Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός | Ορθόδοξοι Πατέρες Our Lord Jesus Christ | Orthodox Fathers

»»»    Ἡ ἀνάμνησις τῆς ἐν τῇ Ἁγίᾳ Σορῷ καταϑέσεως τῆς Τιμίας Ζώνης τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.

Ἡ ἀνάμνησις τῆς ἐν τῇ Ἁγίᾳ Σορῷ καταϑέσεως τῆς Τιμίας Ζώνης τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.


Ἐν τῷ σεβασμίῳ αὐτῆς Οἴκῳ, τῷ ὄντι ἐν τοῖς Χαλκοπρατείοις, ἀνακομισϑείσης ἀπὸ τῆς Ἐπισκοπῆς Ζήλας, ἐπὶ Ἰουστινιανοῦ τοῦ Βασιλέως· καὶ τοῦ γεγονότος θαύματος διὰ τῆς ἐπιθέσεως τῆς τιμίας Ζώνης εἰς τὴν Βασιλίδα Ζωήν, τὴν σύζυγον τοῦ Βασιλέως Λέοντος.

Ὅλον τὸν χρόνον εἴμεσθεν ὑπόχρεοι νὰ εὐχαριστοῦμεν καὶ νὰ δοξάζωμεν πρῶτον μὲν τὴν Ὑπέρτατον καὶ Παναγίαν Τριάδα, Πατέρα, Υἱόν, καὶ Πνεῦμα Πανάγιον, τὸν ἕνα καὶ μόνον Θεόν, ὁποῦ μᾶς ἔπλασε, καὶ ἀνέπλασε διὰ τὴν πολλὴν αὐτοῦ εὐσπλαγχνίαν καὶ ἀγαϑότητα· δεύτερον δὲ τὴν ὑπερένδοξον καὶ Ἀειπάρθενον Θεοτόκον, διὰ μέσου τῆς ὁποίας ἀπηλαύσαμεν, καὶ ἀπολαμβάνομεν τόσα ἀγαθά, ὁποῦ ὑπερβαίνουσιν εἰς τὸν ἀριθμὸν τὰ ἄστρη τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὴν ψάμμον τῆς θαλάσσης. Ἐὰν οὖν ὅλους τοὺς ἄλλους Ἁγίους ἑορτάζωμεν χαρμονικῶς καὶ ἐγκωμιάζωμεν, διατὶ ἐφάνησαν πρὸς τὸν Δεσπότην εὐγνώμονες, φυλάττοντες αὐτοῦ τὰ ἅγια καὶ σωτήρια προστάγματα, πόσῳ μᾶλλον πρέπει νὰ ἑορτάζωμεν τὴν ὑπέραγνον τοῦ Θεοῦ Μητέρα· ἡ ὁποία διὰ τὴν πολλὴν αὐτῆς Ἁγιότητα, ταπεινοφροσύνην, καὶ καθαρότητα, Τὸν ἔκαμε καὶ ἔκλινε τοὺς Οὐρανοὺς, καὶ ἐσαρκώϑη ἀπὸ λόγου της, διὰ νὰ σώση τὸν ἄνθρωπον ὁ φιλάνθρωπος ; Δί αὐτὸ καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας προπάντως ἐπρόσταξαν, νὰ τὴν ἑορτάζωμεν οὐ μὀνον ταῖς μεγάλαις της Ἑορταῖς, ἤγουν, τὴν Γέννησιν, τὰ Εἰσόδια, τὴν Ὑπαπαντήν, τὸν Εὐαγγελισμόν, καὶ τὴν Κοίμησιν, ἀλλά μερικαῖς ἄλλαις ἡμέραις, ὁποῦ ἐτέλεσεν εἰς μερικοὺς τόπους ϑαυμάσια, καὶ μάλιστα τὰ Ἅγιά της Ἱμάτια, ὁποῦ ἔκαμαν πολλάκις σημεῖα καὶ τέρατα. Καὶ τἰ ϑαυμαστόν; ἐὰν οἱ δοῦλοί της μὲ τὴν δύναμιν αὐτῆς ἐδυνήθησαν νὰ τελέσουν τοιαῦτα τερατουργήματα, τοῦ Πέτρου ἡ ἅλυσις, καὶ ἄλλων Ἁγίων δεσμά καὶ σουδάρια ἐτέλεσαν θαύματα, καὶ ἡ τιμία Ζώνη τῆς ὑπερτίμου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, μὲ τὴν ὁποίαν καὶ τὸν Δεσπότην ἴσως νὰ ἔζωσε, νὰ μὴ τελέσῃ ϑαυματουργήματᾳ; Μὴν ἀμφιβάλλῃ λοιπόν τινας εἰς ὅσα ἐγράφησαν, καὶ ϑέλουν γραφῇ διὰ λόγου της· ἀλλὰ ἃς πιστεύῃ, ὅτι ὅσα θέλει καὶ βούλεται, δύναται νὰ κάμῃ, ὡς Θεὸν ποιήσασα  παντοδύναμον. Ἄς τὴν ἔχωμεν οὖν εἰς ἀνείκαστον πίστιν καὶ εὐλάβειαν, νὰ προσευχώμεσθεν πρὸς αὐτὴν πολλάκις, ἀναγινώσκοντες εὐχὰς καὶ τροπάρια. Μάλιστα πρέπει νὰ τὸ ἔχωμεν χαράν μας καὶ ἀγαλλίασιν, ὅταν εὐχόμεσϑεν πρὸς τὸν Δεσπότην Χριστόν καὶ αὐτὴν τὴν ὑπέραγνον Μητέρα του. Καθὼς τινὲς χαίρονται, ὅταν ἔχουν φίλον τὸν πρόσκαιρον Βασιλέα καὶ τὴν Βασίλισσαν, καὶ τὸ ἔχουσιν εἰς δόξαν τους να συντυχένουν μὲ τοιαῦτα πρόσωπα ἔνδοξα, ἐλπίζοντες νὰ ἀπολαύσουν ἀπὸ λόγου τους δῶρα πλούσια. Ἐάν γοῦν εἰς τοὺς ἐπιγείους Ἄρχοντας ἔχετε τοσαύτην πίστιν, ὦ ἄνθρωποι, ὁποῦ σᾶς ἐλέγχει ὁ Προφητάναξ λέγωντας· Μὴ πεποίθατε ἐπ' ἄρχοντας, ἐπὶ Υἰοὺς ἀνθρώπων, οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία· πόσην πρέπει νὰ ἔχωμεν πρὸς τὸν ἀδιάδοχον Βασιλέα καὶ Ἐπουράνιον καὶ πρὸς τὴν Ἀειπάρϑενον Μητέρα Του; Ἂς τὴν ἔχωμεν οὖν εἰς εὐλάβειαν, ἑορτάζοντες καὶ τὰς μικρὰς πανηγύρεις καὶ μάλιστα τὴν σημερινὴν, ὁποῦ εἶναι ἡ ὑστερινὴ ἡμέρα τοῦ χρόνου· καθὼς καὶ αὔριον, ὁποῦ εἶναι ἡ πρώτη, τὴν ἑορτάζομεν μὲ ἄλλους πολλοὺς Ἁγίους καϑὼς εἰς τὸ Συναξάριον φαίνεται. Τὸ ὁποῖον ἂς εἰποῦμεν μὲ συντομίαν, γράφοντες δύω, ἢ τρία ϑαυμάσια εἰς πίστωσιν τῶν ἄλλων ἀπὸ τὰ πολλά, ὁποῦ ἐτέλεσεν ἡ παντοδύναμος.

Ὁ Βασιλεὺς Ἀρκάδιος, ὁ Υἱὸς τοῦ μεγάλου Θεοδοσίου, ἔκαμε παντοίου τρόπου μὲ δύναμιν χρυσίου, καὶ μὲ τὴν δυναστείαν τῆς Βασιλείας του, καὶ ἐπήρασιν οἱ ἄνθρωποι, ὁποῦ ἔστειλεν, ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα τὴν τιμίαν Ζώνην τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου· τὴν ὁποίαν ἐφύλαγεν ἐκεῖ ἔως τὸν καιρὸν ἐκεῖνον μία γυνὴ παρθένος Ἰουδαῖα, ἀντάμα μὲ τὴν τιμία Ἐσθῆτα, ἤγουν τὸ ἀπανωφόρι τῆς Παναγίας.

