Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός | Ορθόδοξοι Πατέρες Our Lord Jesus Christ | Orthodox Fathers

»»»    Ἐν τῷ βίῳ τοῦ Ἁγίου Σάββα 2

Ἐν τῷ βίῳ τοῦ Ἁγίου Σάββα 2


Ὅταν κάποτε ὁ Ἅγιος Σάββας, κατὰ τὸν χρόνον τῆς νηστείας, ἀνεχώρησεν ὅπως συνήθιζε, εἰς τὴν ἔρημον καὶ ἔμενεν ἐκεῖ, κάποιος ἀπὸ τοὺς µαθητάς του, ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, ὀνομαζόμενος Ἰάκωβος, γνωστὸς διὰ τὴν αὐθάδειάν του, ἐπέδειξεν ἀκόμη χειροτέραν διαγωγὴν καὶ ἀφοῦ παρέσυρε καὶ ἄλλους μοναχούς, ὁμοίους του, εἰς τὴν ἀνοησίαν, ἔφυγαν ἀπὸ τὴν Λαύραν καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν κοιλάδα, ποὺ ἐλέγετο Ἑπτάστομον. Ἐκεῖ δὲ ἐπεχείρει νὰ ἱδρύσῃ ἰδικήν του Λαύραν, κτίζων κελλία καὶ οἰκοδομῶν Ναόν, καί, ἐν γένει, κατασκευάζων ὅλα ὅσα εἶναι χρήσιμα εἰς τὴν Λαύραν.

Ἐπειδὴ ὅμως οἱ ἀδελφοὶ ἠγανάκτουν σφοδρῶς ἐναντίον τοῦ Ἰακώβου καὶ δὲν ἄφηνον νὰ προχωρήσῃ περισσότερον ἡ οἰκοδομή, ὁ Ἱάκωβος προσθέτων εἰς τὴν ἀδικίαν καὶ τὸ ψεῦδος εἶπεν εἰς τοὺς Μοναχούς, ὅτι τάχα ὅλα αὐτὰ γίνονται σύµφωνα μὲ τὴν γνώμην τοῦ Πατρὸς καὶ Ἡγουµένου των Σάββα. Μόλις ἤκουσαν οἱ Μοναχοὶ τὴν πληροφορίαν αὐτήν, ἑσταμάτησαν μὲν νὰ τὸν ἐμποδίζουν ἀπὸ τὴν οἰκοδόμησιν, δὲν ἀπηλλάγησαν ὅμως ἀπὸ µίαν ἐσωτερικὴν λύπην, ποὺ ἐδοκίμαζον, καθὼς ἔϐλεπον μὲ τὰ µάτια των τὸν Ἰάκωβον νὰ ἀποκόπτῃ ἕνα µεγάλο µέρος τῆς Λαύρας. Ὡστόσον ἐπειδὴ ἐνόμιζον, ὅτι ὁ Ἱάκωβος τοὺς ἔλεγε τὴν ἀλήθειαν, ἐσιώπων ἀναμένοντες τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ πνευματικοῦ των πατρὸς Σάββα.

Ἀφοῦ συνεπληρώθη ὁ χρόνος τῆς νηστείας, ἐπανῆλθεν ὁ θεῖος Σάββας εἰς τὴν Λαύραν· ἀντιληφθεὶς δὲ μὲ τοὺς ὀφθαλμούς του τὰ γεγονότα, ἀμέσως προσκαλεῖ τὸν Ἰάκωβον καὶ τὸν παρακαλεῖ πατρικῶς νὰ σταµατήσῃ τὰς ἐργασίας, διότι ἡ ὑπόθεσις τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν οὔτε κατὰ Θεὸν εἶναι, οὔτε συμφωνεῖ μὲ τὴν γνώµην τῶν ἀδελφῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἴδιον εἶναι πάρα πολὺ ἐπικίνδυνον, πρὶν ἀκόμη παιδαγωγήσῃ καλὰ - καλὰ τὸν ἑαυτόν του, νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην, ὡς πνευματικὸς πατὴρ, τῶν ψυχῶν ἄλλων. Τοιουτοτρόπως ὁ θεῖος πατὴρ Σάββας ἐνουθέτει πατρικῶς καὶ μὲ πραότητα τὸν Ἰάκωβον. Ἐπειδὴ ὅμως ἔβλεπεν ὅτι ὁ Ἰάκωβος ἀντέλεγε καὶ δὲν ἤθελε νὰ ὑπακούσῃ, ἀφοῦ µετέβαλεν ὀλίγον τὴν συνηθισµένην του ἐπιείκειαν, τοῦ λέγει κάπως αὐστηρότερα:

