Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός | Ορθόδοξοι Πατέρες Our Lord Jesus Christ | Orthodox Fathers

»»»    Aγία Bαρβάρα η Mεγαλομάρτυς

Aγία Bαρβάρα η Mεγαλομάρτυς



Aγία Bαρβάρα η Mεγαλομάρτυς

Κατά τους χρόνους του ασεβεστάτου τυράννου Μαξιμιανού εν έτει ση' (29Ο), υπήρχεν τοπάρχης τις εις τινα πόλιν της Ανατολής ονομαζομένην Ηλιούπολιν. Ούτος δε ονομάζετο Διόσκορος, και ήτον άνθρωπος αρκετά πλούσιος κατώκει δε εις τι χωρίον λεγόμενον Γελασσόν, το οποίον ήτο μακράν από την Ηλιούπολιν δώδεκα στάδια. Είχε δε μονογενή θυγατέρα, η οποία ήτο πολύ ωραία, και ωνομάζετο Βαρβάρα. Η κόρη αύτη είχε καλήν ανατροφήν, ήτο δηλαδή τοσούτον εύτακτος και ευγενής κατά τα ήθη, ώστε ο γονείς αυτής ησθάνοντο διά τούτο εν τη καρδία αυτών υπερβολικήν χαράν και ηθικήν ενταύτω ευχαρίστησιν. Επειδή όμως ήτο μικρά ακόμη και ώραια, οι γονείς της ενόμισαν συμφέρον να την προφυλάξωσιν όσον ημπόρουν περισσότερον. Έκτισαν λοιπόν επίτηδες πύργον υψηλόν και την έκλεισαν εις αυτόν, διά να μη την βλέπωσιν οι άνθρωποι. Της έδωσαν δε με αφθονίαν από όλα τα πράγματα όσα της εχρειάζοντο, δηλαδή υπηρετρίας, τροφάς, ενδύματα, και άλλα διάφορα.

Όταν μετά καιρόν έφθασεν η κόρη αύτη εις ηλικίαν νόμιμον, πολλοί από τους πρωτίστους των Αρχόντων και των μεγιστάνων της πόλεως εκείνης, ακούοντες την καλήν της φήμην και το περιβόητον όνομα, την εζήτησαν ως σύζυγον από τον πατέρα της. Αυτός όμως δεν ηθέλησε να δώση τον λόγον του εις κανένα, αν δεν απεφάσιζε πριν εις τούτο η κόρη του. Αναβάς λοιπόν εις τον πύργον, ηρώτησεν αυτήν αν ήθελε να την υπανδρεύση. Αλλ' εκείνη πριν ακόμη περιμείνη να τελειώση τον λόγον του ο πατήρ της, του απεκρίθη με αγανάκτησιν και οργήν• «Δεν θέλω να μου κάμης πλέον τοιούτον λόγον, διότι θα με αναγκάσης να θανατωθώ μόνη μου, και θα χάσης τότε το τέκνον σου». Ο πατήρ της, ακούσας τους λόγους τούτους, δεν την εστενοχώρησε περισσότερον, διότι εννόησεν ότι η κόρη του δεν ηναντιώνετο εις αυτόν από δυστροπίαν ή απείθειαν, αλλά διότι επόθει να μείνη παρθένος. Κατέβη λοιπόν από τον πύργον χωρίς να της ειπή τότε λόγον σκληρόν, ελπίζων ότι με τον καιρόν θα την καταπείση με κολακείας να δεχθή την υπανδρείαν.

Κατ' εκείνας τας ημέρας ο Διόσκορος απεφάσισε να οικοδομήση έξωθεν του πύργου λουτρόν ωραιότατον. Αφού λοιπόν έκαμε το σχέδιον και έδωκεν εις τους τεχνίτας τας αναγκαίας οδηγίας, και τους είπε συγχρόνως, ότι να τους ευχαριστήση αν επιμεληθώσι και προσέξωσι να γείνη ωραίον το κτίριον, ανεχώρησε προσωρινώς από το χωρίον του και υπήγεν εις άλλην χώραν, όπου είχεν αναγκαίαν υπόθεσιν.