Φέρνοντες οὖν, οἱ βασιλικοὶ ἄνθρωποι ἀπὸ τήν Ἱερουσαλὴμ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν τὴν τιμίαν ἐκείνην Ζώνην τῆς Θεομήτορος, τὴν ἔβαλαν εἰς μίαν ϑήκην λαμπράν καὶ πολύτιμον, τὴν ὁποίαν Ἁγίαν Σορὸν ἐπωνόμασαν. Ἔπειτα ἀφ᾽ οὗ ἐπέρασαν χρόνοι τετρακόσιοι, ἤνοιξε ταύτην τὴν Ἁγίαν Σορὸν ὁ βασιλεὺς Λέων διὰ τὴν γυναῖκά του, Ζωήν ὀνόματι, ἥτις ἐτιμωρεῖτο ἀπὸ πνεῦμα ἀκάθαρτον. Ἡ ὁποία εἶχεν ἰδῇ καὶ ϑεῖον ὅραμα· ὅτι ἑὰν βάλουν ἀπάνω της τὴν τιμίαν Ζώνην τῆς Θεομήτορος, λαμβάνει τὴν θεραπείαν.

Ἀνοίξαντες οὖν τὸ κιβώτιον, εὑρέθη ἡ τιμία Ζώνη (ὦ τοῦ θαύματος) ὡραία καὶ λάμπουσα, ὥσπερ νὰ τήν ὕφαναν αὐτὴν τὴν ὥραν εἰς τὸ διασίδιον. Καὶ πάντες οἱ παρόντες ὁρῶντες τοιοῦτο τεράστιον ἐξεπλάγησαν. Εἶχε δὲ καὶ μίαν σφραγῖδα μὲ χρυσῆν βούλλαν, καὶ κωδίκελλον, ἤγουν ἐπίγραμμα, τὸ ὁποῖον ἔδειχνε λεπτομερῶς καὶ σαφέστατα τὸν χρόνον, τὴν ἰνδικτιῶνα, καὶ τὴν ἡμέραν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐφέρϑη ἡ Ἁγία Ζώνη εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν· καὶ πῶς ἐβάλθη ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Βασιλέως μέσα εἰς τὴν θήκην, βουλωθεῖσα ἀπ᾿ αὐτόν. Τὴν ὁποίαν ὁ Βασιλεὺς ἀσπασάμενος, τὴν ἐπῆρεν ἀπὸ τήν θήκην ὁ Πατριάρχης τοῦ τότε καιροῦ, καὶ τὴν ἅπλωσεν ἀπάνω εἰς τὴν Βασίλισσαν καὶ παρευθὺς ἐλυτρώθη τῆς ἀῤῥωστίας καὶ τελείως ἐϑεραπεύϑη. Δοξάζοντες οὖν ὅλοι τὸν Σωτῆρα Χριστόν καὶ ἀποδίδοντες ὕμνους καὶ εὐχαριστίαν τὴν πρέπουσαν πρὸς τὴν πάναγνον Μητέρα Του, τὴν ἔβαλαν πάλιν εἰς ἐκείνην τὴν Σορὸν ὅπου ἦτον καὶ προτητέρα.

Πηγή : Καλοκαιρινή


Περί της τιμίας Εσθήτος της Υπεραγίας Δεσποίνης Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, εις τον Ναόν των Βλαχερνών

Μία «κρυφή» εορτή αφιερωμένη στη «Μητέρα του Φωτός» είναι και η «Κατάθεσις της τιμίας Εσθήτος της Υπεραγίας Θεοτόκου εν Βλαχέρναις» (473). όπως αναφέρει το ημερολόγιο της Εκκλησίας της Ελλάδος στις 2 Ιουλίου, ημέρα που εορτάζεται επίσημα αυτό το γεγονός. Μάλιστα είναι η πρώτη και κυρία εορτή την ημέρα αυτή. Όντως είναι «κρυφή» εορτή, υπό την έννοια ότι ελάχιστοι γνωρίζουν για το θέμα αυτό, σε αντίθεση με την τίμια Ζώνη που γνωρίζουν πολλοί. Επειδή έστω έμμεσα συνδέεται με το θέμα μας που είναι η Παναγία, θα κάνουμε λόγο. Πως λοιπόν έχει το θέμα, η ιστορία του ιερού αυτού κειμηλίου της Θεοτόκου που ονομάζεται Εσθήτα και πως έφθασε στην Κωνσταντινούπολη;

