Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός | Ορθόδοξοι Πατέρες Our Lord Jesus Christ | Orthodox Fathers

»»»    Ἐγκώμιον εἰς τὴν ἁγίαν καὶ ἔνδοξον τοῦ Χριστοῦ μάρτυρα Βαρβάραν

Ἐγκώμιον εἰς τὴν ἁγίαν καὶ ἔνδοξον τοῦ Χριστοῦ μάρτυρα Βαρβάραν


Εἶναι κοινὴ ὁμολογία ὅτι εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ κάθε σύνθεση Αγία Βαρβάραἐγκωμίων ἡ δόξα τῶν ἁγίων καὶ καλλινίκων μαρτύρων τῆς εὐσέβειας καὶ ἡ χάρη καὶ ἡ καλὴ φήμη, καὶ ὑπερβαίνει τὴν πλαστὴ ὁμορφιὰ ποὺ συλλέγεται ἀπὸ τοὺς ρητορικοὺς λόγους καὶ τοὺς λαρυγγισμοὺς τῆς σοφιστικῆς τέχνης. Καὶ θὰ σταθοῦν, νομίζω, μὲ κατάπληξη καὶ ἀπορία μπροστὰ στὸ μέγεθος τοῦ πράγματος καὶ οἱ πιὸ ἐπιδέξιοι σ᾽ αὐτὲς τὶς τέχνες, κι ὅλοι ὅσοι ἔχουν ἐπιδοθεῖ σ᾽ αὐτὲς τὶς ἀσχολίες καὶ τὶς μελέτες καὶ ξόδεψαν σ᾽ αὐτὲς ὅλο τους τὸ χρόνο. Κι αὐτοὶ βέβαια δὲν εἶναι οἱ δικοί µας ἁμαθεῖς καὶ ἄπειροι σ᾽ αὐτὰ καὶ ποὺ οὔτε μὲ τ᾽ ἀκροδάχτυλό τους, ὅπως λέμε, δὲν ἔχουν δοκιμάσει αὐτὴ τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν ἐπιδεξιότητα καὶ τὴ λογογραφικὴ ἄσκηση. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲ θὰ κάνει νὰ νιώσομε μιὰ κάποια ζάλη ἀναλαμβάνοντας τὴν ὁμιλία καὶ νὰ μᾶς πιάσει δειλία καὶ δισταγμός, ὥστε ν᾿ ἀφήσομε κι ἐμᾶς τοὺς ἴδιους ἀλλὰ καὶ τὸ πρόθυμο ἀκροατήριο τελείως ἄμοιρο ἀπὸ τὴν ὠφέλεια ποὺ δίνει, ὅπως εἶναι φυσικό, ἡ περιπέτεια τόσο μεγάλων ἀγώνων.

Ἐμπρὸς λοιπὸν ἂς ἐπικαλεστοῦμε τὴν οὐράνια βοήθεια ἀπὸ τὸν ἐπόπτη καὶ ἀθλοθέτη τῶν ἀγωνισμάτων Χριστὸ νὰ σκύψει εὐμενὴς βοηθός μου, ὥστε νὰ περιγράψω μὲ τὸ λόγο μου καὶ νὰ φέρω ὅσο μπορῶ μπροστὰ στὰ μάτια σας αὐτὴν ποὺ δικαιολογημένα τώρα ἐγκωμιάζομε, τὴν καλλίνικο μάρτυρα Βαρβάρα, αὐτὴν ποὺ σήμερα γιορτάζομε σὲ πάνδημο πανηγύρι, γιὰ νὰ παρουσιάσω μὲ συντομία τὴν ὅλη διαδικασία τῆς ἄθλησής της, ὥστε, κατανοώντας τὴ θεία δύναμη ποὺ ἀόρατα ἐνισχύει καὶ ἐνδυναμώνει τοὺς μάρτυρες, νὰ προσποριστοῦμε ὄχι τυχαία ὠφέλεια καὶ βελτίωση. Δὲν θὰ προσπαθήσω βέβαια νὰ ἐξυψώσω τοὺς ἀγῶνες της μὲ πάταγο καὶ φλυαρία εὐγλωττίας, γιατὶ οἱ μάρτυρες δὲν ἔχουν καμμιὰ ἀνάγκη ἀπὸ τὴ βοήθεια τῶν λόγων, ἀλλὰ θὰ ἐκθέσω τὰ ἴδια τὰ πράγματα μὲ ἁπλὰ λόγια.

Σηκωθεῖτε λοιπόν, τοῦ Χριστοῦ φίλοι καὶ τῶν μαρτύρων, κι ἀφοῦ περιορίσετε κι ἀποσύρετε τὸ νοῦ σας ἀπὸ τὴν περιπλάνησή του στὰ ἔξω, ἀκοῦστε τὸ λόγο μου μὲ προσοχή. Γιατὶ εἶναι ἀνεπίτρεπτο νὰ τρέχετε μὲ προθυμία στὰ κοσμικὰ θεάματα, ἐννοῶ τὶς ἱπποδρομίες καὶ τὶς παλαῖστρες, καὶ νὰ θέλετε νὰ δεῖτε ὁπωσδήποτε τὴν ἅμιλλα καὶ τὸ συναγωνισμὸ καὶ τὶς συμπλοκὲς τῶν ἀντιπάλων καὶ νὰ μὴ φεύγετε προηγουμένως κι ἂν ἀκόμα ἔχετε πολλὰ πράγματα ποὺ σᾶς ἀπασχολοῦν, πρὶν ἀπὸ τὸ τέλος καὶ προτοῦ δεῖτε ποιός θὰ εἶναι ὁ νικητὴς ποὺ θὰ πάρει τὸ βραβεῖο καὶ θὰ δεχτεῖ τὸ στέφανο τῆς νίκης, ἂν καὶ ἐσεῖς ἀπὸ ὅλα αὐτὰ δὲν ἔχετε ν᾿ ἀποκομίσετε κανένα ὄφελος, ἐδῶ ὅμως ποὺ ἁπλώνεται μπροστά µας ἕνα ψυχωφελὲς καὶ πνευματικὸ θέαμα καὶ ποὺ ἀγωνοθέτη του ἔχει, ὄχι κάποιον ἐπίγειο βασιλέα, ἀλλὰ τὸν παμβασιλέα Χριστὸ καὶ Θεὸ ποὺ ἡγεμονεύει σὲ ὅλα τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα, καὶ ποὺ θεατὲς εἶναι οἱ χιλιάδες καὶ μυριάδες τῶν οὐράνιῶν στρατιῶν, ὅπου ἀγωνίζεται ἡ Βαρβάρα ἡ ἀείμνηστη καὶ παμπόθητη στεφανωμένη μάρτυς τοῦ Χριστοῦ, κι ὅπου ἀντίπαλός της εἶναι ὄχι ἕνας τυχαῖος ἢ ἕνας δεύτερος, ἀλλὰ ὁ πρῶτος, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος; Γιατὶ λέει, «ἡ πάλη µας δὲ γίνεται ἐνάντια στὸ αἷμα καὶ τὴ σάρκα, ἀλλὰ ἐνάντια στὶς ἀρχὲς καὶ τὶς ἐξουσίες, ἐνάντια στοὺς κοσμοκράτορες τοῦ σκότους, στὰ πονηρὰ πνεύματα ποὺ βρίσκονται στὰ ἐπουράνια», δηλαδὴ ἐξαιτίας τῶν ἐπουράνιων. Κι ἐπιπλέον καὶ τὸν ἴδιο τὸν πρῶτο, σαρκικὸ καὶ πνευματικό, καὶ τοὺς ἡγεμόνες τοῦ κόσμου καὶ τοὺς ἄρχοντες ποὺ ἡ πάναγνη ἀμνάδα τοῦ Χριστοῦ Βαρβάρα εἶχε ἀποκτήσει ἀντιπάλους της στὴν παλαίστρα, ποὺ ἦταν ἀντίπαλοι ὁρατοὶ κι ἀόρατοι.

Ἑνῶ λοιπὸν ἔχομε μπροστὰ µας ἕνα τέτοιο θέαμα ἄθλων, δὲ θὰ τρέξομε νὰ τὸ παρακολουθήσομε καὶ δὲ θὰ δοῦμε τὴ σύγκρουση καὶ τὶς συμπλοκὲς καὶ τὶς λαβὲς καὶ τῶν δύο ἀντιπάλων καὶ δὲ θὰ χαροῦμε βλέποντας τὴν ἱερὴ νίκη καὶ τὸ στεφάνωμα τῆς δικῆς μας ἀθλήτριας; Δὲ θὰ δοῦμε ἀπὸ τὴ μιὰ τοὺς μισητοὺς δαίμονες νὰ νικοῦνται καὶ νὰ ντροπιάζονται καὶ νὰ πέφτουν, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη τοὺς ἀγγελικοὺς χοροὺς νὰ ξεσποῦν σ᾽ ἀλαλαγμοὺς καὶ νὰ ἐπαινοῦν καὶ νὰ τιμοῦν τὴν καλλίνικο μὲ ἐπινίκια χειροκροτήματα καὶ τὸ Χριστὸ τὸν ἴδιο ὡς ἀγωνοθέτη, νὰ σηκώνεται, ὅπως ἔκανε στὸ Στέφανο τὸν πρωτομάρτυρα, ἀπὸ τὸ βασιλικό του θρόνο καὶ νὰ προτείνει τὸ στεφάνι καὶ νὰ ὑποδέχεται τὴ νικήτρια λουσμένη στὸν ἱδρώτα μὲ δορυφόρους της ἀγγέλους καὶ νὰ τὴν ἀγκαλιάζει καὶ νὰ τὴν παίρνει στοὺς ἐπουράνιους θαλάμους καὶ νυμφῶνες του; Τί εἶναι γιὰ τοὺς φίλους τῶν θεαμάτων πιὸ εὐχάριστο καὶ γλυκύτερο καὶ ὠφελιμότερο θέαμα ἀπὸ αὐτό; Γιατὶ λέει ὁ Βασίλειος ὁ ἱερὸς δάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας: «μακάρισε ὅσους μαρτύρησαν γνήσια, γιὰ νὰ γίνεις μάρτυρας ὡς πρὸς τὴν προαίρεση καὶ νὰ φύγεις ἀπὸ τὴ ζωὴ χωρὶς αἷμα, χωρὶς μάστιγες καὶ κακοποιήσεις». Ὑπάρχει ἄραγε κάποιο ἄλλο θέαμα ἢ ἄλλο γεγονὸς πιὸ ἐπικερδὲς καὶ πιὸ πλουτοφόρο: Δὲ νομίζω.

Ἀλλὰ τί ἔχω πάθει, φίλοι μου, πρὶν ἀρχίσω νὰ μιλῶ γιὰ τοὺς ἀγῶνες, ὁ λόγος μὲ παρέσυρε στὸ τέλος τους. Ἐμπρὸς λοιπόν, γυρίζοντας στὴν ἀρχή, ἂς πατήσομε τὰ πρόθυρα τοῦ μαρτυρίου κι ἂς ἀρχίσομε τὴ διήγησή µας μὲ τὴ σειρά. Βλέποντας ὁ πανάγαθος καὶ φιλεύσπλαχνος Θεὸς Λόγος τὸ πλαστούργημά του, ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἔπλασε σύμφωνα μὲ τὴ δική του εἰκόνα καὶ παρέδωσε στὰ χέρια του τὴν ἡγεμονία πάνω στὴ γῆ, νὰ τὸ ἔχει βγάλει μὲ τὴν ἀπάτη του τὸ νοητὸ φίδι μέσω τοῦ αἰσθητοῦ ἀπὸ τὴν τρυφὴ τοῦ παραδείσου, καὶ νὰ εἶναι ὑποδουλωμένο σ᾽ αὐτὸν καὶ ὅλο τὸ γένος αὐτοῦ παραδομένο ὄχι μόνο στὴ φθορά, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸ ἔχουν στὴν κατοχή τους ἡ πολύσχιστη πλάνη καὶ τὰ πάθη τῆς ἀτιμίας, καὶ τόσο πολὺ νὰ ἔχει σκοτισμένα τὰ ψυχικά του μάτια ἀπὸ τὸ ζόφο τῆς ἀσέβειας, ὥστε ἀκόμα καὶ τὸν ἀληθινὸ Θεὸ νὰ ἔχει ἐγκαταλείψει καὶ νὰ προσφέρει τὴν προσκύνησή του στὰ ξύλα καὶ στὰ λιθάρια καὶ στὴν ἀναίσθητη ὕλη κι ὁ πονηρὸς νὰ τό χει ἀπωθήσει καὶ γκρεμίσει στὸ χειρότερο μέρος τοῦ ἅδη καὶ τῆς ἀσέβειας, δὲν ἄντεξε τὴν προσβολὴ τοῦ ἀλαζονικοῦ τυράννου καὶ τὸν ἀπελπισμένο χαμὸ τοῦ πλανημένου ἀνθρώπου. Παίρνοντας λοιπὸν ἐπάνω του τὸ πλάσμα του ἀπὸ οἶκτο μᾶλλον, ντύθηκε ὁ καλὸς ποιμένας τὴ σάρκα µας ἀπὸ ἀπειρόγαμη κόρη καὶ μ᾽ αὐτὴ δελεάζοντας τὸν ἀντίπαλο καὶ κατανικώντας τον μὲ τὸ σταυρὸ τὸν πέταξε δίκαια ἀπὸ τὴν ἐξουσία του, γιατὶ εἶχε ἄδικα ἐξοπλίσει τὸ θάνατο ἑνάντια στὸν ἄπειρο ἀπὸ ἁμαρτία, γιὰ τὴν ὁποία εἶχε ὁριστεῖ ὁ θάνατος. Γιατὶ δὲν ἀφοροῦσαν αὐτὸν οἱ εὐθύνες καὶ τὰ ἐπιτίμια θανάτου, αὐτὸν ποὺ δὲν εἶχε δοκιμάσει καθόλου τὴν ἁμαρτία.