Η Βαρβάρα ωφεληθείσα από την απουσίαν αυτήν του πατρός της, κατώρθωσε να καταβή από τον πύργον διά να παρατηρήση το κτιζόμενον λουτρόν. Είδε λοιπόν ότι όλη η οικοδομή είχε μόνον δύο παράθυρα όθεν ηρώτησε τους κτίστας, διατί δεν έκαμαν και άλλο εν παράθυρον πρός το νότιον μέρος, ώστε να φωτίζεται το λουτρόν περισσότερον;». Οι κτίσται της απεκρίθησαν, ότι «ούτως είχε προστάξει ο πατήρ σας, και τότε αύτη τους είπε πάλιν• «κάμετε χωρίς άλλο και το τρίτον παράθυρον, και εγώ αποκρίνομαι ες τον πατέρα μου, αν σας ερωτήση διά τούτο.» Έκαμαν λοιπόν οι κτίσται καθώς τους είπεν. Αυτή δε κατέβαινε συχνά και παρετήρει την οικοδομήν, και βλέπουσα τα τρία παράθυρα, έχαιρεν. Ο δε πανάγαθος και ελεήμων Θεός, ο οποίος γνωρίζει όλα τα πράγματα πριν ακόμη τελειώσωσιν, ευχαριστηθείς από την αγαθήν και φρόνιμον γνώμην αυτής, εφώτισε την ψυχήν της θαυμάσια, και ενέπλησε την καρδίαν της από Πνεύμα Άγιον, και παρρησίαν πρός τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν.

Σταθείσα λοιπόν εις την κολυμβύθραν του λουτρού, και βλέπουσα πρός ανατολάς εχάραξε με τον δάκτυλόν της τον τύπον του Θείου Σταυρού επάνω εις τα μάρμαρα• και ώ του θαύματος ! ως να ήτον ο δάκτυλός της σμίλη σιδηρά, ήνοιξε τόσον βαθύν λάκκον εις το μάρμαρον, ώστε το σημείον του Σταυρού εκείνου φαίνεται μέχρι της σήμερον, διά να κηρύττεται η θαυματουργία και δύναμις του Κυρίου και Θεού ημών πάντοτε. Και όχι μόνον ο Σταυρός αυτός, αλλά και αυτό το λουτρόν σώζεται μέχρι της σήμερον και κάμνει διάφορα θαύματα, και θεραπεύει όσους έχουν τινά ασθένειαν, όταν προσέλθωσιν εις αυτό μετά πίστεως. Τοιούτον δε λουτρόν, και αν το ονομάση τις Ιορδάνειον ρείθρον, ή πηγήν Σιλωάμ, ή και Προβατικήν κολυμβύθραν, δεν αμαρτάνει• διότι η δύναμις του Θεού ετέλεσε και εις τούτο πολλά και παράδοξα θαύματα.

Ημέραν τινά, επιστρέφουσα από το λουτρόν η Βαρβάρα, παρετήρησε τα είδωλα, τα οποία προσεκύνει ο πατήρ της στενάξασα εκ βάθους ψυχής διά την αναισθησίαν και τυφλότητα αυτού, έπτυσε τα είδωλα κατά πρόσωπον, και είπεν «όμοιοι με σας να γείνωσιν, όσοι σας προσκυνούσι και σας καλούσιν εις βοήθειάν των.» Ταύτα ειπούσα, εμβήκεν ες τον πύργον, και έμεινεν εντός αυτού νηστεύουσα και προσευχομένη, και περιμένουσα βοήθειαν από τους Ουρανούς.