--Ἐγώ τέκνον µου, νομίζω ὅτι εἶναι συμφέρον σου ἐκεῖνο, ποὺ σὲ ἔχω συμβουλεύσει· ἐπειδὴ ὅμως δὲν ὑπακούεις, πρόσεξε μὴ τυχὸν διδαχθῆς τὸ συμφέρον, ὅταν θὰ ἔχῃς ὑποστῇ μεγάλην ζημίαν.

Μόλις εἶπεν αὐτὰ ὁ Ἅγιος Σάββας, ἀμέσως ἀνεχώρησε πρὸς τὸ κτίριον τῆς Λαύρας, ὁ δὲ Ἰάκωβος ἤρχισε τὴν ἰδίαν στιγμὴν νὰ τρέμῃ εἰς τὸ σῶμα του καὶ κατελήφθη ἀπὸ ὑψηλὸν πυρετόν· ἔπειτα ἔπεσεν ἀρρώστος εἰς τὸ κρεββάτι καὶ ἐπὶ ἑπτὰ ὁλοκλήρους μῆνας ἐβασανίζετο καὶ ὑπέφερεν ἀπὸ τὴν περίεργον αὐτὴν ἀσθένειαν. Ὅταν λοιπὸν ἔχασε καὶ τὴν τελευταίαν ἐλπίδα ὅτι θὰ θεραπευθῇ καὶ ἐφέρετο πρὸς τὸν θάνατον, ἐνεθυμήθη τὴν ἀπείθειαν, τὴν ὁποίαν κάποτε ἐπέδειξε πρὸς τὸν Ὅσιον Σάββαν. Ἀμέσως τότε παρακαλεῖ μετ ἐπιμονῆς τοὺς παρευρισκοµένους νὰ τὸν σηκώσουν μὲ τὸ κρεββάτι εἰς τὸ ὁποῖον, λόγῳ τῆς ἀσθενείας του, ἦτο ἐξηπλωμένος, νὰ τὸν μεταφέρουν καὶ νὰ τὸν δέσουν πρὸ τῶν ποδῶν τοῦ μεγάλου Ὁσίου, διὰ νὰ μὲ συγχωρήσῃ --- ὅπως ἔλεγεν ---- διὰ τὴν παρακοήν µου καὶ νὰ μὴ ἀποθάνω ἀσυγχώρητος.

Πράγματι ἐγένετο ἡ ἐπιθυμία του καί, ἐντὸς ὀλίγου, ὁ Ἰάκωβος ἐπάνω εἰς τὸ κρεββάτι ὡς ἀσθενὴς µετεκομίσθη πλησίον τοῦ Ὁσίου Σάββα. Ὁ Ὅσιος, ἀφοῦ τὸν ἐκοίταξε μὲ πραότητα, ὁ πράγματι πρᾶος καὶ συµπαθής, τοῦ εἶπε μὲ γλυκύτητα:

--Ἔμαθες τώρα, ἀδελφέ µου, ποῖος εἶναι ὁ καρπὸς τῆς αὐθαδείας; Τὸ ἔμαθες ἀρκετά; Ἐννόησες ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀπειθαρχίας καὶ τῆς παρακοῆς;

Ὁ Ἰάκωβος, ἀφοῦ ἠμπόρεσε µόλις καὶ μετὰ βίας νὰ ἀνοίξῃ τὰ χείλη του (διότι καὶ ἐκεῖνα εἶχαν κλεισθῆ ἀπὸ τὴν ἀσθένειαν) ἀπήντησε:

--Συγχώρησόν µε, τίµιε Πάτερ, διότι ἑτοιμάζομαι πλέον διὰ τὸ τελευταῖον µου ταξείδι.