Αὐτὸς λοιπὸν ποὺ ἄδικα θανάτωσε τὸν ἄνθρωπο ἔπρεπε νὰ θανατωθεῖ δίκαια καὶ νὰ στερηθεῖ ἀπὸ τὸν πλοῦτο ποὺ εἶχε ἀποκτήσει. Γιατὶ θανάτωσή του ἦταν ἡ ἀποβολὴ καὶ ἡ ἔκπτωσή του ἀπὸ τὴν ἐξουσία, καθόσον ὁ κτίστης εἶχε δημιουργήσει ἀθάνατο τὸ γένος τῶν δαιμόνων. Γιατὶ καὶ ὁ Κύριος στὸν καιρὸ τοῦ πάθους ἔλεγε: «ἔρχεται ὁ ἄρχοντας τοῦ κόσμου αὐτοῦ καὶ σ᾽ ἐμένα δὲ θὰ βρεῖ τίποτα» δηλαδὴ κανένα γέννημα ἀπὸ τοὺς σπόρους του, οὔτε ἴχνος ἢ μυρωδιὰ ἢ σκιὰ ἁμαρτίας. Γιατί, γιὰ νὰ ποῦμε τὸ λόγο τοῦ προφήτη, «δὲν ἔπραξε ἁμαρτία οὔτε βρέθηκε δόλος στὸ στόμα του». Γι’ αὐτὸ κι ἔλεγε πάλι «τώρα γίνεται ἡ κρίση τοῦ κόσμου· τώρα ὁ ἄρχοντας τοῦ κόσμου αὐτοῦ θὰ διωχθεῖ ἔξω», θὰ ἐκπέσει δηλαδή, θὰ χάσει τὴν τυραννία του.

Ἀφοῦ λοιπὸν ἀνάπλασε κι ἀνανέωσε τὴ ζύμη µας μὲ τὴν ἀνάστασή του, ἀποστέλλει τότε τοὺς ἀποστόλους του στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης, μεταφέροντας στοὺς θνητοὺς τὸ σωτήριο κήρυγμα, ἐπαναφέροντάς τους στὸν ποιητή τους, διαλύοντας τὸ σκότος τῆς ἀθεΐας μὲ τὶς μαρμαρυγὲς τοῦ Πνεύματος, ἐξαφανίζοντας τὴν πλάνη καὶ διδάσκοντας τὴ θεογνωσία. Καὶ ὅπως πιάνοντας φωτιὰ σὲ πολύδεντρο καὶ βαθύσκιο δάσος ὑψώνεται ἁμέσως σὲ πελώριες φλόγες καὶ μεταδίδεται καὶ στὰ κοντινὰ δέντρα καὶ δὲν μπορεῖ νὰ κρατήσει κρυμμένη τὴ λάμψη καὶ τὴν ἐνέργειά της, ἄλλα τὴ φανερώνει σ᾽ ὅλους· ἀκόμη καὶ σ᾽ ὅσους κατοικοῦν μακριά, ἔτσι λοιπὸν καὶ ἡ θεία φωτιά, ποὺ γιὰ ν᾿ ἀνάψει στὴ γῆ κατέβηκε πάνω στὴ γῆ ὁ Κύριος, ἡ φωτιὰ ποὺ κατακαίει κάθε ἁμαρτία, κάθε μοχθηρὴ καὶ ὑλικὴ ἕξη καὶ διάθεση μέσω τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν διαδόχων τους καὶ ποὺ περνᾶ στὶς ἀνθρώπινες ψυχές. Κι ὅσες ἀπὸ αὐτὲς ἦταν λεῖες κι ἁπαλὲς καὶ κατάλληλες σὲ ἀνάπλαση καὶ ποθοῦσαν καὶ περίμεναν τὸν ποιητὴ καὶ λυτρωτή τους ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία τους, ἀφοῦ τὶς σφούγγιζε καὶ τὶς καθάριζε ἀμέσως ἀπὸ τὰ στίγματα τῆς ἁμαρτίας, τὶς ἔκαμνε θεόµοιαστες καὶ ταπεινὲς κι ὁλόλαμπρες, ὅποιες ψυχὲς ὅμως εἶχαν δεχτεῖ ὣς μέσα στὰ βάθη τῆς θέλησης τὴν ποιότητα τῆς ἀσέβειας καὶ σὰν τὶς νυχτερίδες δὲν θέλησαν οὔτε τὸ φῶς τοῦ ἡλίου ποὺ ἔλαμψε νὰ δεχτοῦν στὰ μάτια τους, ἀλλὰ προτίμησαν νὰ ζοῦν στὸ σκοτάδι καὶ νὰ κυλιοῦνται ἀδιάκοπα στὸ βοῦρκο, τὶς ἔδιωχνε στὸ ἔσχατο πῦρ τῆς γέεννας, ἐπειδὴ πόθησαν μὲ θέλημά τους νὰ νοσήσουν.

Ἀλλὰ δὲν ἦταν τέτοια ἡ πανίερη καὶ ὁλοκάθαρη ψυχὴ τῆς πανεύφημης μάρτυρος Βαρβάρας, ἀντίθετα μάλλον, ἔχοντας δεχθεῖ τὴ λάμψη τῆς πίστης κι ἀφοῦ σύγκρινε τὸ φῶς μὲ τὸ ζόφο καὶ διαπίστωσε πόσο ἀσύγκριτη εἶναι ἡ ὑπεροχὴ τοῦ πρώτου, ἔχοντας τὴ θεία ἐπίγνωση γιὰ τὴν πλάνη καὶ τὸ σκοτισμὸ τῶν βδελιγμάτων, ἀμέσως σὰν γῆ καλὴ καὶ γόνιμη ἁρπάζοντας τὸν οὐράνιο σπόρο κι ἀφοῦ τὸν καλλιέργησε μὲ ἐπιμελημένη ἄσκηση τῶν ἐντολῶν, καρποφόρησε τριάντα φορὲς καὶ ἑξήντα καὶ ἑκατὸ περισσότερο, θέτοντας μέσα στὴν καρδιά της βαθμίδες γι᾿ ἀνάβαση καὶ προχωρώντας στὴν τελειότητα τῶν ἀρετῶν. Στὸ τέλος λοιπὸν δέχτηκε τὸ λόγο τοῦ προφήτη ποὺ λέει, «καὶ θὰ γεμίσει ὁλόκληρη ἡ γῆ ἀπὸ τὴ γνώμη τοῦ Κυρίου, σὰν τὸ νερὸ τὸ πολὺ ποὺ κατακλύζει στὶς θάλασσες», δηλαδὴ τὰ συστήματα τῶν ἐθνῶν, ποὺ λέγονται μεταφορικὰ θάλασσες ἀπὸ τὴ χάρη ποὺ μιλάει μὲ τὸ στόμα τοῦ προφήτη. Δὲν ἄντεξε ὅμως ὁ ἐχθρὸς τοῦ ἀγαθοῦ καὶ φίλος τῆς κακίας δαίμονας νὰ βλέπει νὰ αὐξάνει μέρα μὲ τὴ μέρα τὸ πλῆθος ὅσων σώζονται. Γιατὶ αὐτὸς ποὺ στὴν ἀρχὴ ἔρριξε βάσκανο βλέμμα στὸν Ἀδὰμ καὶ στὴ γυναίκα του γιὰ τὴ ζωή τους στὸν παράδεισο μὲ δυσφορία θὰ ἀνεχόταν νὰ βλέπει τὶς ἀναρίθμητες μυριάδες ν᾽ ἀνεβαίνουν μὲ τὴν πίστη τους στὸ Χριστὸ ὄχι στὸν αἰσθητὸ κι ἐπίγειο παράδεισο, ἀλλὰ στὸν οὐρανό, ἀπ᾽ ὅπου ὁ ἴδιος εἶχε ἀπορριφθεῖ σὰν σιδερένια μπάλα.

Ζητᾶ λοιπὸν ἄδεια γιὰ τὸν πειρασμὸ ὁ αἰώνια πειράζων, γιατὶ δὲν ἔχει ἐναντίον κανενὸς ἐξουσία ἂν δὲν τοῦ δοθεῖ, καὶ ὅπως παλιὰ ἀκούοντας τὸ Θεὸ νὰ καυχιόται γιὰ τὸ δοῦλο του καὶ νὰ λέει, «ἔστρεψες τὸ νοῦ σου στὸ δοῦλο μου τὸν Ἰὼβ γιὰ νὰ δεῖς, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος ὅμοιός του στὴ γῆ ἄκακος, δίκαιος, ἀληθινός, θεοσεβής. ποὺ ἀπέχει ἀπὸ κάθε κακία». Ἀμέσως ἐκεῖνος πληγωμένος ἀπὸ τὸ φθόνο ἀποκρίθηκε: «μήπως ὁ Ἰὼβ σέβεται τὸ Θεὸ χωρὶς κέρδος;» καὶ τὰ παρακάτω: «στεῖλε με ν᾿ ἀγγίξω τὶς σάρκες του, γιὰ νὰ δεῖς ἂν θὰ σὲ προσκυνήσει». Θέλοντας τότε ὁ Θεὸς ν᾿ ἀποδείξει ὅτι ὁ δοῦλος του ἦταν σταθερὸς κι ἀκλόνητος μπροστὰ καὶ στὸν ἔσχατο κίνδυνο, ἱκανοποιεῖ τὴν αἴτησή του, γιὰ νὰ μὴ φανεῖ ὅτι ἡ καύχησή του εἶχε γίνει ἔτσι στὴν τύχη.

Ἔτσι καὶ τότε στὴν περίπτωση τῆς μάρτυρός μας Βαρβάρας, ἀκούοντας ὁ παμπόνηρος τὸν Κύριο νὰ μιλᾶ ἐγκωμιαστικὰ γιὰ τὴν Ἐκκλησία ὅτι «καὶ οἱ πύλες τοῦ Ἄδη δὲ θὰ τὴν κατεξουσιάσουν», ὀνομάζοντας πύλες τοῦ ἅδη τὶς κάθε εἴδους ἐπινοήσεις βασανιστηρίων ποὺ σπρώχνουν καὶ κατεβάζουν στὸν ἅδη καὶ στὸ θάνατο, ζητᾶ καὶ πάλι μὲ ἀναίδεια τὴν ἄδεια γιὰ πειρασμό. Ἀφοῦ λοιπὸν πῆρε τὴν ἐξουσία κι ἀφοῦ διάλεξε ὡς ὄργανά του ἄτομα μεστὰ ἀπὸ ἁσέβεια ποὺ ἐξισώνονταν μαζί του στὴν ὠμότητα, τὰ κάνει ἡγεμόνες καὶ ἄρχοντες, καὶ μέσω αὐτῶν ἀνακοινώνει διάταγμα γενικὸ γιὰ ὅλους, νὰ σταματήσει ἡ προσκύνηση τοῦ Χριστοῦ, νὰ προσφέρονται θυσίες στὰ εἴδωλα καὶ νὰ θανατώνονται ἀλύπητα μὲ κάθε τρόπο βασανισμοῦ ὅσοι ἀντιστέκονται. Ἐξαιτίας αὐτοῦ κάθε ἡλικία καὶ κάθε ἀξίωμα, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, θερίζονταν σὰν χόρτα χωρὶς λύπη ὅσοι προτιμοῦσαν νὰ κρατήσουν μέχρι θανάτου τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ ἄθικτη καὶ ἀλώβητη.

Ἐκεῖνο λοιπὸν τὸν καιρὸ ποὺ βασίλευε ὁ ἀσεβής Μαξιμιανὸς καὶ ἡγεμόνευε ὁ Μαρκιανός, ἧταν κάποιος τοπάρχης ποὺ λεγόταν Διόσκορος, ἐξαιρετικὰ πλούσιος, καὶ μανιακὸς στήν προσκύνηση τῶν εἰδώλων. Αὐτὸς εἶχε μιὰ μοναχογέννητη κορούλα, μὲ τὸ ὄνομα Βαρβάρα, ποὺ ξεχώριζε γιὰ τὴν ὀμορφιά της κι ἔλαμπε μὲ τὴ σεμνότητα τῆς συμπεριφορᾶς της. Ἔχτισε λοιπὸν ἕνα ψηλὸ πύργο κι ἔκλεισε μέσα τὴν παρθένο, ὥστε νὰ μὴν βλέπουν οἱ ἄνθρωποι τὴ φωτεινότητα καὶ τὴ λάμψη τῆς ὀμορφιᾶς της ποὺ ἀνθοῦσε καὶ ἄστραφτε. Ζώντας λοιπὸν ἐκεῖ μέσα, ἥσυχη ἀπὸ τοὺς ἔξω θορύβους, ἔκανε θεοσεβεῖς λογισμούς, τοὺς καλλιεργοῦσε καὶ τοὺς ἔτρεφε. Γιατὶ γνωρίζει ἡ ἐρημία νὰ γίνεται μητέρα λεπτῶν καὶ μεγαλόπρεπων ἐννοιῶν. Μισοῦσε τὴν πλάνη καὶ τὴν προσκύνηση τῶν εἰδώλων, ἐπειδὴ ὁδηγοῦσε στὴν παγίδα τοῦ ἅδη, ἐνῶ ἀποδεχόταν κι ἀγαποῦσε τὴν ἀληθινὴ πίστη τῶν Χριστιανῶν καὶ τὴν ὁμολογία τὴ σεπτὴ τῆς ἁγίας καὶ ὁμοούσιας Τριάδος, ἐπειδὴ ἀνεβάζει στοὺς οὐρανούς. Ζωγράφιζε καὶ ξεδίπλωνε μὲ τὸ νοῦ της τοὺς συλλογισμοὺς γιὰ τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς, γιὰ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, γιὰ τὴν ἀπόλαυση τῶν ἀθάνατων ἀγαθῶν, γιὰ τὴ γέεννα καὶ τὴν ἀτελεύτητη ἐκεῖ κόλαση, καθὼς καὶ τὴν ἄστατη καὶ ἀβέβαιη περιφορὰ τῶν ἄστατων πραγμάτων αὐτοῦ τοῦ κόσμου, κι ἔβλεπε πάντα μὲ τὴ φαντασία της τὶς παρθένες μὲ τὶς λαμπάδες, ποὺ ἐνώνονται μὲ τὸν ἄφθαρτο νυμφίο Χριστὸ στὴν οὐράνια παστάδα καὶ ἀπολαμβάνουν ἐκεῖ μέσα τὴν ἄρρητη μακαριότητα, καὶ γι’ αὐτὸ λαχταροῦσε καὶ ποθοῦσε κι εὐχόταν νὰ καταξιωθεῖ κι αὐτὴ τὴν πανόλβια τύχη καὶ τὴν ἀνέκφραστη χαρὰ καὶ τὴν ἀνεκλάλητη δόξα.