Μετ' όλίγας ήμέρας έφθασεν ο πατήρ της Διόσκορος, όστις ιδών την τρίτην θυρίδα ηπόρησε, πως την έκαμαν χωρίς αυτός να παραγγείλη. Οι ευρεθέντες εκεί τεχνίται είπον εις αυτόν την αλήθειαν. Τότε ηρώτησε περί τούτου την κόρην του, ήτις είπεν εις αυτόν. «Εγώ, πάτερ, προσέταξα και την έκαμαν, διότι ωραιότερον φαίνεται το λουτρόν με τα τρία παράθυρα, παρά με τα δύο.» Ο πατήρ της οργισθείς, είπεν εις αυτήν- «Είπέ μοι, διά ποιον λόγον και αιτίαν σου φαίνεται ωραιότερον;» Λέγει προς αυτόν τότε η κόρη «Αι τρείς θυρίδες φωτίζουσι πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον.» Τούτο δε ειπούσαν εννοούσε την της Αγίας Τριάδος υπόστασιν και μεγαλειότητα. Αυτός θυμωθείς πάλιν, ήρπασεν αυτήν και πορευθέντες εις το λουτρόν, της είπε. «Πως γίνεται το φως των τριών θυρίδων φωτιστικόν εις πάντα άνθρωπον;» Η Βαρβάρα απεκρίθη «Πρόσεχε πάτερ να καταλάβης το αίτιον;» Ταύτια ειπούσα, έκαμε το σημείον του Τιμίου Σταυρού, και δεικνύει εις αυτόν τα τρία της δάκτυλα, λέγουσα. «Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα. Με το φως αυτό όλη η κτίσις νοερώς καταλάμπεται.»

Ο αληθής ούτος λόγος της Βαρβάρας όχι μόνον δεν ευχαρίστησε τον πατέρα της, όστις ήτο συνειθισμένος να προσκυνή τα ψευδή και απατηλά είδωλα, αλλά άπ' εναντίας τον έκαμε να γείνη θηριώδης. Ο ασεβέστατος και σκληροκάρδιος αυτός άνθρωπος ελησμόνησε διά μιάς τους νόμους του Θεού, δεν εσυλλογίσθη ότι ήτο πατήρ, και ότι η κόρη αυτή ήτον αίμα του, αλλά σύρας το ξίφος του, ώρμησε να την θανατώση. Αυτή όλως σωθείσα από τον κίνδυνον, κατέφυγεν εις το όρος εκεί πλησίον, όπου φθάσασα ύψωσε πρός τον ουρανόν τας χείρας, τους οφθαλμούς, και την διάνοιάν της, και επεκαλείτο τον Θεόν εις βοήθειαν αυτής, όστις δεν ηργοπόρησε ποσώς αλλά καθώς έσωσε την πρωτομάρτυρα Θέκλαν, την οποίαν εδέχθη μία πέτρα σχισθείσα εις δύο, ούτως και την αοίδιμον ταύτην Βαρβάραν με όμοιον θαυματούργημα, διότι ενώ έτρεχε κατεπάνω της, ο δήμιος εκείνος και όχι πατήρ της, εσχίσθη μία πέτρα διά θείας θελήσεως και προσταγής, και την εδέχθη εντός αυτής, εις τα ορεινότερα μέρη.

Αλλά, και μετά τούτο, ο λίθινος εκείνος άνθρωπος, ή μάλλον ειπείν, και των λίθων αυτών αναισθητότερος, δεν ωπισθοδρόμησε βλέπων τοιούτον θαύμα, αλλ' ως τέκνον του ανθρωποκτόνου Δαίμονος έτρεχε κατόπιν, ίνα θύση και απολέση. Ευρών δε δύο ποιμένας οι οποίοι έβοσκον τα πρόβατά των εκεί πλησίον, τους ηρώτησεν, αν ήξευραν, πού ήτο κρυμμένη η θυγάτηρ του. Ο εις από αυτούς ήτον συμπαθής και φιλάνθρωπος, και κρίνων άδικον να προδώση την διωκομένην Μάρτυρα, ηρνήθη, και είπεν ότι δεν την είδε ποσώς επροτίμησε δε ως γνωστικός, να ειπή ψεύδος σωτήριον, παρά αλήθειαν βλάπτουσαν. Ο δε άλλος ποιμήν, πονηρός και απάνθρωπος, δεν ωμίλησε μέν διά να μή τον άκούσωσι, με τον δάκτυλόν του όμως έδειξε την οδόν εις τον Διόσκορον, διά να εύρη την Μάρτυρα. Η θεία δίκη έν τοσούτω επαίδευσεν άμέσως το κακούργημα τούτο, διότι όλα τα πρόβατα του κακοτρόπου εκείνου και άφρονος βοσκού έγειναν κάνθαροι, και έμειναν τοιούτοι μέχρι τέλους, και περιεκύκλουν τον τάφον της Ἀγίας.

