνατος;» ρώτησα.
«Εἶδαν κάποια μέρα ἕνα κουνελάκι κατακομματιασμένο ἀπὸ μία γάτα στὸν κῆπο, καὶ ἔτσι γνωρίζουν τι εἶναι θάνατος».

Σκέφτηκα πὼς ἂν αὐτὴ εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ θανάτου ποὺ εἶχαν αὐτὰ τὰ παιδιά, τότε θὰ ἦταν ὑποχρεωμένα ὅλη τους τὴ ζωὴ νὰ ζοῦν μὲ μιὰ αἴσθηση τρόμου, ὁποτεδήποτε ἄκουγαν αὐτὴν τὴ λέξη, ὁπουδήποτε παρακολουθοῦσαν ἕνα μνημόσυνο, ὁπουδήποτε ἔβλεπαν ἕνα φέρετρο - ἀνείπωτος τρόμος κρυμμένος μέσα σ' αὐτὸ τὸ ξύλινο κουτί.

Μετὰ ἀπὸ μακρὰ συζήτηση, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ὁποίας οἱ γονεῖς μοῦ εἶπαν ὅτι τὰ παιδιὰ θὰ κατέρρεαν ψυχολογικὰ ἂν τοὺς ἐπιτρεπόταν νὰ δοῦν τὴ γιαγιά τους καὶ πὼς ἡ διανοητική τους κατάσταση θὰ ἦταν δική μου εὐθύνη, ἔφερα πίσω τὰ παιδιά.

Ἡ πρώτη τους ἐρώτηση ἦταν:
«Τὶ εἶχε πράγματι συμβεῖ στὴ γιαγιά;»
Τοὺς εἶπα: «Τὴν ἀκούσατε πολλὲς φορὲς νὰ λέει ὅτι λαχταροῦσε νὰ συναντήσει τὸν ἄνδρα της στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅπου αὐτὸς εἶχε προηγηθεῖ. Τώρα πῆγε καὶ αὐτή».
«Ἔτσι, εἶναι εὐτυχισμένη» εἶπε ἕνα ἀπὸ τὰ παιδιά.
«Ναί» εἶπα.

Κατόπιν πήγαμε στὸ δωμάτιο ὅπου βρισκόταν ἡ γιαγιά.
Ἡ ἡσυχία ἦταν ὄμορφη. Ἡ ἡλικιωμένη γυναῖκα, ποὺ τὸ πρόσωπό της εἶχε ρυτιδωθεῖ τὰ τελευταία χρόνια ἀπὸ τὸν πόνο, κειτόταν ἀπόλυτα ἀκίνητη καὶ ἤρεμη.
Ἕνα ἀπὸ τὰ παιδιὰ εἶπε: «Αὐτὸς λοιπόν εἶναι ὁ θάνατος».
Καὶ τὸ ἄλλο συμπλήρωσε: «Τὶ ὡραία».

Ἐδῶ ἔχουμε δύο μορφὲς τῆς ἴδιας ἐμπειρίας.
Πρόκειται νὰ ἐπιτρέψουμε στὰ παιδιὰ νὰ δοῦν τὸ θάνατο σύμφωνα μὲ τὸ κατακομματιασμένο ἀπὸ κάποια γάτα κουνελάκι, ἢ θὰ τὰ ἀφήσουμε νὰ δοῦν τὴν ἠρεμία καὶ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ θανάτου;

Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία φέρνουμε τὸν νεκρὸ στὸ ναὸ ὅσο γρηγορότερα μποροῦμε.
Προσευχόμαστε μπροστὰ στὸ ἀνοιχτὸ φέρετρο.

Τὸ πλησιάζουν ἐνήλικες καὶ παιδιά. Ὁ θάνατος δὲν εἶναι κάτι ποὺ πρέπει νὰ τὸ κρύψουμε: εἶναι κάτι ἁπλό καὶ μέρος τῆς ζωῆς. Καὶ τὰ παιδιὰ μποροῦν νὰ παρατηροῦν τὸν κεκοιμημένο καὶ νὰ βλέπουν τὴ γαλήνη στὸ πρόσωπό του.