Ἐνῶ λοιπὸν ἀπασχολοῦσε τὸ νοῦ της ἡ φρόνιμη κι ἀγνὴ παρθένα μὲ τέτοιες φαντασίες, ἔρχεται ὁ πατέρας της. Ἐπειδὴ πολλοὶ μεγιστάνοι, τοῦ δήλωναν ὅτι ποθοῦσαν πολὺ νὰ τὴν κάνουν σύζυγο καὶ νά ᾿ρθοῦν σὲ γάμου κοινωνία μαζί της, τὴν προέτρεπε νὰ δώσει τὴ συγκατάθεσή της σ᾽ αὐτό. Αὐτὴ ὅμως ἀπέκρουε τοὺς λόγους αὐτοὺς σὰν ἐνοχλητικὲς φλυαρίες καὶ κοιτάζοντας αὐστηρὰ καὶ θυμωμένη τὸν πατέρα της ἀπορρίπτει ὁλότελα τὴ βλαβερὴ αὐτὴ γιὰ τὴν ψυχὴ συμβουλή, δηλώνοντας νὰ μὴν τῆς ξαναθυμίσει ἕνα τέτοιο πράγμα. Γιατὶ ἡ κοπέλλα θεώρησε γελοῖο καὶ τελείως ἀνακόλουθο, ἔχοντας ἀφιερώσει μιὰ γιὰ πάντα τὸν ἑαυτό της στὸν οὐράνιο κι ἀθάνατο νυμφίο κι ἔχοντας ἑνωθεῖ μαζί του, νὰ ὑποταχθεῖ στὸν βόρβορο ὅμοια μὲ τὰ σκουλήκια ποὺ σέρνονται στὸ βοῦρκο τῶν τελμάτων. Ὁ πατέρας της λοιπὸν ποὺ ἔχτιζε τότε μὲ πολλὴ βιασύνη ἕνα λουτρὸ ἔδωσε ἑντολὴ στοὺς τεχνίτες νὰ κατασκευάσουν νότια δύο θυρίδες γιὰ φωταγωγούς, κι ἔφυγε σὲ ταξίδι.

Ἡ Βαρβάρα ὅμως, δούλη τῆς Τριάδος καὶ νύμφη· ἐπισκέφθηκε τὴν οἰκοδομὴ κι ἀνάγκασε τοὺς τεχνίτες ν᾽ ἀνοίξουν στὸ κτήριο τρεῖς θυρίδες. Ἐπιστρέφοντας καὶ γυρίζοντας ἡ καλὴ κόρη στὸν πύργο της, βλέπει τ᾽ ἄψυχα κι ἀναίσθητα εἴδωλα, ποὺ ὁ πατέρας της τιμοῦσε μὲ τὸ σεβασμό του, καὶ πλημμυρισμένη ἀπὸ ἅγιο Πνεῦμα, μὲ ζῆλο ἔνθεο καὶ φλογερὸ φτύνει στὰ περιφρονημένα πρόσωπά τους λέγοντας πολὺ ἐπίκαιρα τὰ ψαλμικὰ λόγια τοῦ Δαβὶδ «ὅμοιοι μ᾽ ἐσᾶς νὰ γίνουν ὅποιοι σᾶς κατασκευάζουν καὶ ὅσοι ἔχουν σ᾿ ἐσᾶς ἐμπιστοσύνη». Ὢ μακάρια ἀληθινὰ καὶ φιλόθεη ψυχἠ! Ὢ κόρη μὲ φλογερὴ πίστη, μὲ πίστη στολισμένη! Ὢ κόρη μὲ θεία σύνεση ποὺ μυκτήρισες τὴν ἀφροσύνη καὶ τὴν ἀνοησία τοῦ πατέρα σου! Ὢ θυγατέρα ποὺ ἔσβησες μὲ τὸ καθαρὸ φρόνημά σου τὴν ἀνοησία καὶ τὴν ἐξαπάτηση τῆς προμητέρας μας Εὔας! Μιὰ μικρὴ προσβολὴ τοῦ ἐχθροῦ δέχτηκε ἐκείνη κι ἀμέσως ἄλλαξε γνώμη· ἐνῶ αὐτὴ ὄχι μόνο ἀπέκρουσε τὰ θέλγητρά του μὲ ἀδιαλλαξία, ἀλλὰ καὶ τὸν ἴδιο ἔφτυσε στὸ πρόσωπο φτύνοντας τὰ εἴδωλα. Γιατὶ τὴν προσβολὴ τοῦ φτυσίματός της τὴν ἀπέδιδε σ᾽ ἐκεῖνον ποὺ ἐνεργοῦσε μέσω τῶν εἰδώλων, καὶ σ᾽ αὐτὸν τὴν ἐκτόξευσε καὶ τὴν κάρφωσε.

Ὅταν γύρισε ὁ πατέρας της ἀπὸ τὸ ταξίδι θύμωσε κι ἀγανάκτησε μὲ τοὺς οἰκοδόμους γιὰ τὴ μεταβολὴ τῆς διαταγῆς του καὶ τὴν πρόσθεση καὶ τρίτης θυρίδας, ἐκεῖνοι ὅμως μετέθεσαν τὴν εὐθύνη στὴν κόρη του ποὺ τοὺς ἔδωσε αὐτὴ τὴ διαταγή. Ζήτησε τότε νὰ μάθει ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀφορμὴ τῆς κατασκευῆς τριπλῆς θυρίδας· ἁρπάζοντας ἡ πανεύφημη τὴν πρόφαση ποὺ τῆς παρουσιαζόταν ἐπίκαιρη, θεολογοῦσε πανηγυρικὰ τὴ δόξα τῆς Τριάδος παρακινώντας τὸν ἄπιστο πατέρα της στὴ σωτήρια πίστη.

"Ναί, τοῦ λέει, γιατὶ ἡ Τριάδα φωτίζει κάθε ἄνθρωπο ποὺ ἔρχεται στὸν κόσμο. Γιατὶ τὸ αἰσθητὸ τοῦτο φῶς τυχαίνει νὰ εἶναι κτίσμα καὶ δημιούργημα τοῦ φωτός, ποὺ νοοῦμε καὶ προσκυνοῦμε ὡς τρεῖς ἐνωμένους μεταξύ τοὺς ἥλιους, καὶ πολὺ θαμπὸ κι ἀχνὸ ἀπεικόνισμα καὶ ἀποσκίασμά του".

Ὁ ἀναθρεφτὴς ὅμως τῆς ἀσέβειας καὶ συνήγορος τοῦ σκότους σὰ νὰ τὸν χτύπησε κατὰ πρόσωπο ἡ ἀστραπὴ τῆς τρίφωτης θεότητας μὲ τὴν τρανὴ καὶ ἀπροκάλυπτη ὁμολογία τῆς πανένδοξης κόρης καὶ τυφλωμένος μάλλον ἀπὸ τὴ σκληρὴ ἀναλαμπή, ξεχειλίζοντας ἀπὸ μανία καὶ κοχλάζοντας ἀπὸ θυμό, τράβηξε τὸ ξίφος κι ὅρμησε ὁ παραλογισμένος νὰ κατασφάξει τὴν μοναδικὴ κορούλα του, βγαίνοντας ταυτόχρονα ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια καὶ τῆς εὐσέβειας καὶ τῆς φύσης, ἐπειδὴ τοῦ εἶχε δείξει τὸ δρόμο ποὺ ἔπρεπε ν᾽ ἀκολουθήσει στὴ ζωή του. Ἀλήθεια! δὲ βγαίνει μόνο ἀπὸ ἀγκαθωτὸ θάμνο τὸ ρόδο τὸ ὡραῖο καὶ μοσχομυριστό, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀσεβὴ ρίζα πολλὲς φορὲς βλασταίνει ὁ καρπὸς τῆς εὐσέβειας. Καὶ μάρτυρας εἶναι ὁ πατριάρχης Ἀβραάμ, καὶ γι’ αὐτὸ ὀνομάστηκε πατέρας τῶν ἐθνῶν ποὺ ὑπῆρξαν ζηλωτὲς τῆς πίστης του, ὁ πρῶτος ποὺ ἀποσκίρτησε ἀπὸ τὴν πολυθεῖα καὶ τὴν ἀθεΐα τῶν πατέρων. Πραγματικὰ ἐκπληρώθηκε καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ ἡ θεία πρόρρηση τοῦ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ ξεσηκώνει τὴν κόρη καὶ τὴ νύφη ἐνάντια στὸν πατέρα καὶ στὴ μητέρα καὶ τὴν πεθερά!, τὰ νέα δηλαδὴ καὶ πρόσφατα ἑνάντια στὰ παλαιὰ μωρολογήματα, καὶ ποὺ χωρίζει τὸ χειρότερο ἀπὸ τὸ καλύτερο.

Τί κάνει λοιπὸν ἡ πανένδοξη Βαρβάρα; Βλέποντας τὸ παμμίερο τόλμημα τοῦ πατέρα της, τὸν λυπήθηκε περισσότερο γιὰ τὸν ἀνόσιο φόνο ποὺ ἐπιχειροῦσε κι ἀνοίγοντας μὲ τὴν προσευχή της μιὰ πελώρια πέτρα ποὺ ἦταν ἐκεῖ ὅρμησε ἀνάμεσα της στὸ ἄλλο μέρος τοῦ βουνοῦ. Ὦ θαῦμα! Νὰ σχίζεται στὰ δύο ἡ πέτρα καὶ νὰ δέχεται στὴν ἀγκαλιά της τὴν ἀμνάδα, ἐνῶ ὁ πατέρας καὶ διώκτης της, ἀπὸ τὴν πέτρα πιὸ ἀναίσθητος, πέτρωνε πιὸ πολὺ μὲ τὴν πώρωση τῆς καρδιᾶς του καὶ γινόταν σὰν πέτρα σκληρή. Καὶ οὔτε τὸ παράδοξο θαῦμα μπόρεσε νὰ μαλακώσει τὴ σκληρότητα κι ἀπανθρωπιὰ τῆς ψυχῆς του, ἀλλὰ διασχίζοντας τὸ βουνὸ προσπαθοῦσε ρωτώντας νὰ τὴ βρεῖ. Κι ἀφοῦ τὴ βρῆκε καὶ τὴ μαστίγωσε, τραβώντας την ἀπὸ τὰ μαλλιὰ καὶ σέρνοντάς την ἀπὸ τὸ βουνό, γυρίζει πίσω καὶ σφαλίζει τὴ μακαριστὴ κόρη σ᾽ ἕνα μικρὸ σπιτάκι. Ἀφοῦ κατάγγειλε στὸν ἡγεμόνα τὰ σχετικὰ μὲ τὴ Βαρβάρα, τὴν παραδίνει γιὰ νὰ βασανιστεῖ, ὀρκίζοντάς τον στοὺς θεοὺς νὰ τὴν ἐξαντλήσει μὲ σκληρὰ βασανιστήρια.

Ἀφοῦ λοιπὸν κάθισε ὁ ἡγεμόνας στὴν πρώτη θέση τοῦ βήματος, πρόσταξε νὰ φέρουν τὴ μάρτυρα. Ὅταν εἶδε τὴν ἀνθηρὴ ὀμορφιὰ τοῦ προσώπου της, ἔμεινε ἕκπληκτος καὶ θαύμασε τὸ φαιδρὸ βλέμμα της. Ἄρχισε τότε νὰ τὴ δοκιμάζει μὲ φιλοφρονήσεις. θέλοντας νὰ τὴν πείσει καὶ νὰ τὴν κερδίσει μὲ κολακεῖες. Γιατὶ αὐτὸ ἧταν τὸ πρῶτο δελέασμα τοῦ διαβόλου. Ἢ δηλαδὴ δοκιμάζει νὰ γοητεύσει καὶ νὰ λυγίσει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὶς ἡδονὲς καὶ τοὺς ἐπαίνους, ἢ νὰ τὸν ἐκφοβίσει καὶ νὰ τὸν τρομάξει μὲ ἀπειλὲς καὶ βασανιστήρια. Ὅταν λοιπὸν ἄδειασε ὅλη τὴν πρώτη φαρέτρα του κι ἔβλεπε ὅτι ἡ ἀθλοφόρος περιφρονοῦσε τὰ κοσμικὰ γόητρα κι ὅλη τὴ δόξα κι ὅλη τὴν τρυφὴ τῆς γῆς τὴ θεωροῦσε σὰν λουλούδι ποὺ μαραίνεται καὶ φυλλορροεῖ κι ὅτι μισοῦσε τὶς προτροπὲς καὶ τὰ γητέματά του σὰν δηλητήριο φιδιοῦ κι ἄλλα δηλητήρια ποὺ πρέπει ν᾿ ἀποφεύγομε, στρέφεται ἁμέσως στὸ ἄλλο εἶδος τῶν πειρασμῶν. Ὅταν ὅμως εἶδε νὰ περιγελᾶ τὸ ἴδιο καὶ τὶς ἀπειλές, γεμάτος θυμό, ἐπειδὴ δὲν πετύχαινε τὸ σκοπό του, τὴ ρωτάει:

Τὶ θέλεις λοιπόν, κορίτσι μου; Νὰ θυσιάσεις στοὺς θεοὺς, ἢ νὰ πεθάνεις μὲ σκληρὲς τιμωρίες;

Ἡ μάρτυς τότε μὲ φρόνημα σταθερὸ καὶ θαρραλέα στάση μὲ λίγα λόγια καὶ τὴν εὐσεβὴ πίστη της διατρανώνει καὶ τὴν ἀνοησία τῶν ἄθεων τυράννων στηλιτεύει. Καὶ τί λέγει:

Ἐγώ, τοῦ λέει, εἶμαι ἕτοιμη νὰ θυσιάσω στὸν Κύριό µου Ἰησοῦ Χριστό, τὸν ποιητὴ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς καὶ τῆς θάλασσας κι ὅλων ὅσα περιέχουν. Τοὺς δικούς σας θεοὺς πολὺ σωστὰ τοὺς περιγέλασε ὁ προφήτης λέγοντας: «στόμα ἔχουν καὶ δὲ θὰ μιλήσουν· ἔχουν μάτια ἀλλὰ δὲ θὰ δοῦν· μύτες καὶ δὲ θὰ νιώσουν μυρωδιά· χέρια ἔχουν καὶ δὲ θὰ πιάσουν· πόδια θ᾽ ἀποκτήσουν, ἀλλὰ δὲ θὰ περπατήσουν· δὲ θὰ βγάλουν φωνὴ ἀπὸ τὸ λάρυγγά τους. Εἴθε νὰ γίνουν ὅμοιοί τους ὅσοι τὰ πράττουν αὐτά, κι ὅλοι ὅσοι ἔχουν πιστέψει σ᾽ αὐτούς». Γιατὶ ὅπως τοὺς ἔχετε ἀποδώσει τὸ σεβαστὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ψευδώνυμα, ἔτσι μένουν ἄμοιροι καὶ ὀρφανοὶ ἀπὸ τὴ ζωτικὴ ἐνέργεια.