Ευρών τέλος πάντων την Αγίαν ο Διόσκορος εις το όρος την έδειρεν ανηλεώς έπειτα, αρπάσας αυτήν εκ των πλοκάμων της κεφαλής την έσυρε βιαίως εις τον οίκόν του. Εκεί δε φθάσαντες την έκλεισεν εις μικρόν oικίδιοv, και σφραγίσας την θύραν, έβαλε φύλακας να την φυλάττωσιν. Επειτα υπήγεν ες τον Ηγεμόνα Μαρκιανόν, όστις εξουσίαζε τότε την πόλιν εκείνην, και είπεν εις αυτόν ότι ή θυγάτηρ αυτού καταφρονεί και αποστρέφεται τους θεούς αυτών, και μόνον τον έσταυρωμένον Ιησούν Χριστόν σέβεται κα τιμά έξ όλης ψυχής.» Ταύτα ειπών, έφερε την κόρην του, και την παρέδωκεν εις τας χείρας του Μαρκιανού, έξώρκισε δε αυτόν, εις τους θεούς των να μή την λυπηθή παντελώς, αλλά να την βασανίση με παντοία βίαια και σκληρά κολαστήρια.

Ο Μαρκιανός λοιπόν καθίσας εις την έδραν του δικαστηρίου προσέταξε να φέρωσι την Μάρτυρα, η οποία άμα επαρουσιάσθη και την είδεν αυτός, έκθαμβος γενόμενος από το έξαίσιον αυτής κάλλος, και το σεμνόν ηθός της, ελησμόνησε πρός στιγμήν τους όρκους του Διοσκόρου, είπε δε πρός αυτήν με φωνήν συγκινητικήν και με πραότητα. «Δέν λυπείσαι εαυτήν, Βαρβάρα; Διατί δεν προσφέρεις θυσίαν εις τους θεούς τους οποίους λατρεύουσι και οι γονείς σου; Εγώ λυπάμαι να θανατώσω μίαν νέαν η οποία έχει εξαίσιον κάλλος! Σέ συμβουλεύω λοιπόν να υπακούσης εις ό,τι σε λέγω και να κάμης• άλλως θα με αναγκάσης να σε θανατώσω με τον πλέον σκληρόν τρόπον».

Η δε Μάρτυς απεκρίθη εις αυτόν. « Εγώ προσφέρω θυσίαν δοξολογίας εις τον Θεόν μου, όστις έκαμε τον ουρανόν και την γην, και όλα τα λοιπά κτίσματα. Οι θεοί όμως τους οποίους συ λατρεύεις, είναι από αργύριον και χρυσίον δηλαδή έργα χειρών ανθρώπων. Αυτούς τους θεούς τους ονομάζουσιν οι Εθνικοί δαιμόνια.» Ταύτα ακούσας ο δικαστής, ωργίσθη και προσέταξεν ευθύς να την γυμνώσουν και να αρχίσωσι να την δέρωσι ανηλεώς με σκληρά βούνευρα. Να τρίβωσι δε τας πληγάς της με ράσα τρίχινα, διά να αισθάνεται δριμυτέρους τους πόνους. Τοσούτον λοιπόν απανθρώπως την εμαστίγωσαν, ώστε το σώμα αυτής κατεπλήγωσαν και κατετρύπησαν• από δε το ρέον εκ των πληγών της άσπιλον αυτής αίμα κατακοκκίνισε το μέρος της γης όπου την είχον ερριμένην.

Αφού τέλος πάντων την εβασάνισαν ούτως επί πολλήν ώραν την έρριψαν εις την φυλακήν προσωρινώς μέχρις ότου την εξετάσωσι και δευτέραν. Περί το μεσονύκτιον όμως εφάνη αίφνης έμπροσθεν αυτής φως φαεινόν, από το οποίον έλαμψεν όλον το δεσμωτήριον. Υπεράνω δε του φωτός τούτου εφάνη ο Δεσπότης Χριστός, όστις ενθαρρύνας αυτήν, της είπε.