Όταν αυτοκράτορας ήταν ο Λέων ο Μεγάλος ο Μακέλλης περί το 470 μ.Χ.. δύο Πατρίκιοι (αξιωματούχοι) αυτού, ο Γάλβιος και ο Κάνδιδος, από θείο πόθο κινηθέντες πορεύθηκαν στους Αγίους Τόπους για προσκύνηση. Περιδιαβαίνοντας τα ιερά Προσκυνήματα μετά την Γαλιλαία και τη Ναζαρέτ, κατά θεία οικονομία, όπως αποδείχθηκε, βρέθηκαν σε ένα χωριό της ευρύτερης περιοχής και απεφάσισαν να διανυκτερεύσουν στο σπίτι μιας σεβάσμιας γερόντισσας Χριστιανής Εβραίας. Εκεί λοιπόν οι δύο Πατρίκιοι είδαν ότι συνέχεια του κυρίως σπιτιού υπήρχε και άλλος κλειστός χώρος και εκεί υπήρχαν κάποιοι ασθενείς άνδρες και γυναίκες, με λαμπάδες και λιβάνια προσευχόμενοι. Από το χώρο δε αυτό, ερχόταν και μια άρρητος ευωδία. Ήταν τόσο φυσικό να ρωτήσουν τη σεβάσμια γερόντισσα και αυτή απάντησε: «Ο Θεός πρόσταξε και γίνονται εις τούτον τον οίκον μεγάλα θαυμάσια• δαίμονες από τους ανθρώπους διώκονται, τυφλοί αναβλέπουσι, χωλοί περιπατούσι και πάσα άλλη ανίατος ασθένεια θεραπεύεται στους προσερχόμενους με πίστη». Και αυτοί είπαν: «Και πόθεν έλαβε εξ αρχής ούτος ο τόπος αυτό το χάρισμα; Παρακαλούμεν να μας ειπείς δια την αγάπην του Θεού, ότι και ημείς δια να δοξάσωμεν τα θεία Μυστήρια ήλθομεν από τόπον μακρινό να προσκυνήσωμεν».

Αμέσως φάνηκε ότι δεν ήθελε να φανερώσει την υπόθεση. Συμπλήρωσε μόνο: «Άλλο δεν ηξεύρω να σας ειπώ, ει μη μόνον, ότι ο τόπος είναι πεπληρωμένος της θείας χάριτος». Τότε οι δύο άρχοντες διέγνωσαν ότι κάτι μεγάλο μυστήριο κρύπτεται εκεί. Έτσι την παρακάλεσαν και την εκολάκευσαν να τους πει την όλην αλήθεια και ότι δεν έχει να υποστεί βλάβη ή ζημία αφού αυτοί είναι ξένοι και φεύγουν. Τότε η σεμνή εκείνη γυναίκα τους είπε: «Από την ώραν που επιστεύθη τούτο το Θείον Μυστήριον δεν το φανέρωσα τίνος ουδέποτε, καθώς και οι προγονοί μας δεν το ομολόγησαν τινός ανδρός κατά τον όρκο οπού αλληλοδιαδόχους ελάβομεν αλλ' επειδή βλέπω από τους λόγους σας ότι είσθε άνθρωποι ευλαβείς και αιδέσιμοι, θέλω να σας ειπώ εξ αρχής την υπόθεσιν αλλά να μην ομολογήσετε το πράγμα εις άλλον τινά αλλά να φυλάξετε κεκρυμμένο το μυστήριον. Γινώσκετε ότι εις τούτον τον ταπεινόν οικίσκο είναι πεφυλαγμένο ένα ιμάτιον της Παναγίας Θεοτόκου Μαρίας εις μικρόν κιβώτιο του οποίου η χάρις και θεία δύναμις ενεργεί τοιαύτα θαυμάσια». Συγκλονίστηκαν οι δύο, η δε γερόντισσα συνέχισε• «Αύτη η Θεία Παρθένος Θεοτόκος εις τον καιρόν της Κοιμήσεως, είχε δύο γυναίκας παρθένους πολύ οικείας, εις τας οποίας χάρισε δύο χιτώνας, τους οποίους φορούσε η Δέσποινα να τας έχουν χάριν ευλογίας. Μία από αυτάς τας δύο γυναίκας ήτο από το γένος μου και εις τον θάνατον της αφήκεν άλλην παρθένον συγγενή αυτής, αυτό το θείον ιμάτιον και αυτή άλλης, κατά διαδοχή παραγγέλλουσα να μην το ομολογήσουν, και ούτω κατήντησε εις εμέ την ανάξια και τώρα δεν υπάρχει άλλη παρθένος να της αφήσω τον θησαυρόν αυτόν τον πολύτιμο». Με πολλή συγκίνηση ευχαρίστησαν τη γυναίκα και τόνισαν ότι στα όρια της Παλαιστίνης δεν θα αναφέρουν ότι άκουσαν. Την παρακάλεσαν ακόμη να επιτρέψει να κοιμηθούν στον ιερό αυτό χώρο για να προσευχηθούν έτι περισσότερον και λάβουν χάρη και ευλογία. Η γυναίκα δέχθηκε και τους ετοίμασε όπως μπορούσε. Η χαρά και συγκίνηση τους έφθασεν έως δακρύων. Προσευχόμενοι και ευχαριστούντες την Παναγία που τους αξίωσε τέτοιας χάριτος, ελάχιστα κοιμήθηκαν. Όταν διαπίστωσαν ότι μέρος των ασθενών είχαν σε άλλο χώρο κοιμηθεί διότι οι πολλοί είχαν φύγει, πήραν ακριβώς τα μέτρα (διαστάσεις) του κιβωτίου εκείνου. Το πρωί αφού ευχαρίστησαν τη γυναίκα αποχαιρετώντας την της είπαν, ότι πριν αφήσουν την Παλαιστίνη θα περάσουν να προσκυνήσουν και θα τις φέρουν από ευγνωμοσύνη δώρα.