Κυριευμένος ἀπὸ κατάπληξη ὁ βουτηγμένος στὸ μίασμα καὶ θρασύτατος ἡγεμόνας μὲ θυμὸ ποὺ κόχλαζε προστάζει νὰ γυμνώσουν τὴ μάρτυρα καὶ νὰ ξεσκίσουν ἀλύπητα τὶς σάρκες της μὲ τὰ βούκεντρα καὶ νὰ σκουπίζουν τὶς πληγὲς ποὺ θὰ τῆς κάνουν μὲ ὑφάσματα καὶ κουρέλια ἀπὸ τρίχα, ὥστε νὰ κοκκινίσει ἀπὸ τὸ αἷμα ὅλο τὸ σῶμα της. Ὢ ἡ σεπτὴ καὶ ἱερὴ ὁμολογία σου, Βαρβάρα τοῦ Χριστοῦ καλλίνικη μάρτυς, ποὺ ἔκανες χωρὶς φόβο καὶ δειλία μπροστὰ σὲ ὅλους μὲ τὴ χάρη τοῦ Πνεύματος καὶ θεολόγησες, ὥστε ν᾽ ἀκοῦν ἄνθρωποι καὶ οἱ ἄγγελοι ποὺ ἔβλεπαν τὴν ἄθλησή σου καὶ οἱ δαίμονες ποὺ ἀόρατα συστρατεύονταν ἐναντίον σου μὲ τοὺς ὁρατοὺς ἀντιπάλους. Σὲ ἔγραψε ὁ Κύριος στὰ βιβλία τοῦ οὐρανοῦ καὶ σὲ ὁμολόγησε μπροστὰ στὸν ἀρχίφωτο καὶ θεαρχικὸ Πατέρα του καὶ πάλι θὰ σπεύσει νὰ σὲ ὁμολογήσει καὶ νὰ σὲ ἀνακηρύξει. Ὢ ἡ γενναιότατη ὑπομονὴ καὶ καρτερία σου, μὲ τὴν ὁποία κατατρόμαξες τὸν διάβολο καὶ τοὺς ἀποστάτες αὐτοῦ δαίμονες, κι ἔκανες τοὺς ἅγιους ἀγγέλους νὰ σὲ θαυμάσουν καὶ νὰ σ᾽ ἐπαινέσουν, μὲ τὴν ὁποία διάλυσες σὰν ἀράχνη τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων, καὶ κραταίωσες κι ἐπιβεβαίωσες τὴν ἀληθινὴ πίστη.

Βλέποντας ὁ δικαστὴς πόσο ἀμετακίνητη καὶ καρτερικὴ ἦταν ἡ ἁγία, προστάζει νὰ τὴ ρίξουν στὴ φυλακή, ὥσπου νὰ σκεφτεῖ μὲ τὶ ὀδυνηρότερα βασανιστήρια νὰ τὴ βασανίσει. Τὰ μεσάνυχτα ὅμως τῆς ἡμέρας ἐκείνης τὴν περιέλαμψε ἕνα ὑπέρλαμπρο φῶς, μέσα στὸ ὁποῖο ξεχώριζε ὁλόλαμπρος ὁ Κύριος τῆς δόξας παρηγορώντας τὴ μεγάλη ὁδύνη καὶ λύπη ποὺ φαινόταν στὸ πρόσωπό της καὶ στηρίζοντάς την μὲ λόγια ἐνθαρρυντικὰ στοὺς μελλοντικοὺς ἀγῶνες της μὲ τὰ λόγια:

Ἔχε θάρρος, Βαρβάρα, γιατὶ μεγάλη χαρὰ θὰ συμβεῖ στὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ γιὰ τὴν ἄθλησή σου. Μὴ φοβᾶσαι τὶς ἀπειλὲς τοῦ τυράννου, οὔτε νὰ τὶς ὑπολογίζεις. Ἐγὼ εἶμαι μαζί σου καὶ θὰ σὲ ἁπαλλάξω ἀπὸ ὅλα τὰ τραύματα ποὺ σοῦ προξενοῦν.

Κι εὐθὺς ἐξαφανίστηκαν οἱ πληγὲς απο τὸ σῶμα της. Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὰ τὰ λόγια, ἔφυγε πάλι στοὺς οὐρανοὺς τῶν οὐρανῶν ὁ Κύριος. Εἶχε δοκιμάσει µεγάλη ἀγαλλίαση ἡ γνήσια μάρτυς καὶ δούλη τοῦ Χριστοῦ καὶ γέμιζε μὲ εὐφορία ψυχῆς καὶ χαρὰ κι εὐφροσύνη γιὰ τὴν ἐνθάρρυνση τοῦ Χριστοῦ. Κι ἀληθινὰ δικαιολογημένα εἶχες χαρεῖ, ὢ τρισευτυχισμένη κόρη! Γιατὶ ἡ αἰτία τῆς χαρᾶς σου εἶναι ἡ μόνη ἀληθινὴ εὐφροσύνη καὶ ψυχικὴ ἱκανοποίηση ἀναλλοίωτη κι ἀναφαίρετη. Ὢ τὰ καλότυχα στ᾿ ἁλήθεια μάτια σου ποὺ ἀξίωθηκαν νὰ δοῦν τὸν Κύριο ποὺ δὲν τολμοῦν ν᾽ ἀτενίσουν στὸν οὐρανὸ τὰ Χερουβὶμ καὶ τὰ πολυόμματα τάγματα! Ὢ αὐτιὰ τρισόλβια, ποὺ δέχτηκαν τὸν ἦχο ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ! Ὢ ἀξιαγάπητη ψυχὴ καὶ τρισευτυχισμένη ποὺ τὴν παρηγόρησε μὲ λόγια ἀπὸ τὸ ἴδιο του τὸ στόμα ὁ Δεσπότης τῶν οὐρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ Θεὸς κάθε παρηγοριᾶς! Ἐσὺ ὄντας μέσα στὴ σάρκα ἀκόμα, ἡ νύφη τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἀπόδειξη ὅλης τῆς προίκας σου ἔχεις δεχτεῖ τὸν ἀρραβώνα τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Γι’ αὐτὸ τὴ δοκιμασία τῶν ἀλγεινῶν τὴ θεώρησες καὶ τὴ λόγιασες σὰν βέλη νηπίων ἢ δαγκώματα ψύλλων, ἐνῶ γοητευμένη ἀπὸ τὸν ἔρωτα τοῦ Χριστοῦ ποὺ σοῦ φανερώθηκε καὶ μὲ στερεὰ ψυχὴ ἔλεγες: «ποιός θὰ μὲ χωρίσει ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ: Ἡ θλίψη ἢ ἡ στενοχώρια ἢ ἡ πείνα ἢ ὁ διωγμὸς ἢ οἱ μάστιγες ἢ οἱ κίνδυνοι; Ἔχω πειστεῖ ὅτι οὔτε ἡ ζωὴ οὔτε ὁ θάνατος οὔτε ἄγγελος οὔτε τὰ παρόντα οὔτε τὰ μελλοντικὰ οὔτε κανένα ἄλλο πλάσμα θὰ μπορέσουν νὰ μὲ χωρίσουν ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ»!

Τό πρωί ὀδηγήθηκε ἡ μάρτυς στὸ βῆμα, μὲ σχετικὴ προσταγή τοῦ ἄρχοντα. Ὅταν εἶδε ὅτι τὰ χτυπήματα εἶχαν ἐξαφανιστεῖ - καὶ το σώμα της ἦταν ἀπείραχτο καὶ ἀκέραιο χωρίς τὴν παραμικρὴ ἀμυχή, λέει ὁ φρενοβλαβὴς καὶ φρενοπαρμένος:

Βλέπεις πῶς οἱ θεοὶ σὲ θέλουν δικὴ τους καὶ σ᾽ αγαποῦν, ἀφοῦ θεράπευσαν καὶ τὶς πληγές του.

Ἡ μάρτυς ἀφοῦ γέλασε μὲ τὴν παραφροσύνη καὶ τὴν κατάπληξη καὶ τὴ σύγχυση ἐκείνου, τοῦ ἀποκρίθηκε:

Οἱ θεοί σου εἶναι ὅμοιοι μ᾽ ἐσένα, κουφοί, τυφλοὶ ἀναίσθητοι κι ἀσάλευτοι, ἀδύναμοι νὰ βοηθήσουν τὸν ἑαυτό τους· πῶς θὰ μποροῦσαν λοιπὸν νὰ θεραπεύσουν ἐμένα ποὺ ἀφανίζω τὴν ματαιότητά τους ποὺ ξεγελᾶ τὸν κόσμο; Αὐτὸς ποὺ μὲ θεράπευσε εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ὑἱὸς τοῦ Θεοῦ ποὺ ζεῖ, τὸν ὁποῖο ἐσὺ μὲ τὰ βέβηλα μάτια σου καὶ τὴν πωρωμένη ψυχὴ δὲν εἶσαι ἄξιος νὰ δεῖς.

Σὰν θηρίο ἀναμμένος ἀπὸ τὸ θυμὸ μὲ αὐτὰ τὰ λόγια ὁ παμμίαρος προστάζει νὰ σπαράξουν βαθιὰ τὰ πλευρά της καὶ νὰ βάλουν στὶς πληγές της ἀναμμένους δαυλοὺς καὶ νὰ χτυποῦν μὲ σφυρὶ τὸ κεφάλι της ὅπως τὸ ἁμόνι. Ἐκείνη τότε, ἀφοῦ ἔστρεψε τὸ βλέμμα της στὸν οὐρανό, εἶπε:

Ἐσύ, Κύριε, καρδιογνώστη, γνωρίζεις ὅτι ἦρθα σ᾽ ἐσένα ἐπειδὴ σὲ ποθοῦσα· μὴ μ᾽ ἐγκαταλείψεις ὣς τὸ τέλος.

Ὑπέφερε λοιπὸν ἡ γενναία μάρτυς τοῦ Χριστοῦ κι αὐτὸ τὸ μαρτύριο μὲ γενναιότητα, ξεπερνώντας ὄχι μόνο τὴ γυναικεία ἀδυναμία, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνθρώπινη φύση. Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ὑπομείνει καρτερικὰ τόσες κακώσεις καὶ σκληρὲς καὶ ἐπώδυνες τιμωρίες, ἂν δὲν εἶχε ξεπεράσει αὐτὸ τὸ σῶμα τῆς ταπείνωσης μὲ τὴ δύναμη τοῦ Πνεύματος ποὺ τὴν τόνωνε καὶ τὴ δυνάμωνε.


Ἀλλ’ οὔτε μ᾽ ὅλα αὐτὰ ποὺ ἔγιναν χόρτασε ὁ ὑπηρέτης καὶ συνήγορος τοῦ διαβόλου, ἀλλὰ στρέφει τὴ γόνιμη σὲ κακία διάνοιά του σὲ ἄλλο εἶδος βασανιστηρίων, ἔχοντας θρονιασμένο μέσα του τῆς κάθε κακίας τὸν ἀρχηγὸ δράκοντα καὶ γεννήτορα καὶ ἐφευρέτη, ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ στάθηκε ἀνθρωποκτόνος καὶ μισάνθρωπος. Πρόσταξε λοιπόν, λένε, ὁ ἡγεμόνας νὰ κοποῦν μὲ τὸ ξίφος οἱ μαστοὶ τῆς μάρτυρος. Τὴν ὥρα ἐκείνη ποὺ κόβονταν οἱ μαστοί της ἡ ἀμνάδα τοῦ Χριστοῦ ἔστρεψε τὸ βλέμμα στὸν οὐρανὸ καὶ ἔλεγε:

«Μὴ μὲ ἀπορρίψεις μακριὰ ἀπὸ τὸ πρόσωπό σου καὶ μὴ πάρεις ἀπὸ ἐμένα τὸ ἅγιό σου Πνεῦμα»!.