«Μη φοβηθής ουδόλως ούτε να αποκάμης από τας βασάνους και τας τιμωρίας των σκληροκαρδίων αυτών ανθρώπων, αλλά να εμμείνης σταθερά εις το φρόνημά σου. Εγώ δε θέλω μένει πάντοτε μετά σου, και θέλω σε διαφυλάττει διά παντός υπό την σκέπην μου.»

Ταύτα του Δεσπότον Χριστού πρός την Αγίαν λέγοντος, αι πληγαί αυτής ηφανίσθησαν και όλον της το σώμα εθεραπεύθη εντελώς, δι' ο αυτή ησθάνθη εγκάρδιον αγαλλίασιν και ευχαρίστησιν ανέκφραστον. Γυνή τις θεοσεβής και ενάρετος Ιουλιανή όνομαζομένη, έτυχε να ευρεθή τότε μαζί με την Αγίαν• ιδούσα δε το παράδοξον τούτο θαύμα, εδόξασεν από καρδίας τον Θεόν, και επειδή είχε την αυτήν γνώμην και το αυτό φρόνημα με την Μάρτυρα, απεφάσισεν εν τη καρδία αυτής να υπομείνη και αυτή εις την πρώτην ευκαιρίαν παντός είδους τιμωρίας και βασάνους διά την αγάπην και το όνομα του Ιησού Χριστού.

Τέλος πάντων ήλθε και έκ δευτέρου ο Ηγεμών εις το Δικαστήριον, προσέταξε δε να φέρωσι πάλιν ενώπιόν του την Βαρβάραν, την οποίαν ειδόντες οι περιεστώτες εντελώς υγιαίνουσαν, και χωρίς να έχει καμμίαν πληγήν εις το σώμα της, εξεπλάγησαν άπαντες.

Αλλ' ο ασεβής Ηγεμών, τετυφλωμένος από την πλάνην του, δεν ηθέλησε να αναγνωρίση την μεγάλην του αληθινού Θεού δύναμιν, αλλ' είπεν ο άφρων πρός την Μάρτυρα. «Βλέπεις Βαρβάρα πόσην δύναμιν έχουσιν οι θεοί μου οι οποίοι σε ευσπλαγχνίσθησαν, και εθεράπευσαν τας πληγάς σου;» Αυτή δε απεκρίθη πρπς αυτόν- οι θεοί σου οίτινες είναι τυφλοί και ανίσχυροι καθώς συ, πως είναι δυνατόν να κάμωσι τοιαύτην θαυμασίαν πράξιν, αυτοί οι οποίοι έχουν ανάγκην μάλλον από τους ανθρώπους; Όχι, δεν με εθεράπευσαν οι θεοί σου με ιάτρευσεν ο Χριστός, ο αληθής Υιός του ζώντος Θεού, αυτός τον οποίον δεν δύνασαι συ να ίδης διότι οι οφθαλμοί σου είναι βεβαρυμένοι από το σκότος της ασεβείας.»