Στη συνέχεια κάπου στα Ιεροσόλυμα βρήκαν έναν ξυλουργό και του είπαν να τους ετοιμάσει, από παλαιά ξυλεία κιβώτιο σύμφωνα με τα μέτρα που του έδωσαν. Έτσι μετά παρέλευση ημερών ξαναβρέθηκαν (με το κιβώτιο εντός σάκου), στο χωριό εκείνο και στο σπίτι της γερόντισσας. Έχοντες μαζί τους τα αναγκαία φαγητά έφαγαν με τη γυναίκα και συνευφράνθησαν. Και πάλι θέλησαν να κοιμηθούν εντός του ιερού εκείνου χώρου για χάρη και ευλάβεια, όπως και έγινε. Αυτοί έχοντας το γνωστό τους σκοπό είχαν στο βάθος και ένα φόβο μήπως δεν είναι θέλημα της Παναγίας η τολμηρή ενέργεια που θα πράξουν. Έτσι προσευχόμενοι με δάκρυα εδέοντο στη Θεομήτορα να τους ελεήσει για ότι θα πράξουν. Μεταξύ άλλων είπαν και τούτο εκείνη τη νύκτα. «Πιστεύομεν ότι είναι ορισμός σου και θέλημα να έλθη και αυτός ο πολύτιμος θησαυρός εις την τιμώσαν σε πόλιν, την σην επώνυμο, εις ασφάλεια και περιποίησιν των ορθοδόξων δούλων σου και σωτηρίαν διαιωνίζουσαν δια τούτο τολμώμεν να εγγίσωμεν οι ανάξιοι εις το ιερόν Τούτο κιβώτιο και η χάρις Σου να μας συγχώρηση την τόλμη μας». Έτσι εκείνη τη νύκτα τρέμοντες αλλά και χαίροντες έκαναν αλλαγή κιβωτίων χωρίς να διακρίνεται τίποτε το επιλήψιμο. Το πρωί όλα ήταν φυσιολογικά, χωρίς να εννοήσει η απονήρευτη γερόντισσα το συμβάν, την αποχαιρέτησαν με πολλές ευχαριστίες, έφυγαν μετά ανεκλάλητης χαράς για τη Βασιλεύουσα.