Και αὐτὴ λοιπὸν τὴν πληγὴ τὴ δέχτηκε ἡ μάρτυς μὲ καρτερία καὶ εὐχαριστώντας. Ἔχεις ἄραγε, παγκάκιστε δαίμονα, κρυμμένη σὰ θησαυρὸ στὰ βάθη τῆς ψυχῆς σου κι ἄλλη ἐπινόηση κακίας χειρότερη ἀπ᾽ αὐτή; Σοῦ ἔχει ἄραγε ἁπομείνει ἢ θεωρεῖς καμμιὰ κακοποίηση ὀδυνηρότερη γιὰ τὴ γυναικεία φύση; Δὲν ἀπέκαμε ὁ νοῦς σου προσπαθώντας ν᾽ ἀνακαλύψει βασανιστήρια γιὰ τὴ μάρτυρα; Πρόσθεσε, ἂν νομίζεις, κι ἄλλα. Θὰ βρεῖς ἀπέναντί σου διαμάντι ἢ καλύτερα ψυχὴ ποὺ δὲ ραγίζει, κι ἀπὸ αὐτὸ τὸ διαμάντι στερεότερη· ἀμόνι ἱκανὸ νὰ ἀνταποδίδει τὰ χτυπήματα ἀπὸ τὰ σφυριά σου: «εἶναι σκληρὸ γιὰ σένα νὰ λακτίζεις σὲ καρφιά»!. Γιατὶ ὅσο πληθαίνεις τὶς τιμωρίες, τόσο αὐξάνεις καὶ χωρὶς νὰ θέλεις τὰ στεφάνια γιὰ τὴ μάρτυρα καὶ πανεύφημη κόρη καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλεις θὰ τῆς προσφέρεις τὰ ἔπαθλα τῆς νίκης λαμπρότερα. Ἐνῶ γιὰ τὸν ἑαυτό σου, καθὼς θὰ νικιέσαι καὶ θὰ πέφτεις καὶ θ᾽ ἀνατρέπεσαι θὰ πληθύνεις τὴν αἰσχύνη σου νικημένος καὶ τρεπόμενος σὲ φυγὴ ὕστερα ἀπὸ κάθε ἀγώνα καὶ ἐπίθεσή σου, καὶ θὰ σωρεύσεις περισσότερα καὶ τ᾽ ἀναμμένα κι ἄσβηστα κάρβουνα καὶ τ᾽ ἀτελεύτητα βασανιστήρια στὸ γεμάτο ἀπὸ κάθε κακία κεφάλι σου.

Ἀλλὰ μοῦ προξενεῖ θαυμασμὸ καὶ ὁ ἀπάνθρωπος κι ἀποθηριωμένος τρόπος τοῦ σαρκικοῦ γονιοῦ τῆς μακαριστῆς, ξένος ἀπὸ τὸ εὐσεβὲς πνευματικὸ φρόνημα καὶ μακριὰ ἀπὸ τὴν πατρικὴ στοργή. Ἀληθινὰ κι αὐτὰ τὰ ἄλογα θηρία, ἄσπλαχνε πατέρα, τὰ ξεπέρασες μὲ τὴν ἀπανθρωπιά σου. Γιατὶ ἐκεῖνα ὑπερασπίζονται τὰ παιδιά τους μέχρι θανάτου ἂν βλέπουν νὰ θέλει κάποιος νὰ τὰ βλάψει, ἐνῶ ἐσὺ τῆς δικῆς σου, μοναδικῆς κόρης, βλέποντας χωρὶς λύπη νὰ μακελλοκόβουν μὲ τὸ σπαθὶ τὰ γυναικεία μέλη ποὺ πηγάζουν τὸ γάλα τῆς ζωῆς· δὲν ντράπηκες κὰν τὴν προσβολὴ κατὰ τῆς φύσης οὔτε καὶ λύγισες μπροστὰ στὶς τόσες πληγὲς ἔχοντας πέτρινη καρδιὰ κι ἀναίσθητη.

Ἀλλὰ γιατὶ θαυμάζομε, ἀδελφοί µου, τοὺς μολυσμένους κυριολεκτικὰ ἀπὸ τὴν πλάνη τῆς ἀσέβειας καὶ παραδομένους στὴ βακχικὴ μανία τοῦ Σατανᾶ; Γιατί, ὅπως οἱ καλλίνικοι μάρτυρες, ἀφοῦ μὲ τὴν ἀγάπη τους πρὸς τὸ Χριστὸ ἔλαβαν τὸ θεῖο Πνεῦμα καὶ νίκησαν καὶ ξεπέρασαν τὴ φύση, βρέθηκαν μέσα στὰ ὑπερφυσικά, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ οἱ διῶκτες τοῦ Χριστοῦ καὶ τούτων, γεμάτοι ὄντας ἀπὸ τὸ πονηρὸ πνεῦμα καὶ ὑποδουλωμένοι στὴ δύναμη τῆς ἀποστασίας, ξεγλίστρησαν κι αὐτοὶ καὶ ξέπεσαν ἔξω ἀπὸ τὴ φύση, ὄχι βέβαια στὸ καλύτερο, ἀλλὰ στὸ χειρότερο. Κι ὅπως ἐκεῖνοι ἀνυψώθηκαν πάνω ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη κατάσταση, τόσο περισσότερο κι αὐτοὶ βούλιαξαν πιὸ κάτω ἀπὸ αὐτὴν κι ἔγιναν ὅμοιοι μὲ τοὺς ἀνθρωποκτόνους δαίμονες. Καὶ εἶναι πολὺ φυσικό. Γιατὶ ὅποιοι προσέρχονται στὸ Χριστό, μιμοῦνται μὲ τὴν ἴδια τὴν ἀρετὴ τὸ Χριστό, ὅσοι ὅμως ἔζεψαν τὸν ἐαυτό τους στὸ ζυγὸ τοῦ διαβόλου, γίνονται κατὰ κάποιο τρόπο παρόμοιοι κι ἐφάμιλλοι μ᾽ αὑτόν. Ἀλλὰ ἂς δοῦμε τί σοφίζεται πάλι καὶ μηχανεύεται ὁ ἀντίδικος κι ἀντίπαλός μας μέσω τῶν ἴδιων τῶν ὑπασπιστῶν του ἐναντίον τῆς σεμνῆς καὶ φρόνιμης παρθένας.

Βλέποντας δηλαδὴ ὅτι ὑποφέρει τὶς κακοποιήσεις τοῦ σώματος καὶ τὶς ὑπομένει μὲ ἀνδρεία, χρησιμοποιεῖ ἕνα ἀφόρητο βασανισμὸ τῆς ψυχῆς κι ἄξιο· ὅπως νομίζει, νὰ τῆς προκαλέσει ντροπή. Κι εἶναι τέτοιος στ᾿ ἀλήθεια καὶ βαρύτερος ἀπὸ τοὺς προηγούμενους. Τὸ νὰ πάσχει ὅμως κανεὶς γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ, ἀκόμα κι ἂν φαίνεται κάτι πὼς ἔχει κάτι τὸ ἐπονείδιστο καὶ ἄσχημο, εἶναι ὡστόσο ἀπὸ κάθε καλλωπισμὸ εὐγενικότερο καὶ ὡραιότερο καὶ ἀξιοπρεπέστερο. Προστάζει λοιπόν, ὅπως λέγεται, ὁ ἡγεμόνας νὰ τὴν διαπομπεύσουν γυμνὴ σ᾽ ὅλη ἐκείνη τὴν περιοχὴ καὶ νὰ τὴ μαστιγώνουν ταυτόχρονα μὲ ἀνυπόφορα μαστιγώματα. Γνωρίζετε ὁπωσδήποτε, ἀγαπητοί μου, πόση ντροπὴ καὶ συστολὴ προκαλεῖ τὸ πράγμα στὶς παρθένες καὶ μάλιστα στὶς ὅμοιες μὲ τὴν ὁσία αὐτὴ κόρη, πού, ὅπως θὰ λέγαμε, οὔτε ὁ ἥλιος δὲν μπόρεσε ν᾿ ἀπολαύσει ἱκανοποιητικὰ τὸ θέαμά της πρωτύτερα. Καὶ δὲν τοὺς ὑποχρέωσε νὰ τὴ γυρίσουν σὲ μιὰ μόνο ἀγορὰ καὶ πλατεία, ἢ καὶ σὲ δύο ἔστω, ἀλλὰ νὰ τὴ γυρίσουν στὰ χωριὰ καὶ τὶς πόλεις καὶ τοὺς δήμους. Γιατὶ εἶπε νὰ τὴ γυρίσουν σ᾽ ὅλη ἐκείνη τὴν περιοχή. Πράγματι αὐτὴ ἡ δοκιμασία εἷναι γιὰ τὶς ντροπαλὲς καὶ σεμνὲς κοπέλλες πολὺ βαρύτερη καὶ δυσκολότερη ἀπὸ κάθε πόνο φωτιᾶς καὶ μαστιγώματος.

Ὑπόμεινε ὅμως κι αὐτὴ τὴ ντροπὴ γιὰ χάρη τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ ἔρωτά της πρὸς τὸ Χριστό, ποὺ ὑπέμεινε γιὰ χάρη μας τὸ σταυρὸ καὶ καταφρόνησε τὴ ντροπή! Γιατί, ἀφοῦ πρὶν ἀπὸ τὸ φόρεμά της ἡ παρθένα εἶχε ἀποβάλει τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο μὲ τὰ πάθη του στὰ ὁποῖα συγκαταλέγεται καὶ ἡ ντροπὴ τοῦ εἴδους αὐτοῦ, γι᾿ αὐτὸ οὔτε κἂν σκέφτηκε πῶς ἔκανε κάτι κακό. Ἀλλά, ὅπως μέσα στὸν παράδεισο οἱ πρωτόπλαστοι πρὶν ἀπὸ τὰ πάθη τῆς ἁμαρτίας ζοῦσαν γυμνοὶ καὶ δὲν ἔνιωθαν ντροπή, ὅταν ὅμως μὲ τὴν παρακοὴ κινήθηκαν μέσα τους τὰ πάθη νόμισαν ὅτι ἀσχημονοῦσαν, ἂν δὲν ἔντυναν τὴ γύμνια τοὺς μὲ φύλλα συκῆς, ἔτσι καὶ ἡ παρθένα αὐτὴ ἐπιστρέφοντας σ᾽ ἐκείνη τὴν κατάσταση τὴν πρὶν ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, μαζὶ μὲ τ᾽ ἄλλα πάθη ξεντύθηκε καὶ τὴ ντροπή. Ἀλλὰ ὅμως γιὰ νὰ μὴ θελήσουν νὰ περιγελάσουν οἱ μιαροὶ βλέποντας νὰ περιφέρεται ἀπερικάλυπτο τὸ πανίερο σῶμα της, στρέφοντας τὰ βλέμματα της στὸν οὐρανὸ εἶπε:

Κύριε, ἐσὺ ποὺ περιβάλλεις τὸν οὐρανὸ μὲ τὰ σύννεφα, σκέπασέ μου τὸ σῶμα τὸ γυμνωμένο γιὰ χάρη σου, γιὰ νὰ μὴν τὸ βλέπουν τοῦτοι οἱ ἀσεβεῖς.

Μόλις εἶπε αὐτὰ τὰ λόγια, ἔστειλε ὁ Κύριος ἄγγελό του καὶ τὴν ἔντυσε μὲ λευκὴ στολή, καὶ ἔτσι περιφερόταν σὰν νύφη στολισμένη καὶ καλλωπισμένη, ἀπὸ τὸ πατρικό της σπίτι στὴν καταστόλιστη νυφικὴ παστάδα· πήγαινε μὲ φρουρὰ τιμητικὴ σὲ πομπὴ γιορτινή, στεφανωμένη μὲ τὸ διάδημα τοῦ μαρτυρίου καὶ σημάδια τῆς ἄθλησής της γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ, στολισμένη μὲ τὴ ματωμένη πορφύρα καὶ ξεχωρίζοντας μὲ λάμψη ἀνώτερη ἀπὸ τῶν μαργαριταριῶν καὶ τῶν σμαραγδιῶν καὶ τῶν ὑακίνθων καὶ τῶν πολυτίμων πετραδιῶν τῶν δεμένων μὲ τὸ χρυσάφι. Ὦ θαῦμα! Οἱ παθιασμένοι αὐτοὶ καὶ φίλοι τῆς ἡδονῆς, χωρὶς καθόλου ντροπὴ καὶ σεβασμό, περικύκλωναν ὁλόγυμνες τὶς παρθένες ποῦ ἀθλοῦσαν γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ τὶς γελοιοποιήσουν, ὅπως νόμιζαν, καὶ μαζὶ νὰ ἱκανοποιήσουν τὸ πάθος τῆς ἀκόλαστης ὅρασής τους. Ὁ Χριστὸς ὅμως, ἀφοῦ ἔντυσε τὴν ἀθλήτριά του ἀπὸ πάνω ὣς κάτω μὲ τὸ φόρεμα τῆς χάριτός του, τὴν ἐξασφάλισε ἀπὸ τὸ κοίταγμα τῶν ἀσελγῶν καὶ βρομερῶν ἐχθρῶν, ἀπέδειξε ἄπρακτη τὴν ἐπινόησή τους καὶ τοὺς ἔβγαλε ἀπὸ τὶς προσδοκίες τους παραπλανώντας τους.