Ακούσας ο Ηγεμών τους λόγους τούτους της Αγίας ωργίσθη σφόδρα, και προσέταξε πάραυτα να αρχίσωσι να καταξεσχίζωσι τας σάρκας αυτής με σιδηρούς όνυχας, και με λαμπάδας αναμμένας να καίωσι τα ξεσγισμένα μέλη της, και με σφύραν να κτυπώσιν την αγίαν αυτής κεφαλήν. Έτυχε δε πάλιν και τότε να ευρεθή εκεί παρούσα και η αγαθή και θεοσεβής Ιουλιανή, η οποία βλέπουσα τας τιμωρίας και τας βασάνους τας οποίας έκαμνον ες την Μάρτυρα, και το αίμα το οποίον έρρεεν ακατάπαυστα από την κεφαλήν και το λοιπόν σώμα αυτής, μη δυναμένη δε άλλως να την βοηθήσει, τοσούτον συνεκινήθη από τον πόνον, τον οποίον ήσθάνετο εν τη καρδία αυτής, ώστε ήρχισε να κλαίη απαρηγόρητα. Ο δε ηγεμών ιδών αυτήν κλαίουσαν, ηρώτησε ποία ήτον. Μαθών δε ότι ήτο Χριστιανή και αύτη, και ότι διά την προς την Βαρβάραν συμπάθειάν της έκλαιεν, προσέταξεν αμέσως να κρεμάσωσι και αυτήν πλησίον εις την Αγίαν, και να ξεσχίσωσι τας σάρκας της, και με λαμπάδας αναμένας να την κατακαίωσιν. Ούτως λοιπόν βασανιζομένη και αύτη σκληρώς, κατά την προσταγήν του Άρχοντος και πάσχουσα αλγεινώς, ύψωσε τους οφθαλμούς της πρός τον ουρανόν, και είπε.

«Δέσποτα Χριστέ Βασιλεύ, καρδιογνώστα και παντοδύναμε, γινώσκεις ότι διά την άγάπην σου πάσχω όλα αυτά τα δεινά, λοιπόν μη με εγκαταλίπης μηδέ αφήσης να με νικήση ο αλιτήριος ούτος, και να καυχηθή δι' εμέ• αλλά αξίωσόν με να εγκαρτερήσω μέχρι τέλους, διά να λάβω τον στέφανον της αθλήσεως.»

Ενώ δε ή Ιουλιανή εδέετο ούτως πρός τον Θεόν, ο σκληροκάρδος Άρχων προσέταξε να κόψωσι τους μαστούς και των δύο. Πλήν και η απάνθρωπος αύτη πράξις δεν μετέβαλε ποσώς την απόφασιν αυτών, απεναντίας μάλιστα η αγία Βαρβάρα έψαλλε τότε λέγουσα. «Κύριε μή απορρίψης ημάς από του προσώπου σου, και το Πνεύμα σου το άγιον μή αντανέλης αφ' ημών• απόδος ημίν την αγαλλίασιν του σωτηρίου σου, και στήριξον ημάς εις τον φόβον σου.»

Αφού λοιπόν υπέμειναν και αυτήν την τρομεράν βάσανον, επρόσταξεν ο Άρχων την μέν Ιουλιανήν να φυλακίσωσι, την δε Βαρβάραν να ξεγυμνώσωσι, να την γυρίσωσιν εις όλην την πόλιν, και να την δείρωσι συγχρόνως. Η σεμνή Μάρτυς, θεατριζομένη διά τοιούτου απρεπεστάτου τρόπου, και δερομένη εν ταύτω, δεν εθλίβετο ποσώς διά τας βασάνους ταύτας, αλλά ατενίσασα τους οφθαλμούς προς τον Ουρανόν είπε. «Δέσποτα Κύριε, ο περιβάλλων τον Ουρανόν εν νεφέλαις, και περιτυλίσσων την Γην με ομίχλην, αυτός και την εμήν γύμνωσιν σκέπασον, Βασιλεύ, και μην αφήσης να θεωρώσιν οι ασεβείς τα μέλη μου, διά να μη γείνω μυκτηρισμός αυτών, χλευασμός και περιγέλεσμα.»

Ήκουσεν εκ ναού αγίου αυτού ο ταχύς Θεός και έσπευσεν εις αντίληψιν αυτής. Εφάνη δε έμπροσθεν αυτής καθήμενος επί χερουβικού άρματος, και την μεν καρδίαν αυτής επλήρωσεν ευφροσύνης και αγαλλιάσεως, διά της θείας και πανευφροσύνου παρουσίας αυτού, το δε άγιον αυτής σώμα εκέλευσε τοις Αγγέλοις και το ενέδυσαν με στολήν λαμπροτάτην και ένδοξον. Και όχι μόνον τούτο εγένετο, αλλά και τας πληγάς αυτής εθεράπευσε πάλιν ως και πρότερον. Οι δε υπηρέται την επαρουσίασαν ες τον Άρχοντα, όστις ιδών αυτήν ούτως ενδεδυμένην ησχύνθη· όθεν μη δυνάμενος να την νικήση με απειλάς και βασάνους ούτε με υποσχέσεις αγαθών και πλούτου, απεφάσισε να θανατώση αυτήν και την ομόφρονα αυτής Ιουλιανήν. Επρόσταξε λοιπόν να αποκεφαλίσωσι και τας δύο.