Μὲ ἀγάπην, καὶ πάλιν, τοῦ ἀπαντᾷ ὁ Ὅσιος Σάββας:

--Ὁ Θεὸς νὰ σὲ συγχωρήσῃ, ἀδελφέ µου.

Συγχρόνως δὲ μὲ τοὺς λόγους αὐτοὺς ἥπλωσεν ἐπάνω εἰς τὸν ἀσθενὴ καὶ τὸ χέρι του· καὶ τὸ χέρι ἐκεῖνο ἔγινε, διὰ τὸν ἄρρωστον Ἰάκωβον, δύναµις· καὶ ὢ τοῦ θαύματος· ἐνῷ ἦτο ἑτοιμοθάνατος, ἐσηκώθη. Ἔπειτα ἐκοινώνησε καὶ τὴν Θείαν ἐκείνην τροφὴν ἠκολούθησεν ἡ σωματική. Τοιουτοτρόπως ἐτρέφετο σιγὰ - σιγὰ καὶ ἐδυνάμωνεν. Πρὸς κατάπληξιν δὲ ὅλων ἔγινε τελείως καλά, καὶ ἐσηκώνετο ἀπὸ τὸ κρεββάτι του εὐκολώτερον καὶ ἀσφαλέστερον παρὰ οἱ ὑγιεῖς.

Ἀφοῦ ἐθεραπεύθη τελείως, ὁ Ὅσιος Σάββας τοῦ ἐπέβαλεν ὡς κανόνα, διὰ τὴν ἀπειθαρχίαν του, νὰ μὴ ξαναγυρίσῃ πλέον εἰς ἐκείνας τὰς νέας οἰκοδομὰς τῆς παρακοῆς. Ὁ Πατριάρχης ὅμως Ἠλίας, μόλις ἐπληροφορήθη τὴν ὅλην ὑπόθεσιν, δὲν ἐθεώρησε καλὸν νὰ παραμένουν ἀκόµη ὅρθια τὰ κτίσματα ἐκεῖνα τῆς παρακοῆς, ἀλλὰ ἔστειλεν ἀμέσως ἀνθρώπους καὶ τὰ κατηδάφισε τελείως.

Κατόπιν αὐτῶν, ἐπιθυμῶν ὁ θεῖος Σάββας νὰ ἀναδείξῃ τὸν Ἰάκωβον τέχνον ὑπακοῆς, τοῦ ἐμπιστεύεται τὴν ὑπηρεσίαν τῆς περιποιήσεως τῶν φιλοξενουμένων.

Κάποτε λοιπὸν ὁ Ἰάκωβος ἐμαγείρευσε κουκιὰ καὶ ἐπειδὴ ἦτο τελείως ἄπειρος καὶ ἀγύμναστος εἰς τὴν μαγειρικὴν καὶ τὸν ὑπολογισμὸν, τῶν ἀπαιτουμένων µερίδων φαγητοῦ, ἐμαγείρευσε τόσα πολλά, ὥστε τὰ περισσεύοντα ἀπὸ τὸ µαγείρευµα ἐκεῖνο κουκιὰ νὰ εἶναι ἀρκετὰ καὶ διὰ τὴν τρίτην ἡμέραν. Ἀλλ᾽ ὁ Ἰάκωβος, τὴν δευτέραν ἡμέραν ἔρριψεν εἰς τὴν ρεματιά, ποὺ ἦτο κοντὰ εἰς τὴν Λαύραν, ὅσα κουκιὰ ἐπερίσσευσαν, ὡς νὰ ἦσαν ἄχρηστα σκύβαλα. Αὐτὴ ὅμως ἡ ἐνέργεια δὲν διέφυγε τὴν προσοχὴν τοῦ µακαρίου Σάββα, διότι, ὅπως λέγει καὶ τὸ ρητὸν «τοῦ σοφοῦ τὰ µάτια εὑρίσκονται ἐπάνω εἰς τὸ κεφάλι του» (Ἐκκλησιαστὴς β΄, 14). Ἀμέσως λοιπὸν ἐπῆγε χωρὶς κανεὶς νὰ τὸν ἀντιληφθῇ, ἐμάζευσε τὰ σκορπισµένα κουκιά, τὰ ἥπλωσεν εἰς τὸν ἥλιον, διὰ νὰ ξεραθοῦν καὶ τὰ ἐφύλαξε.