Φθάσαντες, σκέφθηκαν να μην ομολογήσουν αρχικά το γεγονός. Έχοντες προσωπικό χώρο πλησίον του Κερατίου Κόλπου, ο οποίος ονομάζεται Βλαχέρναι, έκτισαν ναό στο όνομα των Αποστόλων Πέτρου και Μάρκου, και όχι της Θεοτόκου για να μη δώσουν στόχο. Εκεί έθεσαν το ιερό κιβώτιο και φρόντισαν να γίνονται ιεροπραξίες. Όμως η Χάρη της Παναγίας ενεργούσε θαύματα και το θέμα έπαιρνε διαστάσεις. Έτσι ανακοίνωσαν στον αυτοκράτορα Λέοντα το όλο θέμα το τι έφεραν από τους Αγίους Τόπους, και ο οποίος χάρηκε υπερβαλλόντως για το χαρμόσυνο γεγονός και τίμησε τους δύο Πατρικίους και τους μακάρισε που ο Θεός τους αξίωσε να φέρουν τέτοιο θησαυρό στην Πόλη. Πάραυτα πήγε στο Ναό και προσκύνησε με συγκίνηση την Εσθήτα της Παναγίας (είδος γυναικείου φορέματος). Τιμώντας ο Βασιλεύς το ιερό κειμήλιο κατασκεύασε ειδικό κουβούκλιο και περιτύλιξε την Εσθήτα με πορφυρίδα βασιλική και έβαλε σε ειδική θήκη την οποία σφράγισε με βούλα και υπογραφή. Το επίσης σπουδαίο, τον υπάρχοντα μάλλον ναό της Θεοτόκου πού νωρίτερα είχε κτίσει η Πουλχερία, επεξέτεινε ο Λέων σε μεγαλοπρεπή προς χάρη της Παναγίας, τον γνωστό και με τόση φήμη Ναό των Βλαχερνών, και εκεί έθεσε την ιερά Έσθήτα. Ώστε ο Ναός της Παναγίας των Βλαχερνών με την τόση ιστορία έγινε προς χάρη του ιερού κειμηλίου. Όσο ζούσαν οι δύο Πατρίκιοι αλλά και ο Λέων είχαν μία συνεχή σχέση με το Ναό αυτό και την Αγία Σορό, όπως ονομάσθηκε η κατάθεση της Εσθήτος και θεσπίστηκε η εορτή στις 2 Ιουλίου.

Ό μεγαλοπρεπής αυτός Ναός με τον πνευματικό θησαυρό εντός, πήρε τέτοιες διαστάσεις, ώστε μάλλον έγινε το μεγαλύτερο Προσκύνημα της Κωνσταντινουπόλεως, και αφού το Προσκύνημα συνοδευόταν από ποικίλα θαύματα για χίλια χρόνια έως φυσικά την άλωση. Πέραν αυτών η Θεοτόκος Δέσποινα με ιερό «ορμητήριο» το Ναό αυτό συνέδραμε σε κινδύνους και επιδρομές, σε λιμούς και λοιμούς και οποία λυπηρά τους κατοίκους της Πόλεως. Αυτός ο Ναός ήταν και το κέντρο «αμύνης» στην επίθεση των Αβάρων. Εκεί εψάλη ο Ακάθιστος Ύμνος.

Σε μεταγενέστερους από τότε χρόνους, μετά το σωτηριώδες τέλος μιας πολιορκίας της Κωνσταντινουπόλεως, ο Πατριάρχης για ευχαριστίες της Παναγίας αλλά και την τόνωση του λαού κάλεσε άρχοντες και αρχόμενους και έκαναν μεγάλη περιφορά με την Εσθήτα φερομένη, μαζί και ο αυτοκράτορας του καιρού εκείνου χωρίς στέμμα, ταπεινά φερόμενος, ακολουθούσε ψάλλοντας με το λαό το «Κύριε ελέησον». Φθάσαντες και πάλι στο Ναό των Βλαχερνών έξω αυτού, σε ψηλή εξέδρα ο Πατριάρχης, αφού έκανε εκτενή δέηση άνοιξε ενώπιον τόσου λαού την ιερά θήκη πήρε στα χέρια του την ιερά Εσθήτα της Θεοτόκου την σήκωσε και βλέποντας την όλοι επευλόγησε το λαό ψάλλοντας με άκρα συγκίνηση. Στη συνέχεια πέρασε κατά δεκάδες χιλιάδας ο λαός για ώρες πολλές και προσκύνησε το μοναδικό αυτό κειμήλιο της Παρθένου. Όντως μέρες δόξας και πίστης.