Εις όλας τας τιμωρίας και τας βασάνους, τας οποίας αναφέραμεν ότι εδοκίμασεν η μάρτυς Βαρβάρα ήτο παρών ο αιμοβόρος πατήρ αυτής, και τας έβλεπεν ο άσπλαγχνος ! Δεν επόνεσε δε ο ασεβής και παμμίαρος, ούτε ποσώς ελυπήθη την κόρην του, ούτε εχόρτασεν εις τόσος παιδεύσεις και ξεσχισμούς όσους αυτή έπαθεν• άλλ ενόμιζεν ακόμη ο άφρων, ότι ήθελον τον κατηγορήση ως άνανδρον και ασθενή κατά την ψυχήν, αν άφινε να την φονεύση άλλος. Όθεν άμα ο δικαστής εξέδωκε την κατ' αυτής καταδικαστικήν απόφασιν, ευθύς ήρπασεν αυτήν, ως τίγρις λυσσώσα, διά να θανατώση με τας ιδίας του χείρας ο κακούργος! Λοιπόν ο μέν Διόσκορος έλαβε την κόρην του, και άλλος δήμιος έλαβε την Ιουλιανήν και επορεύθησαν όλοι ες το όρος, όπου απεκεφαλίσθη η Βαρβάρα από τον πατέρα της. Αλλ' ένώ επορεύοντο εις τον τόπον του θανάτου των αι δύο Μάρτυρες, αντί να λυπώνται και να θρηνώσιν, άπ' εναντίας μάλιστα έχαιρον και ευχαριστούντο, ως να ήσαν προσκεκλημέναι εις γάμον ή άλλην διασκέδασιν φιλικήν.

Η δε αγία Βαρβάρα εδέετο πάλιν προς τον Κύριον, λέγουσα•

«Άναρχε Θεέ, ο ποιήσας τον Ουρανόν ως καμάραν, και θεμελιώσας την γην επί των υδάτων ο προστάζων τον Ήλιον να φωτίζη τον κόσμον όλον και τα νέφη να βρέχωσιν, ο χαρίζων τοσαύτα αγαθά εις τους δικαίους και αμαρτωλούς, και ευεργετών καλούς και κακούς ως ανεξίκακος και πανάγαθος, αυτός και νυν, Βασιλεύ πλουσιόδωρε, επάκουσόν μου της δούλης σου δεομένης. Ναι, Κύριέ μου, παρακαλώ σε εκ βάθους καρδίας μου, όποιος μνημονεύσει το μαρτύριόν μου εις δόξαν του αγίου σου ονόματος, αξίωσον αυτόν να μη εγγίση ουδέποτε τον οίκον αυτού ούτε λοιμώδης νόσος, ούτε λώβη, ούτε και καμμία άλλη θανατηφόρος ασθένεια να λυπήση αυτόν και την οικογένειάν του. Διότι συ, Κύριέ μου, γινώσκεις το ασθενές των ανθρώπων τους οποίους ηύδόκησας να πλάσης κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν ιδικήν σου.»

Ενώ η αγία προσηύχετο ούτως αίφνης ηκούσθη ούρανόθεν φωνή, η οποία επροσκάλει αυτήν τε και την Ιουλιανήν εις εκείνην την αιώνιον και ανεκλάλητον αγαλλίασιν, και υπέσχετο εις αυτήν ότι θα πραγματοποιήση όσα αυτή εζήτησε διά της προσευχής της. Ταύτην την γλυκυτάτην φωνήν ακούσασα, η αγία Βαρβάρα, ενεθαρρύνθη περισσότερον, και αγαλλομένη έτρεχε να φθάση το ταχύτερον εις τον τόπον της τελειώσεως, όπου φθάσασα, έκλεινε την ιεράν αυτής κεφαλήν και εδέχθη το μαρτύριον. Απεκεφάλισε δε αυτήν ο άσπλαγχνος και αιμοβόρος πατήρ της, την δε Ιουλιανήν απεκεφάλισεν ο δήμιος.