Ἀφοῦ ἐπέρασεν ὀλίγος χρόνος, καλεῖ τὸν Ἰάκωβον νὰ φάγουν µόνοι των, οἱ δύο· ὡς φαγητὸν δέ, εἰς τὴν κοινὴν αὐτὴν συνεστίασιν, παρέθεσεν ἐκεῖνα τὰ κουκιά, ποὺ πρὸ ὀλίγου ἐπέταξεν εἰς τὸν χείµαρρον ὁ Ἰάκωβος, καὶ τὰ ὁποῖα ἠτοίμασε μὲ μεγάλην τέχνην, ὥστε τὸ παρατεθέν, δι αὐτῶν, γεῦμα, νὰ εἶναι νοστιµώτατον καὶ εὐχάριστον.

Καθὼς ἔτρωγον, ὁ θεῖος Σάββας, διὰ νὰ δοκιµάσῃ τὸν Ἰάκωβον, τοῦ λέγει:

--- Συγχώρεσέ µε, ἀδελφέ µου, διότι ἴσως δὲν σὲ εὐχαρίστησα μὲ τὸ φαγητόν µου, ὅπως ἐγὼ ἤθελα, ἐπειδὴ δὲν ἔχω μεγάλην πεῖραν ἀπὸ φαγητὰ καὶ καρυκεύµατα.

Ὁ Ἱάκωβος τότε ἀπήντησε μὲ ἐνθουσιασμόν:

--- Ἀπ’ ἐναντίας, Πάτερ µου, τόσον πολὺ εὐχαριστήθηκα μὲ αὐτὰ τὰ κουκιά, πού, σὲ διαβεβαιῶ, πολὺ καιρὸ εἶχα νὰ δοκιμάσω τόσο γλυκὺ καὶ νόστιμον φαγητόν.

Ὁ Ἅγιος Σάββας λαβὼν ἐκ δευτέρου τὸν λόγον τοῦ λέγει:

---Μάθε, τέκνον µου, πὼς τὸ φαγητὸν αὐτὸ ἔγινεν ἀπὸ τὰ κουκιὰ ἐκεῖνα, ποὺ σὺ ὁ ἴδιος, πρὸ ὀλίγου, ἐπέταξες, ὡς ἄχρηστα εἰς τὴν ρεματιάν.

Εἶναι λοιπὸν καιρὸς νὰ ἀντιληφθῇς, ὅτι ἐκεῖνος ποὺ οὔτε µίαν χύτραν ὀσπρίων δὲν καταφέρνει νὰ τακτοποιήσῃ καλά, ὥστε τὸ µαγείρευµα νὰ ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν καθημερινὴν ἀνάγκην καὶ νὰ μὴ ἐνεργῇ ἄσκοπα, πῶς θὰ καταστῇ ἱκανός, ὁ ἄνθρωπος αὐτός, νὰ ἀναλάβῃ ἐπιτυχῶς τὴν διακυβέρνησιν ἀδελφῶν; Ἀξίζει δέ, εἰς ἀπόδειξιν, νὰ ἐνθυμηθῶμεν καὶ τὸ ἀποστολικὸν ρητὸν «ὅποιος δὲν γνωρίζει νὰ κυβερνήσῃ τὸν οἶκον του, πῶς θὰ ἀναλάβῃ τὴν κυβέρνησιν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ»; (Τιμ. Α΄, 6)

Αὐτὰ καὶ παρόμοια ἄλλα συνωµίλησεν ὁ µακάριος Σάββας πρὸς τὸν Ἰάκωβον ἐπιτυχών, συγχρόνως, καὶ τὸ πνεῦμα τῆς σπατάλης νὰ διορθώσῃ, ἐμπνεύσας εἰς αὐτὸν τὴν οἰκονομίαν, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν ἐλέγξῃ διὰ τὴν προηγουµένην προπέτειάν του, ἀσφαλίσας αὐτόν, ὥστε νὰ μὴ κυριευθῇ εἰς τὸ µέλλον ἀπὸ τοιοῦτον πάθος· κατόπιν αὐτῶν ἄφησε τὸν Ἱάκωϐον νὰ φύγῃ μὲ τὴν εὐχήν του καὶ τὴν εὐλογίαν του.