Που πλέον ευρίσκεται η ιερά Εσθήτα; «..Η εσθής της Θεοτόκου εν αργυρά επίχρυσω σορώ και εν ιδιαιτέρω παρεκκλήσιω, το όποιον εκαλείτο δια τούτο και «Αγία Σορός» κείμενον προς βορρά του Αγίου Βήματος, και κιτισθέν υπό Λέοντος του Μεγάλου. Η εσθής αύτη ήτις ονομάζεται και «Μαφόριο» εκ του εβραϊκού μαφορά δηλούντος σκέπασμα της κεφαλής, δεν ήτο κυρίως φόρεμα, αλλά σκέπασμα - πέπλος, κεφαλής επικάλυμμα. Μαζί δε με' αλλά κειμήλια μετακομίσθη εκ Κωνσταντινουπόλεως εις Ευρώπη όπου εσώζετο εν τη "μονή των Τριβήρων" εν Γαλλία, ην δε εξ ερίων εύφθαρτων εξειργασμένον και η κρόκη και ο στημών ομοειδή και ομόχροα, και αδιάλυτο επί τοσαύτους αιώνας.

Και διαμένει πάντως και μέχρι του νυν όπου και αν σώζεται. Έφερον δε αυτό οι αυτοκράτορες μεθ` εαυτών στρατεύοντες και το εκράτουν εν είδει σημαίας……»


Πηγή : Πηγή Ζωής
http://www.pigizois.gr/pneumatikoi_logoi/panagia_mirovlitisa/mirovlitisa...
«Τα θαύματα της Παναγίας» 1890. σελ. 453)

 

No votes yet


Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ

Κάθε λογισμὸς καὶ κάθε αἴσθηση ὁδηγοῦν σταδιακὰ τὴν ψυχὴ εἴτε πρὸς τὸν παράδεισο εἴτε πρὸς τὴν κόλαση.

Ἄν ὁ λογισμὸς εἶναι ἔλλογος, τότε συνδέει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεὸ Λόγο, μὲ τὸν ὕψιστο Λογισμό, μὲ τὴν Παναξία, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ὁ παράδεισος.

παράδεισος

Ἐάν πάλι εἶναι ἄλογος ὁ λογισμὸς ἤ καὶ παράλογος, τότε συνδέει ἀναπόφευκτα τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Παράλογο, τὸν Ἀνόητο, μὲ τὸν διάβολο, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ἡ κόλαση.

Ὅσα ἰσχύουν γιὰ τὸν λογισμὸ, ἰσχύουν καὶ γιὰ τις αἰσθήσεις. Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ, ἀπὸ τὴν γῆ: καὶ ὁ παράδεισος μὰ καὶ ἡ κόλαση τοῦ ἀνθρώπου.

Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Ο Ζυγός της Δικαιοσύνης

Ο Ζυγός της Δικαιοσύνης

Η Θεία Λειτουργία

The Arabic Divine Liturgy of St. John Chrysostomos

The Turkish Divine Liturgy of St. John Chrysostomos

 

Άγιοι Τόποι

24 Ώρες στους Αγίους Τόπους, Οδοιπορικό σε Μονές 20/04/2019

24 Ώρες στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων 25/04/2019

24 Ώρες στα Βήματα του Χριστού 27/04/2019

Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου

Ἐγὼ πατὴρ, ἐγὼ ἀδελφὸς, ἐγὼ νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφὴ, ἐγὼ ἱμάτιον, ἐγὼ ῥίζα, ἐγὼ θεμέλιος, πᾶν ὅπερ ἂν θέλῃς ἐγώ· μηδενὸς ἐν χρείᾳ καταστῇς. Ἐγὼ καὶ δουλεύσω· ἦλθον γὰρ διακονῆσαι, οὐ διακονηθῆναι. Ἐγὼ καὶ φίλος, καὶ μέλος, καὶ κεφαλὴ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ ἀδελφὴ, καὶ μήτηρ, πάντα ἐγώ· μόνον οἰκείως ἔχε πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ πένης διὰ σέ· καὶ ἀλήτης διὰ σέ· ἐπὶ σταυροῦ διὰ σὲ, ἐπὶ τάφου διὰ σέ· ἄνω ὑπὲρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρὶ, κάτω ὑπὲρ σοῦ πρεσβευτὴς παραγέγονα παρὰ τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σὺ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ συγκληρονόμος, καὶ φίλος, καὶ μέλος. Τί πλέον θέλεις; τί τὸν φιλοῦντα ἀποστρέφῃ; τί τῷ κόσμῳ κάμνεις; τί εἰς πίθον ἀντλεῖς τετρημένον;  περισσότερα »»»