Ἀφοῦ τὴ γύρισαν σ᾽ ὅλη ἐκείνη τὴν περιοχή, τὴν ὀδήγησαν σὲ μιὰ κωμόπολη, ὅπου βρῆκαν καὶ τὸν ἡγεμόνα. Μὴν γνωρίζοντας λοιπὸν ὁ ἡγεμόνας τί ἄλλο νὰ τῆς κάνει (γιατὶ ὅλη ἡ έφευρετικότητά του στάθηκε ἄχρηστη κι ἀνώφελη κι οἱ ἐλπίδες του δὲν πραγματοποιοῦνταν· βγάζει ἀπόφαση γιὰ τὴν πολύαθλη μάρτυρα νὰ τὴ θανατώσουν μὲ ἀποκεφαλισμό. Ὁ πατέρας της τότε κυριαρχημένος ἀπὸ πολὺ θυμὸ κι ἐγκυμονώντας μέσα του τὸν ἴδιο τὸν ἀπ᾽ ἀρχῆς ἀνθρωποκτόνο διάβολο, γιὰ νὰ φανεῖ ὅτι πρόσφερε τέλεια λατρεία στὰ βδελυρὰ εἴδωλα ποὺ προσκυνοῦσε ἢ μᾶλλον στὰ πνεύματα τῆς πονηρίας καὶ τοὺς δαίμονες ποὺ ἐνεργοῦσαν μέσω αὐτῶν, τραβώντας τὸ ξίφος του, τὴν ἀνέβασε στὸ ὄρος, ποθώντας καὶ θέλοντας νὰ ἐκτελέσει ὁ ἴδιος μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια τὸ φοβερὸ ἔγκλημα. Γεμάτη χαρὰ ἡ ὡραία καὶ καλὴ περιστέρα δέχτηκε τὴ σφαγή της γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ κι ἔπεσε σὲ προσευχὴ καὶ ἱκεσία. Γιατὶ ἔτρεχε πρὸς τὸ βραβεῖο τῆς κλήσης της στὸν οὐρανὸ καὶ βιαζόταν ν᾿ ἀνέβει ἀνάερη στὰ οὐράνια».

Ἀλλὰ δὲν ἐμποδίζει καθόλου ν᾿ ἀκούσομε τὰ ἴδια τὰ λόγια τῆς προσευχῆς τῆς μάρτυρος, γιὰ ν᾽ ἁγιάσομε μ᾽ αὐτὰ καὶ τὴν ἀκοή μας:

Ἄναρχε ἀχειρόπλεχτο στεφάνι τῶν μαρτύρων, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐσὺ ποὺ ἅπλωσες τὸν οὐρανὸ καὶ θεμελίωσες τὴ γῆ· ἐσὺ ποὺ τὶς ἀβύσσους περιέκλεισες καὶ περιτείχισες τὴ θάλασσα· ἐσὺ ποὺ πρόσταξες τὰ σύννεφα ποὺ φέρνουν τὴ βροχὴ νὰ βρέχουν σὲ κακοὺς καὶ ἀγαθούς· ἐσὺ ποὺ περπάτησες πάνω στὴ θάλασσα σὰ νὰ ἦταν στεριὰ χωρὶς νὰ βρέξεις τὰ πόδια σου· ποὺ ἐπιτίμησες τὸν ἄνεμο καὶ τὴ θάλασσα κι ἔφερες τὴ γαλήνη·, γιατὶ ὅλα, Κύριέ μου Ἰησοῦ Χριστέ, ὑπακοῦν στὸ πρόσταµά σου, γιατὶ εἶναι ἔργα σου, κάνε, Κύριε, αὐτὴ τὴν αἴτησή μου καὶ δῶσε τὴ χάρη σου στὴ δούλη σου, ὥστε, ὅποιος μὲ μνημονεύει στὸ ὄνομα τὸ ἅγιο τὸ δικό σου καὶ τελεῖ τὴ μνήμη τῶν ἡμερῶν τοῦ μαρτυρίου μου, Κύριε, νὰ μὴ θυμηθεῖς τὶς ἁμαρτίες του κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσης, ἀλλὰ νὰ φανεῖς σ᾽ αὐτὸν σπλαχνικός. Γιατὶ γνωρίζεις, Κύριε, ὅτι εἴμαστε σάρκα καὶ αἷμα, ἔργο τῶν ἄχραντων χεριῶν σου.

Κι ἀφοῦ εἶπε τὸ Ἀμὴν· πάλι προσευχήθηκε καὶ εἶπε:

Κύριε ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων, ὁ δημιουργὸς κάθε πνοῆς καὶ κάθε σάρκας, ὁ ἰατρὸς κάθε ἀρρώστιας καὶ κάθε ἀσθένειας, δῶσε στὴ δούλη σου τὴ χάρη, σὲ ὅσους προσέλθουν στὸν τόπο ὅπου θὰ βρίσκεται τὸ λείψανό μου καὶ ἀναβλύζουν τὰ ἁγιασμένα νερά, νὰ δωρήσεις τὴν ἴαση τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, ὥστε καὶ μ᾽ αὐτὰ νὰ δοξάζεται τὸ πανάγιό σου ὄνομα μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα.

Κι ἀφοῦ εἶπε τὸ Ἀμήν, ἀκούστηκε φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ποὺ ἔλεγε:

Ἔλα, ἐσὺ ἡ ἀθλοφόρος μου ποὺ ἁγίασες, ἀναπαύου στὰ οὐράνια δώματα τοῦ Πατέρα μου. Ὅσα κι ἂν ζήτησες, τὰ ἔλαβες δῶρο ἀπὸ ἐμένα.

Ὅταν τὰ ἄκουσε αὐτὰ ἡ μακάρια μάρτυς τοῦ Χριστοῦ, ἦρθε στὸ μέρος ποὺ τὴν ἔσερνε καὶ ἀποκεφαλίστηκε ἀπὸ τὸ ξίφος τοῦ πατέρα της, στὸν ἴδιο τόπο μαζὶ μὲ τὴν ἁγία Ἰουλιανή. Κατεβαίνοντας ὅμως ὁ πατέρας της Διόσκορος ἀπὸ τὸ βουνό, ἔπεσε φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ τὸν κατέφαγε, ὥστε οὔτε ἡ σπονδός του νὰ φαίνεται οὔτε νὰ βρεθεῖ ὁ τόπος ὅπου ἔπεσε.

Πράγματι καλὸ τέλος ἔβαλε ἡ ἁγία στο µαρτύριό της. Γιατὶ τὴν προσευχὴ ἔβαλε μπροστὰ στοὺς ἄθλους της καὶ τὴν προσευχὴ πάλι ἔστησε κορωνίδα σ᾽ αὐτούς. Καὶ ποιό εἶναι τὸ περιεχόμενο τῆς προσευχῆς; Ζήτησε ὁ νυμφίος της Χριστὸς νὰ φανεῖ σπλαχνικὸς σὲ ὅσους ἐπιτελοῦν τὴ μνήμη της, καὶ νὰ τοὺς δώσει τὴν ἄφεση τῶν σφαλμάτων καὶ τὴν ἴαση τῶν νοσημάτων τους. Ἐκεῖνος, ἀφοῦ δέχτηκε τὴν παράκληση, ὑπόσχεται νὰ ἐκπληρώσει τὴν ἐπιθυμία της καὶ μὲ τὴν ἴδια του τὴ φωνὴ τὴν πληροφορεῖ καὶ τῆς δίνει τὴ διαβεβαίωση. Ἐκεῖνη ἔσκυψε τὸν αὐχένα της ὁλόψυχα στὸ ξίφος, ἐνῶ ὁ παιδοκτόνος πατέρας ἔδωσε τὸ χτύπημα δίχως ἔλεος. Αὐτὴ μὲ συνοδεία ἀπὸ δορυφόρους ὁδηγοῦνταν στὶς οὐράνιες κατοικίες καὶ σὲ ἑτοιμασμένη ἀνάπαυση, ἐνῶ ἐκεῖνος κατέβαινε στὰ τάρταρα καὶ τοὺς κόλπους τοῦ ἅδη καὶ στὰ ζοφερὰ δώματά του καὶ τὴν ἑτοιμασμένη κόλαση. Ἐκείνη εἶχε φωτεινοὺς ἀγγέλους νὰ ὁδηγοῦν τὰ βήματά της στὸ ἀνέβασμά της, ἐνῶ ἐκεῖνος εἶχε δαίμονες ἀγέλαστους καὶ φοβεροὺς ποὺ τὸν ἔσερναν χωρὶς τὴ θέλησή του στὸν γκρεμό.

Πῶς θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ σὲ θρηνήσει ὅπως σοῦ ταιριάζει, πανάθλιε καὶ ταλαίπωρε! Πῶς δὲν ἔφριξες νὰ κόψεις τὴν ἅγια κεφαλὴ τῆς μάρτυρος! Πῶς δὲ ναρκώθηκε τὸ χέρι σου, ποὺ θέλησε στὴν ἴδια σου τὴν κόρη νὰ δώσει τὴν θανάσιμη ἀποτομή; Ἀλλὰ στ᾿ ἀλήθεια ἀστραπαῖα ἔλαβες τὰ ἐπίχειρα τῆς χωρὶς ἔλεος ἀπανθρωπιᾶς σου, καὶ τῆς πονηρῆς σπορᾶς σου, θέρισες τὰ πιὸ πονηρὰ ἀκόμα δεμάτια, καὶ σὲ βρῆκε ἐπάξια ἡ τιμωρία τοῦ προδότη Ἰούδα. Γιατί, αἰφνίδιος κεραυνὸς πέφτοντας ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἔκανε στάχτη τὸ μικρὸ σῶμα σου κι ἔτσι σὲ κατακεραύνωσε ἐδῶ ἡ φωτιὰ τῶν Σοδόμων καὶ περιμένει ἐκεῖ νὰ σὲ δεχτεῖ ἡ ἄσβηστη φλόγα τῆς γέεννας. Γιατὶ δὲν ἄξιζε νὰ ζήσεις κι ἄλλο ἔπειτ᾽ ἀπὸ αὐτό, γιὰ νὰ μὴ σὲ δείχνουν μὲ τὸ δάχτυλο οἱ ἄνθρωποι σὰν πατέρα τῆς μάρτυρος. Δὲν ἀνέχεται πιὰ νὰ σὲ δεχθεῖ τὸ σπίτι σου, ἀπ᾽ τὸ ὁποῖο ἔδιωξες μακριὰ τὴν πανεύφημη παρθένα.

Κι ἐσὺ τώρα, τοῦ Χριστοῦ ἡ ἀμνάδα καὶ ἡ περιστέρα καὶ ἡ νύμφη καὶ μ᾽ ὅποιο ἄλλο ὄνομα ὡραῖο νὰ σὲ ὀνομάσω καὶ χαρούμενο καὶ τιμητικό·
Χαῖρε, ποὺ ἔτρεξες γενναῖα τὸ στάδιο τῶν ἀγώνων.
Χαῖρε, γιατὶ ἐπάξια τῶν ἄθλων σου κέρδισες τὰ ἔπαθλα.
Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ σοῦ ὀφείλονται πολλὰ βραβεῖα γιὰ τὰ πολλά σου ἀγωνίσματα.
Χαῖρε, ποὺ τῆς σάρκας τ᾽ ἁμαρτωλὰ σκιρτήματα κράτησες μὲ φρόνιμο λογισμό.
Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ τὶς σωματικές σου αἰσθήσεις στῆς νιότης τὴν ἀκμὴ κυβέρνησες γεροντικὰ καὶ φρόνιμα.
Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ὑποσχόσουν καὶ πρὶν ἀπ᾽ τὸ μαρτύριό σου νὰ φυλάξεις γιὰ τὸ Χριστὸ ἄχραντη κι ἀμίαντη τὴν παρθενία σου.
Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ μὲ τὰ πάθη δὲ λέκιασες τὴν ὀμορφιά σου τὴ σωματική, ἀλλὰ τὴν πρόσφερες καὶ τὴν ἀπέθεσες ἀνέπαφη στὰ χέρια τοῦ δημιουργοῦ.
Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ μέσα στὸν πύργο. ὡσὰν σὲ ἀσφαλισμένο κάστρο καὶ προσευχητάριο παρθένων, ἔστελνες πυκνὲς καὶ καθαρὲς στὸ Θεὸ τὶς προσευχές σου· ποὺ ὑψώθηκες πρὸς τὸν ποιητὴ μὲ τὴν ἄσφαλτη θέαση τῶν ὄντων καὶ κατατρύφησες ἀχόρταγα τὸν μόνο ἀληθινὰ ὡραῖο κι ἀγαπητό.
Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ στὸ καθαρτήριο λουτρὸ τοῦ σωματικοῦ ρύπου ἐξεικόνισες συμβολικὰ τὴν Τριάδα μὲ τὶς θυρίδες τῆς τριπλῆς φωταγωγίας, διαγράφοντας τὸν μυστικὸ καὶ σωτήριο τύπο τοῦ βαπτίσματος μὲ τὴν τριπλὴ φωτοδοσία τῶν ψυχῶν.
Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ἀμέσως ὁμολόγησες ἀπερίφραστα μὲ στόμα θεολογικὸ τὴν πίστη στὴν ὁμοούσια Τριάδα.
Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ διακήρυξες μὲ παρρησία τὸν ἕνα τῆς ἁγίας Τριάδος ποὺ ἐνανθρώπησε γιὰ τὴ σωτηρία μας.
Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ περιφρόνησες καὶ πλούτη καὶ τρυφὴ κι ὑφάσµατα μεταξωτά, πανάκριβα πετράδια καὶ μαργαριτάρια χρυσοκόλλητα, κάθε στολίδι κι ὀμορφιὰ σωματικὴ καὶ κάθε ἀπόλαυση τῶν τερπνῶν τῆς γῆς· ἀνταλλάσσοντας ὅλα αὐτὰ μὲ τὰ αἰώνια κι ἀθάνατα ἀγαθά, ποὺ ξεπερνοῦν ὅ,τι θεωροῦν τὰ μάτια κι ὅ,τι ἀκοῦν τ᾽ αὐτία, ὅ,τι νιώθει ἡ αἴσθηση, κι ὅ,τι νοεῖ ὁ νοῦς.
Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ τὴν τρυφεράδα τῆς νιότης σου καὶ τὴ λεπτότητα τὴν κοριτσίστικη τὴν στερέωσες γενναῖα κι ἀνδρικὰ μὲ τὸ ἀκλόνητο φρόνημά σου.
Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ δὲ δείλιασες στὶς κακώσεις τῶν βασανιστηρίων, ἀλλὰ μὲ θάρρος μᾶλλον ἀντιμετώπισες τὰ παντὸς εἴδους βασανιστήρια καὶ τὶς στρεβλώσεις τῶν μελῶν.
Χαῖρε, ἐσὺ πού, ἐνῶ ἤσουν μέσα στὴ σάρκα, ἀξιώθηκες νὰ δεῖς τὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ, ὅπως τὴν εἶδαν οἱ πρόκριτοι τῶν μαθητῶν στὸ ὄρος μαζὶ μὲ τὸν Μωῦσῆ καὶ τὸν Ἠλία καὶ ἔλαβαν τὸν κατάλληλο μακαρισμό.
Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ ὑπέμεινες τοὺς πόνους ἀπὸ τὰ μαστίγια καὶ τὸ σχίσιμο ἀπ’ τὶς αἰχμὲς τὶς σιδερένιες γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ καθὼς καὶ τὰ γδαρσίματα ἀπὸ τὰ ἄγρια τρίχινα ὑφάσματα, καὶ τὸ αἷμα ποὺ ἔχυσες ἄφθονο, καὶ τὸ κάψιμο τῶν φλογῶν, καὶ τὶς ἀποκοπὲς τῶν μελῶν σου καὶ τὴ γυμνὴ διαπόμπευσή σου καὶ τὴν ἀφαίρεση τῆς κεφαλῆς καὶ τῆς ζωῆς σου γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ, γιὰ ν᾿ ἀποχτήσεις στὸ ἐξῆς τὸ σῶμα σου ἀθάνατο, ἀπαστράπτοντας ἀπὸ τὶς ἀστραπὲς τῆς ἀφθαρσίας καὶ ντυμένο μὲ τὴ στολὴ τῆς δόξας ποὺ λόγος δὲν μπορεῖ νὰ τὴν πεῖ καὶ φωνὴ νὰ τὴν διατυπώσει.