Ὕστερα ἀπὸ ἀρκετὸν χρόνον, ὅταν κάποτε ἠσύχαζεν εἰς τὸ κελλίον του ὁ Ἱάκωβος, ἠνωχλήθη ἀπὸ ἀτόπων σαρκικῶν λογισμῶν καὶ ἡ τρικυμία ἐκ τῆς αἰσχρᾶς ἐπιθυμίας, ποὺ ἐξεκαύθη µέσα του, ἦτο ἀφόρητος καὶ µεγάλη. Ὁ Ἱάκωβος ἀντεστάθη γενναίως πρὸς αὐτοὺς τοὺς αἰσχροὺς λογισμοὺς ἐπὶ πολὺ διάστηµα. Μετὰ ὅμως, τροµοκρατηµένος ἀπὸ τὸ πέλαγος τῶν πειρασμῶν καὶ νοµίσας, πὼς εἰς τὸ τέλος δὲν θὰ καταπαύσῃ ἡ τρικυμία (αὐτὴ βεβαίως ἡ σκέψις προήρχετο καθ᾽ ὁλοκληρίαν ἀπὸ τὸν πονηρόν, καὶ ἦτο µία ἀπὸ τὰς µηχανάς του καὶ τὰς πανούργους μεθόδους του) καὶ μὲ σκοτισµένην τὴν διάνοιάν του καὶ λησµονήσας τοὺς ἱεροὺς κανόνας, ἐπῆρε µίαν µάχαιραν καὶ κατέκοψε τὰ γεννητικά του ὄργανα, θεραπεύων, τοιουτοτρόπως, μὲ τὸν χειρότερον τρόπον, διὰ τοῦ κακοῦ, τὸ κακόν. Μὴ δυνάµενος ὅμως νὰ ὑποφέρῃ τὸν πόνον καὶ νὰ σταµατήσῃ τὴν αἱμορραγίαν, ἤρχισε νὰ κραυγάζῃ καὶ νὰ καλῇ εἰς βοήθειαν τοὺς πλησίον.

Οἱ Μοναχοὶ ἔτρεξαν ἀμέσως καὶ μόλις εἶδον τὸν φοβερὸν αὐτὸν αὐτοτραυματισμόν, ἤρχισαν ἀμέσως νὰ προσφέρουν εἰς τὸν Ἰάκωβον τὰς πρώτας βοηθείας καὶ νὰ προσπαθοῦν νὰ τοῦ καταπραΰνουν τοὺς πόνους.

Τὸ πρᾶγμα ὅμως ἔγινε γνωστὸν καὶ εἰς τὸν ἴδιον τὸν Ἅγιον Σάββαν· δι' αὐτὸ μόλις ὁ Ἰάκωβος συνῆλθεν ὀλίγον ἀπὸ τοὺς πόνους, ὁ Ὅσιος Σάββας τὸν ἐκδιώκει ἀμέσως ἀπὸ τὴν Λαύραν, ὡς ἐχθρὸν τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ ὡς πονηρὸν αὐτόχειρα. Κατόπιν αὐτοῦ ὁ Ἰάκωβος ἐδοκίμασεν ὀδυνηρὰν µεταµέλειαν, αἱ τύψεις τῆς συνειδήσεως ἐβασάνιζον πικρῶς τὴν ψυχήν του, ἔχυνε θερμὰ δάκρυα καὶ ἀνεστέναζε θλιβερῶς. Ἧτο τελείως ἐλεεινὸς καὶ ἀξιοδάκρυτος νὰ τὸν βλέπῃ κανεὶς καί, μὲ τὴν ἀθλιότητά του αὐτήν, προεκάλει τὴν συμπάθειαν ὅσων τὸν ἔβλεπον.