Ἀσπαζόμαστε τὸν κεκοιμημένο.
Αὐτὴ δὲ τὴ στιγμὴ δὲν θὰ πρέπει νὰ ξεχάσουμε νὰ προειδοποιήσουμε τὰ παιδιὰ ὅταν θὰ ἀσπασθοῦν τὸ μέτωπο τοῦ νεκροῦ ποὺ ἦταν πάντοτε ζεστό, ὅτι τώρα θὰ τὸ βροῦν κρύο, καὶ νὰ τοὺς ποῦμε, «αὐτὸ εἶναι τὸ σημάδι τοῦ θανάτου».
Ἡ ζωὴ εἶναι ζεστή.
Ὁ θάνατος εἶναι ψυχρός.
Τότε τὸ παιδί δὲν θὰ τρομοκρατηθεῖ, ἐπειδὴ διαθέτει τὴν ἐμπειρία ἀπὸ ζεστά καὶ κρύα πράγματα, ποὺ τὸ καθένα ἔχει τὸ χαρακτῆρα καὶ τὸ νόημά του.

Andrew Walker - Κώστας Καρράς (επιμ.),
Ζωντανὴ Ὀρθοδοξία στὸν σύγχρονο κόσμο,
μτφρ Ιωσήφ Ροηλίδης, εκδ.
Ἑστία, Ἀθήνα 2001.

Πηγή: Μυριόβιβλος



Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ

Κάθε λογισμὸς καὶ κάθε αἴσθηση ὁδηγοῦν σταδιακὰ τὴν ψυχὴ εἴτε πρὸς τὸν παράδεισο εἴτε πρὸς τὴν κόλαση.

Ἄν ὁ λογισμὸς εἶναι ἔλλογος, τότε συνδέει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεὸ Λόγο, μὲ τὸν ὕψιστο Λογισμό, μὲ τὴν Παναξία, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ὁ παράδεισος.

παράδεισος

Ἐάν πάλι εἶναι ἄλογος ὁ λογισμὸς ἤ καὶ παράλογος, τότε συνδέει ἀναπόφευκτα τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Παράλογο, τὸν Ἀνόητο, μὲ τὸν διάβολο, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ἡ κόλαση.

Ὅσα ἰσχύουν γιὰ τὸν λογισμὸ, ἰσχύουν καὶ γιὰ τις αἰσθήσεις. Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ, ἀπὸ τὴν γῆ: καὶ ὁ παράδεισος μὰ καὶ ἡ κόλαση τοῦ ἀνθρώπου.

Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Ο Ζυγός της Δικαιοσύνης

Ο Ζυγός της Δικαιοσύνης

Η Θεία Λειτουργία

The Arabic Divine Liturgy of St. John Chrysostomos

The Turkish Divine Liturgy of St. John Chrysostomos

 

Άγιοι Τόποι

24 Ώρες στους Αγίους Τόπους, Οδοιπορικό σε Μονές 20/04/2019

24 Ώρες στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων 25/04/2019

24 Ώρες στα Βήματα του Χριστού 27/04/2019

Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου

Ἐγὼ πατὴρ, ἐγὼ ἀδελφὸς, ἐγὼ νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφὴ, ἐγὼ ἱμάτιον, ἐγὼ ῥίζα, ἐγὼ θεμέλιος, πᾶν ὅπερ ἂν θέλῃς ἐγώ· μηδενὸς ἐν χρείᾳ καταστῇς. Ἐγὼ καὶ δουλεύσω· ἦλθον γὰρ διακονῆσαι, οὐ διακονηθῆναι. Ἐγὼ καὶ φίλος, καὶ μέλος, καὶ κεφαλὴ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ ἀδελφὴ, καὶ μήτηρ, πάντα ἐγώ· μόνον οἰκείως ἔχε πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ πένης διὰ σέ· καὶ ἀλήτης διὰ σέ· ἐπὶ σταυροῦ διὰ σὲ, ἐπὶ τάφου διὰ σέ· ἄνω ὑπὲρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρὶ, κάτω ὑπὲρ σοῦ πρεσβευτὴς παραγέγονα παρὰ τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σὺ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ συγκληρονόμος, καὶ φίλος, καὶ μέλος. Τί πλέον θέλεις; τί τὸν φιλοῦντα ἀποστρέφῃ; τί τῷ κόσμῳ κάμνεις; τί εἰς πίθον ἀντλεῖς τετρημένον;  περισσότερα »»»