Δίκαια σὲ θαύμασαν οἱ ἄνθρωποι γιὰ τὴν καρτερία σου καὶ σωστὰ χειροκρότησαν οἱ ἄγγελοι τὴν ἄθλησή σου καὶ σὲ ὕμνησαν, ἐνῶ οἱ δαίμονες ἔφριξαν γιὰ τὴν ὑμνολογία σου καὶ τὴν ἀντίστασή σου καὶ φόρεσαν αἰώνια ντροπὴ κι αἰώνιο ὄνειδος. Γιατὶ τὸ γυναικεῖο φύλο καμαρώνει καὶ καυχιέται καὶ ἐνθαρρύνεται καὶ προαλείφεται μὲ τοὺς ἄθλους σου νὰ δείξει ἀνδρικὸ σθένος. Στὸ πρόσωπό σου καυχιέται ἐπιτυχημένα ἡ μητέρα τοῦ γένους µας καὶ χαίρεται γιατὶ ἀπόκτησε κόρη· ποὺ ἀνέτρεψε μὲ τὴ σειρά της τὸ δράκοντα ποὺ εἶχε κατανικήσει ἐκείνην, ποὺ διέγραψε τὴ νίκη του καὶ κέρδισε λαμπρὰ τρόπαια εἰς βάρος του. Ἐσένα ἡ ἁγία τῶν ἁγίων Θεοτόκος καὶ μητέρα µας, παρθένα καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ, ποὺ πρώτη αὐτὴ καὶ μόνη δόξασε τὸ γυναικεῖο φύλο καὶ ποὺ βασιλεύει σὲ ὅλους τοὺς ἄνδρες καὶ τὶς γυναῖκες καὶ πάνω στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ, ἐπειδὴ χρημάτισε μητέρα τοῦ Δεσπότη τῶν πάντων, βλέποντας μὲ τὸ γυναικεῖο καὶ νεανικὸ σῶμα σου νὰ ἔχεις καταβάλει αὐτὸν ποὺ δὲν ἔχει ὅρια ἡ καύχησή του καὶ ποὺ κομπάζει ὅτι θὰ ἀφανίσει τὴ θάλασσα καὶ θὰ δίαλύσει σὰν φωλιὰ τὴν οἰκουμένη, νὰ τὸν ἔχεις καταπατήσει κατὰ κράτος· εὐχαριστημένη ἀπὸ τὶς ἀρετές σου σὲ πῆρε στὴν ἀγκαλιά της καὶ σὲ κάθισε καὶ σὲ θρόνιασε κοντά της καὶ μοιράστηκε μαζί σου τὴν ἀνώτατη τιμὴ καὶ παρρησία καὶ σὲ ἔδειξε καὶ σ᾽ ἔβαλε κοντὰ στὸ βασιλικὸ θρόνο.

Κάθε λόγος λοιπὸν ἐγκωμιαστικὸς γιὰ σένα χειμαρρώδης καὶ μὲ τορνευμένη γλώσσα ζαλίζεται, φοβᾶται νὰ σὲ πλησιάσει καὶ νιώθει συστολή. Γιατὶ εἶναι ἀδύναμος, πανύμνητη καὶ ἀξιέπαινη, νὰ ὑμνήσει κατάλληλα τὶς ὑπερφυσικὲς χάρες τῶν ἀρετῶν σου. Γιατὶ ἡ τέχνη τῆς ρητορικῆς εὐγλωττίας μ᾽ εὔστροφη σύνθεση τῶν λέξεων καὶ κομψὴ καὶ ρέουσα πειστικότητα ἐπαινεῖ τὸ σωματικὸ κάλλος καὶ τὴ σωματικὴ ὡραιότητα, ποὺ ἐνυπάρχει σὲ λαμπρὰ συμμετρικὰ μέλη. Πολλὲς φορὲς ἐπαινεῖ καὶ τὴ σωματικὴ ρώμη, τὴν εὐτυχία καὶ τὴν περηφάνεια τῆς θνητῆς εὐγενικῆς καταγωγῆς, τὸ περίλαμπρο, ἂν τύχει, ἀξίωμα, τὴν ἔνδοξη πατρίδα, τὴν ἀφθονία τοῦ πλούτου ποὺ κυλάει καὶ φεύγει κι εὔκολα πηγαίνει σὲ ἄλλους, πράγματα ποὺ ἂν πέσουν ὅλα αὐτὰ καὶ χρειασθεῖ νὰ τὰ ἐγκωμιάσει ὁ λόγος εἶναι δύσκολο νὰ βρεθεῖ ὁ τρόπος καὶ πολὺ κοπιαστικό. Πλὴν ὅλα ὅσα ὁ λόγος χώρισε καὶ κατέταξε ἀνάλογα μὲ τὸ εἶδος εἶναι σὰν λουλούδι ἑνὸς φυτοῦ ποὺ μαραίνεται καὶ καταστρέφεται καὶ σὰν φαντασία ἀπατηλὴ καὶ ἀβέβαιη ὄμορφων ὀνείρων, ποὺ φεύγει μόλις φανεῖ καὶ γρήγορα κάποτε καὶ σὲ μιὰ στιγμὴ μὲ τὸν καιρὸ ἀλλάζουν καὶ καταστρέφονται καὶ παρασέρνουν στὴ φθορά τους σὲ συμφωνία κι ἀκολουθία μαξί τους τὴν ἁρμονία καὶ τὴ σύνθεση τῶν ἐγκωμίων τὴν κερδισμένη μὲ κόπο.

Γιὰ σένα ὅμως, παρθένα σεμνὴ καὶ γεμάτη σωφροσύνη καὶ μάρτυρα τροπαιοφόρα καὶ ἁνίκητη, εὔκολα κι ἄκοπα θὰ βρεῖ ὁ λόγος καὶ μέσα σὲ μιὰ στιγμὴ σωρευμένα καὶ συμφορημένα ὅσα τώρα ὀνομάσαμε καὶ οἱ ἄνθρωποι τὰ θαυμάζουν καὶ τὰ καλοτυχίζουν καὶ θεωροῦνται ἄξια νὰ φανερωθοῦν καὶ ποὺ δὲν διαλύονται καὶ δὲν φθείρονται καὶ δὲν κάνουν τοὺς ἐπαίνους νὰ πᾶνε ἔτσι ὅπως τύχει στὸν ἀέρα. Γιατὶ ἡ ἀρετὴ τῆς θεϊκῆς ψυχῆς σου καὶ ἡ οἰκείωση σου μὲ τὸν Πλάστη ἔδεσαν μαζί σου καὶ φύλαξαν καὶ ὅσα καλὰ καὶ ἐγκόσμια εἶχες καὶ ἀλησμόνητα γιὰ τὴ μνήμη καὶ τὰ ἔκαναν νὰ πορεύονται τὸ μακρύ τους δρόμο σὲ ὅλο τὸν αἰώνιο χρόνο· ἢ καλύτερα τὸν πολλαπλασίασαν καὶ τὸν ὑπεραύξησαν. Γιατὶ ὁ λόγος τῆς Γραφῆς λέει «γιὰ τὸν ἀξιόπιστο εἶναι ὅλος ὁ κόσμος τῶν πραγμάτων, ἐνῶ γιὰ τὸν ἀναξιόπιστο οὔτε ἕνας ὁβολός». Γιατὶ τὰ τωρινὰ καὶ τὰ μελλοντικὰ καὶ ὅλα ὅσα κυβερνᾶ ὁ νυμφίος σου σοῦ δόθηκαν καὶ σοῦ χαρίστηκαν ὡς προίκα.

Ἐπειδὴ λοιπὸν κέρδισες τὰ νικητήρια ἀπὸ τοὺς ἐπαίνους τῶν ἀνθρώπων καὶ γιὰ δύο πράγματα, καὶ γιὰ τὴν αἴγλη τῆς κοσμικῆς σου ζωῆς καὶ γιὰ τὴ λαμπρότητα τῶν ψυχικῶν σου πλεονεκτημάτων, ποὺ καὶ τὰ δύο τ᾽ ἀστραποβόλησες καὶ τὰ καταλάμπρυνες μὲ τὴ σκληράδα τοῦ μαρτυρίου σου, πήγαινε γεμάτη μὲ χαρὰ στὶς ὑμνητικὲς σκηνὲς τοῦ οὐρανοῦ, ἀφήνοντας τοὺς τορνευμένους λόγους ποὺ ἐκφωνοῦν οἱ σάρκινες γλῶσσες καὶ ποὺ ὁμολογοῦν φωναχτὰ τὴν ἧττα τους. Γιατί, ἂν ἡ εὐδοκίμηση τῶν κατορθωμάτων εἶναι ὑπεράνθρωπη, πῶς δὲν εἶναι πάνω ἀπὸ ἀνθρώπινη ἔννοια ὁ κατάλληλος ἔπαινος; Πήγαινε λοιπόν, σεμνὴ καλλιπάρθενη, κι ἀπολάμβανε τὰ ὑπερκόσμια βραβεῖα. Πήγαινε ὅπου σωπαίνει ὁ λόγος, μὴ μπορώντας νὰ περιγράψει λεπτομερῶς τὴ δόξα τῶν πάνω ἀπὸ τὸ λόγο. Πήγαινε γιὰ νὰ γίνεις κοινωνὸς τῆς καθάριας ἡδονὴ τῶν ἀσύλληπτων ἀπὸ τὸ νοῦ ἀγαθῶν, ὅπου κάθε σκέψη ν᾿ ἀθροίζει τὴ γνώση ἀπὸ τὶς ἐπιμέρους φαντασίες ἀργεῖ καὶ σχολάζει ὁλότελα, ἀφοῦ ὁ νοῦς ἐφορμᾶ αἰώνια στὰ ὑπερφυσικὰ καὶ νοητά. Πήγαινε ὅπου ἡ πολυποίκιλη ἀπάτη καὶ περιφορὰ τῶν αἰσθητῶν καὶ τῶν αἰσθήσεων σταμάτησε καὶ καταργήθηκε. Ἀπολάμβανε τὰ βραβεῖα τῆς νίκης καὶ τὶς ὑπέρλαμπρες τιμὲς καὶ τὰ ἔπαθλα. Ἀπολάμβανε τὴν ἀνάλογη ἀνάπαυλα καὶ ἀναψυχὴ ἀπὸ τοὺς ἱδρῶτες καὶ τοὺς κόπους μέσα στὰ σκάμματα. Ἀπολάμβανε τὰ στεφάνια τῆς νίκης καὶ τὰ διαδήματα τοῦ μαρτυρίου ποὺ ὀφείλονται σὲ ὅσους ἄθλησαν καὶ ἀθλοῦν γιὰ τὸ Χριστό. Ἀπολάμβανε τὴν ἀνέκφραστη καὶ ἀσύλληπτη λάμψη καὶ ὡραιότητα τοῦ Νυμφίου. Ἀπολάμβανε τὴν ἀπόρρητη καὶ μυστικὴ συνάφεια κι ἕνωση μέσα στὸν οὐράνιο νυμφώνα, ἀπὸ τὴν ὁποία πράγματι τίποτε δὲν ὑπάρχει πιὸ καλότυχο καὶ πιὸ μακαριστό.

Κανένα ἀπὸ τὰ ὑπερεξαίρετα ἀνδραγαθήματα ποὺ ἐπιδοκιμάζονται στὶς λαμπαδοφοροῦσες παρθένες δὲν ἔλειψε ἀπ᾽ τὴ δόξα σου, ὦ νύφη τοῦ Χριστοῦ· γιατὶ ἀγάπησες πέρα ἀπὸ κάθε μέτρο τὸ Χριστὸ καὶ καταθέλχθηκες ἀπὸ τὸν ἔρωτά του. Καὶ γι' αὐτὸ δὲν τὰ λογάριασες μόνο σὰν σκύβαλα ὅλα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴ ζωή σου τὴν ἴδια καὶ τὴν ψυχή σου προτίμησες τὸν ποθητό σου. Πόσο πολὺ σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους ἀγωνίστηκες τὸν ἀγώνα τὸν καλὸ καὶ τήρησες τὴν πίστη σου ἀπαρασάλευτη σὲ καιροὺς γεμάτους ἀπὸ ἀλλαγὲς καὶ κινδύνους! Πόσο ἀσκόνταφτα καὶ ἀνεμπόδιστα ὁλοκλήρωσες τὸ δρόμο τῆς εὐσέβειας! Πόσο ἐξαιρετικὰ ἀλγεινὰ ἦταν τὰ βασανιστήρια καὶ πέρα ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη δύναμη καὶ ποὺ τὰ ὑπέφερες γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ὀλόψυχα κι ὁλοπρόθυμα. Γι’ αὑτὸ βέβαια καὶ σὲ περιμένει τὸ στεφάνι τῆς δικαιοσύνης, ποὺ ἐπάξια φόρεσες καὶ στεφανώθηκες γι᾿ αὐτὸν στὰ οὐράνια.