Εἰς αὐτὴν λοιπὸν τὴν ἀξιοθρήνητον κατάστασιν εὑρισκόμενος ὁ Ἰάκωβος προσέρχεται εἰς τὸν µακάριον Θεοδόσιον, ἐξομολογούμενος εἰς αὐτὸν τοὺς φοβεροὺς σαρκικοὺς πολέμους, ποὺ τὸν ἐβασάνιζον, ἐξιστορῶν τὸν αὐτοτραυματισμόν του καὶ θρηνῶν διὰ τὴν ἐκδίωξίν του ἀπὸ τὴν Λαύραν. Εἰς τὸ ἄκουσμα τούτου ὁ Θεοδόσιος τὸν εὐσπλαγχνίζεται καὶ ἔρχεται μαζί του πρὸς τὸν µακάριον Σάββαν καὶ τὸν ἱκετεύει θερμότατα ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν νὰ τὸν συγχωρήσῃ, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ νὰ τὸν δεχθῇ καὶ πάλιν εἰς τὴν Λαύραν, ἀφοῦ τοῦ ἐπιβάλλει τὰ ἁρμόζοντα ἐπιτίμια.

Ὁ Ὅσιος Σάββας ὑπεχώρησε, πράγματι, εἰς τὰς παρακλήσεις τοῦ φίλου του, ἀλλὰ καὶ ἐνικήθη καὶ ἀπὸ τὴν ἔμφυτον καλωσύνην καὶ εὐσπλαγχνίαν του, δι’ αὐτὸ καὶ δέχεται, πάλιν, τὸν Ἱάκωβον εἰς τὴν Λαύραν. Τοῦ ἐπέβαλεν ὅμως διάφορα ἐπιτίμια, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸ νὰ μὴ ὁμιλῇ καὶ νὰ μὴ βλέπῃ κανένα εἰς τὴν Λαύραν, παρὰ µόνον ὅταν ἦτο ἀπόλυτος ἀνάγκη ἐκ τοῦ διακονήµατος. Ὁ Ἱάκωβος λοιπὸν ἀπέκτησε καὶ πάλιν τὸ κελλίον του, εἰς τὸ ὁποῖον ἡσύχαζε καὶ µετενόει σκληρὰ δι ὅσα ἔκαμε, παρακαλῶν μετὰ θερμότητος τὸν Θεὸν νὰ τὸν συγχωρήσῃ, ἐὼς ὅτου, ἐπὶ τέλους, ἔλαβεν ἐξ οὐρανοῦ τὴν συγχώρησιν, κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον, τὸν ὁποῖον θὰ ἐκθέσωμεν ἀμέσως.

Ἐφάνη κάποτε εἰς τὸν θεῖον Σάββαν ἕνας λαμπρὸς ἄνδρας, ἀκτινοβολῶν γλυκείας ἀκτῖνας φωτός, ὁ ὁποῖος ἐστάθη κοντά του καὶ τοῦ ἐδείκνυεν ἕνα νεκρόν, ποὺ εἶχε ριφθῆ εἰς τὰ πόδια τοῦ Ἰακώβου, τὸν δὲ Ἰάκωβον νὰ προσεύχεται εἰς τὸν Θεὸν διὰ τὸν νεκρόν. Ἐν τῷ μεταξὺ ἠκούετο µία φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανόν, ποὺ ἔλεγεν:

---Ἰάκωβε, εἰσηκούσθη ἡ προσευχή σου· ἔγγισε λοιπὸν τὸν νεκρὸν καὶ ἀμέσως θὰ ἀναστηθῇ.

Κατόπιν τῆς προτροπῆς αὐτῆς, ἐγγίξε, πράγματι, τὸν νεκρὸν ὁ Ἰάκωβος, ὅπως διετάχθη, καὶ ὁ νεκρὸς ἀνεστήθι.