Η Ελλάδα και ο Υμνος της Ελευθερίας

Ελληνική σημαία - Ελλάς - Ελευθερία

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Υπεραγία Παρθένος Θεοτόκος Μαρία

Κύριος διασκεδάζει βουλὰς ἐθνῶν, ἀθετεῖ δὲ λογισμοὺς λαῶν καὶ ἀθετεῖ βουλὰς ἀρχόντων· ἡ δὲ βουλὴ τοῦ Κυρίου εἰς τὸν αἰῶνα μένει, λογισμοὶ τῆς καρδίας αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεάν. (Ψαλ. 32, 10-11)

εἰ δέ τις τῶν ἰδίων καὶ μάλιστα τῶν οἰκείων οὐ προνοεῖ, τὴν πίστιν ἤρνηται καὶ ἔστιν ἀπίστου χείρων. (Τιμ.Α 5,8)

Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας

Οἱ ἄνθρωποι καταχρηστικά λέγονται λογικοί. Δεν εἶναι λογικοὶ ὅσοι ἔμαθαν ἀπλῶς τὰ λόγια καὶ τὰ βιβλία τῶν ἀρχαίων σοφῶν, ἀλλ' ὅσοι ἔχουν τὴ λογικὴ ψυχὴ καὶ μποροῦν νὰ διακρίνουν ποιὸ εἶναι τὸ καλὸ καἰ ποιὸ τὸ κακό καὶ ἀποφεύγουν τὰ πονηρὰ καὶ βλαβερὰ στὴν ψυχή, τὰ δὲ ἀγαθὰ καὶ ψυχωφελῆ, τὰ ἀποκτοῦν πρόθυμα μὲ τὴ μελέτη καὶ τὰ ἐφαρμόζουν μὲ πολλὴ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό. Αὐτοὶ μόνοι πρέπει νὰ λέγονται ἀληθινὰ λογικοὶ ἄνθρωποι.

St Antony the Great

Ἐφ᾿ ὅσον ἐννοεῖς τὰ περὶ Θεοῦ, νὰ εἶσαι εὐσεβής, χωρὶς φθόνο, ἀγαθός, σώφρων, πράος, χαριστικὸς κατὰ δύναμιν, κοινωνικός, ἀφιλόνεικος καὶ τὰ ὅμοια. Διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ἀπαραβίαστο ἀπόκτημα τῆς ψυχῆς, νὰ ἀρέσει στὸ Θεὸ μὲ τέτοιες πράξεις καὶ μὲ τὸ νὰ μὴν κρίνει κανέναν καὶ νὰ λέει γιὰ κανέναν, ὅτι ὁ δείνα εἶναι κακὸς καὶ ἁμάρτησε. Ἀλλὰ καλλίτερο εἶναι νὰ συζητᾶμε τὰ δικά μας κακά, καὶ νὰ ἐρευνᾶμε μέσα μας τὴ δική μας πολιτεία, ἐὰν εἶναι ἀρεστὴ στὸ Θεό. Διότι, τί μᾶς μέλει ἐμᾶς, ἐὰν ὁ ἄλλος εἶναι πονηρός;

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Ἡ αἰωνιότητα εἶναι φρικιαστικὴ δίχως Θεάνθρωπο, γιατὶ καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι φοβερὸς δίχως τὸν Θεάνθρωπο. Καθετὶ τὸ ἀνθρώπινο, μονάχα στὸν Θεάνθρωπο ἔχει τὴν τελικὴ καὶ λογικὴ του ἑρμηνεία. Δίχως τὸν θαυμαστὸ Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὅλα τὰ ἀνθρώπινα μεταβάλλονται ἀναπόφευκτα σὲ χάος, σὲ φρίκη, σὲ θάνατο, σὲ κόλαση: ἡ φρόνηση σὲ ἀφροσύνη, ἡ αἴσθηση σὲ ἀπόγνωση, ἡ ἐπιθυμία σὲ αὐτοδιάσπαση μέσα ἀπὸ τὴν αὐτοθέωση ἤ τὴν αὐτοεξουθένωση.

περισσότερα