Ἀλλὰ κι ἐδῶ στὴ γῆ δὲ σ᾽ ἄφησε ὁ Χριστὸς χωρὶς βραβεῖο. Γιατὶ λέει, «σᾶς βεβαιώνω, πὼς θὰ δοξάσω ὅσους μὲ δοξάζουν». Γιατί, σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεση ποὺ σοῦ δόθηκε, μέσα στὸ λουτρό σου, ὅπου γιὰ τοὺς πιστοὺς ποὺ προσέρχονται ὑπάρχουν καὶ τὰ τίμια λείψανά σου, περισσότερο ἀπὸ ποτάμια ἀναβλύζουν οἱ θεραπεῖες τῶν παντὸς εἴδους ἀσθενειῶν καὶ τὰ σώματα ὅσων ὑποφέρουν ἀπὸ ἕλκη λοιμικὰ ἢ κάποια ἄλλη νόσο ἢ βασανίζονται ἀπὸ ἆλλα πάθη, μόλις ἀγγίξουν τὰ σωτήρια νερά, γρήγορα ξεπλένονται ἀπὸ τὸ θανάσιμο νόσημα. Καὶ εἶναι γιὰ τοὺς γείτονες, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅσους ζοῦν μακριά, ὁ τόπος σεβαστὸς καὶ ξακουσμένος κι ἐπιδιώκουν νὰ πᾶν σ᾽ αὐτὸν ὅσοι ἔχουν ἀνάγκη. Καὶ δὲν εἶναι σ᾽ αὑτὸ τὸ μέρος μόνο περιορισμένο το ἀγαθὸ ποὺ σοῦ δωρήθηκε καὶ ἡ χάρη ἡ θεραπευτική, ἀλλὰ καὶ ὅλοι, ποὺ ἀπὸ κάθε μέρος τῆς γῆς προσέρχονται σ᾽ ἐσένα μὲ θερμὴ πίστη καὶ τελοῦν τὸ ἐτήσιο μνημόσυνό σου, θεραπεύονται τὰ λοιμικὰ τραύματα τους καὶ κάθε ἡλικίας πολεμεῖται ἡ ἀηδιαστικὴ νόσος κι ἐνόχληση κι ἐκδιώκονται μὲ τὶς ἐπιτιμήσεις σου δαιμονικὲς ἐνέργειες. Κι ὄχι αὑτὸ μόνο, ἀλλὰ καὶ ἐλευθερώνονται ἀπὸ κάθε κίνδυνο καὶ δύσκολη περίσταση, ὅσοι σὲ καλοῦν βοηθὸ στὴν ἄμυνά τους.

Μὴν παραλείπεις λοιπόν, ἀγνὴ ἀειπάρθενη, νὰ παρακολουθεῖς μὲ βλέμμα συμπάθειας ὅσους προσφεύγουν σ᾽ ἐσένα, ἀλλὰ κι αὐτὸν ποὺ σοῦ ἀπηύθυνε αὐτὸν τὸ ταπεινὸ καὶ ξέθωρο ἐγκωμιαστικὀ λογίδριο, πολὺ εἶναι βέβαια πιὸ κάτω ἀπὸ τὴν ὑπέροχη ἀξία σου, δὲ φρόντισε ὅμως λιγότερο μὲ τὴ μικρή του προθυμία νὰ τὸ δυναμώσει, δέξου το μὲ εὐχαρίστηση γιὰ τὴν καλὴ προαίρεσή του καὶ σκύβοντας μὲ συμπάθεια σ᾽ αὑτὸν κι ἐπιδοκιμάζοντάς τον, δέξου τὸ μικρό του δῶρο, ὅπως δέχτηκε ὁ νυμφίος σου Χριστὸς τὰ δύο λεπτὰ ἀπὸ τὴ φτωχὴ χήρα, προσέχοντας ὄχι στὸ προσφερόμενο ποσό, ἀλλὰ στὴ γνησιότητα τῆς διάθεσης. Καὶ εἴθε νὰ σὲ βρῶ καὶ τῶν δικῶν μου ψυχικῶν καὶ σωματικῶν τραυμάτων τὴν κατάλληλη θεραπεύτρια καὶ ὁλοπρόθυμη προστάτρια σὲ ὅλες τὶς δυσκολίες καὶ τὶς θλίψεις. Νὰ μοῦ σταματήσεις καὶ νὰ μοῦ γαληνεύσεις τὶς ὁρμὲς καὶ τὰ σκιρτήματα τῶν παθῶν μου καὶ κατευθύνοντας τὴ ζωή μου σ᾽ αὐτὰ ποὺ πρέπει καὶ περνώντας ἀνεπηρέαστος τὸ φουρτουνιασμένο κατακλυσμὸ τοῦ κόσμου καὶ ἀγκυροβολώντας στὴ ζωὴ ποὺ δὲ γερνᾶ καὶ στὸ λιμάνι τῆς σωτηρίας, εἴθε νὰ συναντήσω γιὰ τ᾽ ἀμέτρητα πλημμελήματά μου τὸν κοινὸ ὅλων µας εὐσπλαχνικὸ κριτή, γιὰ νὰ μοῦ δώσει τὴν ἄφεση καὶ τὴ συχώρεση μὲ τὴν δική σου μεσίτευση καὶ πρεσβεία, ποὺ τώρα δίκαια καταδικάζει καὶ κατακρίνει τὴ ραθυμία μου, καὶ σ᾽ ὅλους ὅσοι μὲ πίστη ἀγαποῦν καὶ τιμοῦν καὶ σέβονται το ὄνομα σου καὶ προσφεύγουν στὶς πρεσβεῖες σου γιὰ νὰ τοὺς βοηθήσεις, γίνε παρακαλῶ, Βαρβάρα ἀθλοφόρε καὶ μάρτυρα καλλίνικη καὶ ἀνύμνητη κι ἀείμνηστη καὶ πανεύφημη κι ἀθλήτρια ποὺ τοὺς νόμους τήρησες, δωρήτρια τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν καὶ ὑπέρμαχός μας σὲ κάθε δύσκολη στιγμὴ καὶ πρέσβειρα ἁκατανίκητη πρὸς τὸν πανάγαθο Χριστό, τὸ Θεό μας, μαζὶ μὲ τὸν ὁποῖο στὸν ἄναρχο κι ἀγέννητο καὶ προσκυνητὸ Πατέρα του καὶ συγχρόνως καὶ στὸ ὁμοούσιο κι ἀείζωο Πνεῦμα ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνηση, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ»

Your rating: None Average: 5 (2 votes)


Άγιοι Τόποι

24 Ώρες στους Αγίους Τόπους, Οδοιπορικό σε Μονές 20/04/2019

24 Ώρες στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων 25/04/2019

24 Ώρες στα Βήματα του Χριστού 27/04/2019

Η Θεία Λειτουργία

The Arabic Divine Liturgy of St. John Chrysostomos

The Turkish Divine Liturgy of St. John Chrysostomos

 

Ραδιοσταθμοί

Ακούστε (((ο)))
Ραδιόφωνο: Άγιοι Ισίδωροι

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ

Κάθε λογισμὸς καὶ κάθε αἴσθηση ὁδηγοῦν σταδιακὰ τὴν ψυχὴ εἴτε πρὸς τὸν παράδεισο εἴτε πρὸς τὴν κόλαση.

Ἄν ὁ λογισμὸς εἶναι ἔλλογος, τότε συνδέει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεὸ Λόγο, μὲ τὸν ὕψιστο Λογισμό, μὲ τὴν Παναξία, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ὁ παράδεισος.

παράδεισος

Ἐάν πάλι εἶναι ἄλογος ὁ λογισμὸς ἤ καὶ παράλογος, τότε συνδέει ἀναπόφευκτα τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Παράλογο, τὸν Ἀνόητο, μὲ τὸν διάβολο, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ἡ κόλαση.

Ὅσα ἰσχύουν γιὰ τὸν λογισμὸ, ἰσχύουν καὶ γιὰ τις αἰσθήσεις. Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ, ἀπὸ τὴν γῆ: καὶ ὁ παράδεισος μὰ καὶ ἡ κόλαση τοῦ ἀνθρώπου.

Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου

Ἐγὼ πατὴρ, ἐγὼ ἀδελφὸς, ἐγὼ νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφὴ, ἐγὼ ἱμάτιον, ἐγὼ ῥίζα, ἐγὼ θεμέλιος, πᾶν ὅπερ ἂν θέλῃς ἐγώ· μηδενὸς ἐν χρείᾳ καταστῇς. Ἐγὼ καὶ δουλεύσω· ἦλθον γὰρ διακονῆσαι, οὐ διακονηθῆναι. Ἐγὼ καὶ φίλος, καὶ μέλος, καὶ κεφαλὴ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ ἀδελφὴ, καὶ μήτηρ, πάντα ἐγώ· μόνον οἰκείως ἔχε πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ πένης διὰ σέ· καὶ ἀλήτης διὰ σέ· ἐπὶ σταυροῦ διὰ σὲ, ἐπὶ τάφου διὰ σέ· ἄνω ὑπὲρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρὶ, κάτω ὑπὲρ σοῦ πρεσβευτὴς παραγέγονα παρὰ τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σὺ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ συγκληρονόμος, καὶ φίλος, καὶ μέλος. Τί πλέον θέλεις; τί τὸν φιλοῦντα ἀποστρέφῃ; τί τῷ κόσμῳ κάμνεις; τί εἰς πίθον ἀντλεῖς τετρημένον;  περισσότερα »»»

Η Ελλάδα και ο Υμνος της Ελευθερίας

Ελληνική σημαία - Ελλάς - Ελευθερία

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Υπεραγία Παρθένος Θεοτόκος Μαρία

Κύριος διασκεδάζει βουλὰς ἐθνῶν, ἀθετεῖ δὲ λογισμοὺς λαῶν καὶ ἀθετεῖ βουλὰς ἀρχόντων· ἡ δὲ βουλὴ τοῦ Κυρίου εἰς τὸν αἰῶνα μένει, λογισμοὶ τῆς καρδίας αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεάν. (Ψαλ. 32, 10-11)

εἰ δέ τις τῶν ἰδίων καὶ μάλιστα τῶν οἰκείων οὐ προνοεῖ, τὴν πίστιν ἤρνηται καὶ ἔστιν ἀπίστου χείρων. (Τιμ.Α 5,8)

Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας

Οἱ ἄνθρωποι καταχρηστικά λέγονται λογικοί. Δεν εἶναι λογικοὶ ὅσοι ἔμαθαν ἀπλῶς τὰ λόγια καὶ τὰ βιβλία τῶν ἀρχαίων σοφῶν, ἀλλ' ὅσοι ἔχουν τὴ λογικὴ ψυχὴ καὶ μποροῦν νὰ διακρίνουν ποιὸ εἶναι τὸ καλὸ καἰ ποιὸ τὸ κακό καὶ ἀποφεύγουν τὰ πονηρὰ καὶ βλαβερὰ στὴν ψυχή, τὰ δὲ ἀγαθὰ καὶ ψυχωφελῆ, τὰ ἀποκτοῦν πρόθυμα μὲ τὴ μελέτη καὶ τὰ ἐφαρμόζουν μὲ πολλὴ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό. Αὐτοὶ μόνοι πρέπει νὰ λέγονται ἀληθινὰ λογικοὶ ἄνθρωποι.

St Antony the Great

Ἐφ᾿ ὅσον ἐννοεῖς τὰ περὶ Θεοῦ, νὰ εἶσαι εὐσεβής, χωρὶς φθόνο, ἀγαθός, σώφρων, πράος, χαριστικὸς κατὰ δύναμιν, κοινωνικός, ἀφιλόνεικος καὶ τὰ ὅμοια. Διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ἀπαραβίαστο ἀπόκτημα τῆς ψυχῆς, νὰ ἀρέσει στὸ Θεὸ μὲ τέτοιες πράξεις καὶ μὲ τὸ νὰ μὴν κρίνει κανέναν καὶ νὰ λέει γιὰ κανέναν, ὅτι ὁ δείνα εἶναι κακὸς καὶ ἁμάρτησε. Ἀλλὰ καλλίτερο εἶναι νὰ συζητᾶμε τὰ δικά μας κακά, καὶ νὰ ἐρευνᾶμε μέσα μας τὴ δική μας πολιτεία, ἐὰν εἶναι ἀρεστὴ στὸ Θεό. Διότι, τί μᾶς μέλει ἐμᾶς, ἐὰν ὁ ἄλλος εἶναι πονηρός;

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Ἡ αἰωνιότητα εἶναι φρικιαστικὴ δίχως Θεάνθρωπο, γιατὶ καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι φοβερὸς δίχως τὸν Θεάνθρωπο. Καθετὶ τὸ ἀνθρώπινο, μονάχα στὸν Θεάνθρωπο ἔχει τὴν τελικὴ καὶ λογικὴ του ἑρμηνεία. Δίχως τὸν θαυμαστὸ Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὅλα τὰ ἀνθρώπινα μεταβάλλονται ἀναπόφευκτα σὲ χάος, σὲ φρίκη, σὲ θάνατο, σὲ κόλαση: ἡ φρόνηση σὲ ἀφροσύνη, ἡ αἴσθηση σὲ ἀπόγνωση, ἡ ἐπιθυμία σὲ αὐτοδιάσπαση μέσα ἀπὸ τὴν αὐτοθέωση ἤ τὴν αὐτοεξουθένωση.

περισσότερα