Ὁ φωτοειδὴς ἐκεῖνος ἄνδρας ἐστράφη πρὸς τὸν Σάββαν καὶ τοῦ εἶπε, ὅτι θέλει ἀμέσως νὰ ἐκτελεσθῇ τὸ ὑποσημαινόμενον ὑπὸ τῆς ὁπτασίας· νὰ ἐξέλθῃ, δηλαδή, ἀμέσως ἀπὸ τὸ κελλίον του καὶ νὰ διατάξῃ νὰ προσέρχεται εἰς τὸ ἑξῆς ὁ Ἱάκωβος εἰς τὰς συνάξεις τῆς ἀδελφότητος.

Πράγματι ὁ Ἱάκωβος προσῆλθεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἐπεκοινώνησε μὲ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τοὺς ἠσπάσθη· ἔπειτα µετέθη καὶ πρὸς τὸν µακάριον Θεοδόσιον, μετὰ τοῦ ὁποίου ἀντήλλαξε τὸν ἐν Χριστῷ ἀσπασμόν, καὶ τὴν ἑβδόμην, μετὰ τὴν ὁπτασίαν, ἡμέραν ἀπέρχεται μετὰ χαρᾶς ἐκ τοῦ παρόντος βίου.


Πηγή · Εὐεργετινός

No votes yet


Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ

Κάθε λογισμὸς καὶ κάθε αἴσθηση ὁδηγοῦν σταδιακὰ τὴν ψυχὴ εἴτε πρὸς τὸν παράδεισο εἴτε πρὸς τὴν κόλαση.

Ἄν ὁ λογισμὸς εἶναι ἔλλογος, τότε συνδέει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεὸ Λόγο, μὲ τὸν ὕψιστο Λογισμό, μὲ τὴν Παναξία, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ὁ παράδεισος.

παράδεισος

Ἐάν πάλι εἶναι ἄλογος ὁ λογισμὸς ἤ καὶ παράλογος, τότε συνδέει ἀναπόφευκτα τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Παράλογο, τὸν Ἀνόητο, μὲ τὸν διάβολο, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ἡ κόλαση.

Ὅσα ἰσχύουν γιὰ τὸν λογισμὸ, ἰσχύουν καὶ γιὰ τις αἰσθήσεις. Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ, ἀπὸ τὴν γῆ: καὶ ὁ παράδεισος μὰ καὶ ἡ κόλαση τοῦ ἀνθρώπου.

Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Ο Ζυγός της Δικαιοσύνης

Ο Ζυγός της Δικαιοσύνης

Η Θεία Λειτουργία

The Arabic Divine Liturgy of St. John Chrysostomos

The Turkish Divine Liturgy of St. John Chrysostomos

 

Άγιοι Τόποι

24 Ώρες στους Αγίους Τόπους, Οδοιπορικό σε Μονές 20/04/2019

24 Ώρες στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων 25/04/2019

24 Ώρες στα Βήματα του Χριστού 27/04/2019

Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου

Ἐγὼ πατὴρ, ἐγὼ ἀδελφὸς, ἐγὼ νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφὴ, ἐγὼ ἱμάτιον, ἐγὼ ῥίζα, ἐγὼ θεμέλιος, πᾶν ὅπερ ἂν θέλῃς ἐγώ· μηδενὸς ἐν χρείᾳ καταστῇς. Ἐγὼ καὶ δουλεύσω· ἦλθον γὰρ διακονῆσαι, οὐ διακονηθῆναι. Ἐγὼ καὶ φίλος, καὶ μέλος, καὶ κεφαλὴ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ ἀδελφὴ, καὶ μήτηρ, πάντα ἐγώ· μόνον οἰκείως ἔχε πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ πένης διὰ σέ· καὶ ἀλήτης διὰ σέ· ἐπὶ σταυροῦ διὰ σὲ, ἐπὶ τάφου διὰ σέ· ἄνω ὑπὲρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρὶ, κάτω ὑπὲρ σοῦ πρεσβευτὴς παραγέγονα παρὰ τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σὺ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ συγκληρονόμος, καὶ φίλος, καὶ μέλος. Τί πλέον θέλεις; τί τὸν φιλοῦντα ἀποστρέφῃ; τί τῷ κόσμῳ κάμνεις; τί εἰς πίθον ἀντλεῖς τετρημένον;  περισσότερα »»»