Η Ελλάδα και ο Υμνος της Ελευθερίας

Ελληνική σημαία - Ελλάς - Ελευθερία

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Υπεραγία Παρθένος Θεοτόκος Μαρία

Κύριος διασκεδάζει βουλὰς ἐθνῶν, ἀθετεῖ δὲ λογισμοὺς λαῶν καὶ ἀθετεῖ βουλὰς ἀρχόντων· ἡ δὲ βουλὴ τοῦ Κυρίου εἰς τὸν αἰῶνα μένει, λογισμοὶ τῆς καρδίας αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεάν. (Ψαλ. 32, 10-11)

εἰ δέ τις τῶν ἰδίων καὶ μάλιστα τῶν οἰκείων οὐ προνοεῖ, τὴν πίστιν ἤρνηται καὶ ἔστιν ἀπίστου χείρων. (Τιμ.Α 5,8)

Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας

Οἱ ἄνθρωποι καταχρηστικά λέγονται λογικοί. Δεν εἶναι λογικοὶ ὅσοι ἔμαθαν ἀπλῶς τὰ λόγια καὶ τὰ βιβλία τῶν ἀρχαίων σοφῶν, ἀλλ' ὅσοι ἔχουν τὴ λογικὴ ψυχὴ καὶ μποροῦν νὰ διακρίνουν ποιὸ εἶναι τὸ καλὸ καἰ ποιὸ τὸ κακό καὶ ἀποφεύγουν τὰ πονηρὰ καὶ βλαβερὰ στὴν ψυχή, τὰ δὲ ἀγαθὰ καὶ ψυχωφελῆ, τὰ ἀποκτοῦν πρόθυμα μὲ τὴ μελέτη καὶ τὰ ἐφαρμόζουν μὲ πολλὴ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό. Αὐτοὶ μόνοι πρέπει νὰ λέγονται ἀληθινὰ λογικοὶ ἄνθρωποι.

St Antony the Great

Ἐφ᾿ ὅσον ἐννοεῖς τὰ περὶ Θεοῦ, νὰ εἶσαι εὐσεβής, χωρὶς φθόνο, ἀγαθός, σώφρων, πράος, χαριστικὸς κατὰ δύναμιν, κοινωνικός, ἀφιλόνεικος καὶ τὰ ὅμοια. Διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ἀπαραβίαστο ἀπόκτημα τῆς ψυχῆς, νὰ ἀρέσει στὸ Θεὸ μὲ τέτοιες πράξεις καὶ μὲ τὸ νὰ μὴν κρίνει κανέναν καὶ νὰ λέει γιὰ κανέναν, ὅτι ὁ δείνα εἶναι κακὸς καὶ ἁμάρτησε. Ἀλλὰ καλλίτερο εἶναι νὰ συζητᾶμε τὰ δικά μας κακά, καὶ νὰ ἐρευνᾶμε μέσα μας τὴ δική μας πολιτεία, ἐὰν εἶναι ἀρεστὴ στὸ Θεό. Διότι, τί μᾶς μέλει ἐμᾶς, ἐὰν ὁ ἄλλος εἶναι πονηρός;

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Ἡ αἰωνιότητα εἶναι φρικιαστικὴ δίχως Θεάνθρωπο, γιατὶ καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι φοβερὸς δίχως τὸν Θεάνθρωπο. Καθετὶ τὸ ἀνθρώπινο, μονάχα στὸν Θεάνθρωπο ἔχει τὴν τελικὴ καὶ λογικὴ του ἑρμηνεία. Δίχως τὸν θαυμαστὸ Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὅλα τὰ ἀνθρώπινα μεταβάλλονται ἀναπόφευκτα σὲ χάος, σὲ φρίκη, σὲ θάνατο, σὲ κόλαση: ἡ φρόνηση σὲ ἀφροσύνη, ἡ αἴσθηση σὲ ἀπόγνωση, ἡ ἐπιθυμία σὲ αὐτοδιάσπαση μέσα ἀπὸ τὴν αὐτοθέωση ἤ τὴν αὐτοεξουθένωση.