Η Ελλάδα και ο Υμνος της Ελευθερίας

Ελληνική σημαία - Ελλάς - Ελευθερία

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Υπεραγία Παρθένος Θεοτόκος Μαρία

Κύριος διασκεδάζει βουλὰς ἐθνῶν, ἀθετεῖ δὲ λογισμοὺς λαῶν καὶ ἀθετεῖ βουλὰς ἀρχόντων· ἡ δὲ βουλὴ τοῦ Κυρίου εἰς τὸν αἰῶνα μένει, λογισμοὶ τῆς καρδίας αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεάν. (Ψαλ. 32, 10-11)

εἰ δέ τις τῶν ἰδίων καὶ μάλιστα τῶν οἰκείων οὐ προνοεῖ, τὴν πίστιν ἤρνηται καὶ ἔστιν ἀπίστου χείρων. (Τιμ.Α 5,8)

Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας

Οἱ ἄνθρωποι καταχρηστικά λέγονται λογικοί. Δεν εἶναι λογικοὶ ὅσοι ἔμαθαν ἀπλῶς τὰ λόγια καὶ τὰ βιβλία τῶν ἀρχαίων σοφῶν, ἀλλ' ὅσοι ἔχουν τὴ λογικὴ ψυχὴ καὶ μποροῦν νὰ διακρίνουν ποιὸ εἶναι τὸ καλὸ καἰ ποιὸ τὸ κακό καὶ ἀποφεύγουν τὰ πονηρὰ καὶ βλαβερὰ στὴν ψυχή, τὰ δὲ ἀγαθὰ καὶ ψυχωφελῆ, τὰ ἀποκτοῦν πρόθυμα μὲ τὴ μελέτη καὶ τὰ ἐφαρμόζουν μὲ πολλὴ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό. Αὐτοὶ μόνοι πρέπει νὰ λέγονται ἀληθινὰ λογικοὶ ἄνθρωποι.

St Antony the Great

Ἐφ᾿ ὅσον ἐννοεῖς τὰ περὶ Θεοῦ, νὰ εἶσαι εὐσεβής, χωρὶς φθόνο, ἀγαθός, σώφρων, πράος, χαριστικὸς κατὰ δύναμιν, κοινωνικός, ἀφιλόνεικος καὶ τὰ ὅμοια. Διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ἀπαραβίαστο ἀπόκτημα τῆς ψυχῆς, νὰ ἀρέσει στὸ Θεὸ μὲ τέτοιες πράξεις καὶ μὲ τὸ νὰ μὴν κρίνει κανέναν καὶ νὰ λέει γιὰ κανέναν, ὅτι ὁ δείνα εἶναι κακὸς καὶ ἁμάρτησε. Ἀλλὰ καλλίτερο εἶναι νὰ συζητᾶμε τὰ δικά μας κακά, καὶ νὰ ἐρευνᾶμε μέσα μας τὴ δική μας πολιτεία, ἐὰν εἶναι ἀρεστὴ στὸ Θεό. Διότι, τί μᾶς μέλει ἐμᾶς, ἐὰν ὁ ἄλλος εἶναι πονηρός;

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Ἡ αἰωνιότητα εἶναι φρικιαστικὴ δίχως Θεάνθρωπο, γιατὶ καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι φοβερὸς δίχως τὸν Θεάνθρωπο. Καθετὶ τὸ ἀνθρώπινο, μονάχα στὸν Θεάνθρωπο ἔχει τὴν τελικὴ καὶ λογικὴ του ἑρμηνεία. Δίχως τὸν θαυμαστὸ Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὅλα τὰ ἀνθρώπινα μεταβάλλονται ἀναπόφευκτα σὲ χάος, σὲ φρίκη, σὲ θάνατο, σὲ κόλαση: ἡ φρόνηση σὲ ἀφροσύνη, ἡ αἴσθηση σὲ ἀπόγνωση, ἡ ἐπιθυμία σὲ αὐτοδιάσπαση μέσα ἀπὸ τὴν αὐτοθέωση ἤ τὴν αὐτοεξουθένωση.

περισσότερα