Αλλ' ενώ οι άδικοι ούτοι φόνοι εξετελούντο, η θεία Δίκη, άγρυπνος πάντοτε, ετιμώρισεν αμέσως τον ασεβή εκείνον και αιμοβόρον παιδοκτόνον παραδειγματικώτατα• διότι μόλις ούτος ήρχισε να καταβαίνη, εκ του όρους, όπου είχε πράξει τον απάνθρωπον εκείνον φόνον, αίφνης κεραυνός καταπεσών εκ του ουρανού κατέκαυσεν αυτόν, και εκ του σώματός του ουδέ ίχνος καν εφάνη. Ούτως ο άθλιος εκείνος και βδελυρός άνθρωπος εστερήθη και της παρούτης και της μελλούσης ζωής, διότι ήτον ανάξιος και εις την μίαν να ζή, και την άλλην να απολαύση. Η θεία δε αύτη οργή δεν περιωρίσθη εις μόνην την τιμωρίαν του παιδοκτόνου Διοσκούρου, αλλά και μέχρι και αυτού του Ηγεμόνος Μαρκιανού έφθασεν η λάμψις του κεραυνού εκείνου ως προειδοποίησις αψευδής και συμβολική το άυλου εκείνου πυρός εκ του οποίου έμελλε να κολάζεται αιωνίως.

Άνθρωπος τις ευσεβής και χριστιανός, Ουαλεντίνος, ονομαζόμενος, ευρεθείς εκεί κατά τύχην, έλαβε τα ιερά σώματα των δύο Μαρτύρων, και τιμήσας αυτά με ψαλμωδίας και πνευματικούς ύμνους, τα μετέφερεν εις εν χωρίον ονομαζόμενον Γαλασσόν, το οποίον ήτο μακράν από τα Ευχάϊτα δώδεκα μίλια· εκεί δε άμα το έφθασε τα ενεταφίασεν ιεροπρεπώς. Το μαρτύριον αυτών ας ήναι ίασις νόσων, ψυχών αγαλλίασις, και φιλοθέων ανδρών εντρύφημα πολυέραστον. Ας ήνε εις δόξαν Χριστού του μόνου άληθινού Θεού ημών, εις τον οποίον πρέπει τιμή, κράτος μεγαλοσύνη και μεγαλοπρέπεια, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Απολυτίκιο
«Τῆς Τριάδος την δόξαν ἀνακηρύττουσα, ἐν τῷ λουτρω τρεῖς θυρίδας ὑπεσημήνω σοφως, κοινωνίν πατρικήν λιπουσα πανσεμνέ• ὅθεν ἠγώνισαι λαμπρως, ὡς παρθένος εὐκλεής, Βαρβάρα Μεγαλομάρτυς. Ἀλλά μή παύση πρεσβεύειν, ἐλεηθηναι τας ψυχᾶς ἠμων»

 



Άγιοι Τόποι

24 Ώρες στους Αγίους Τόπους, Οδοιπορικό σε Μονές 20/04/2019

24 Ώρες στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων 25/04/2019

24 Ώρες στα Βήματα του Χριστού 27/04/2019

Η Θεία Λειτουργία

The Arabic Divine Liturgy of St. John Chrysostomos

The Turkish Divine Liturgy of St. John Chrysostomos

 

Ραδιοσταθμοί

Ακούστε (((ο)))
Ραδιόφωνο: Άγιοι Ισίδωροι

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ

Κάθε λογισμὸς καὶ κάθε αἴσθηση ὁδηγοῦν σταδιακὰ τὴν ψυχὴ εἴτε πρὸς τὸν παράδεισο εἴτε πρὸς τὴν κόλαση.

Ἄν ὁ λογισμὸς εἶναι ἔλλογος, τότε συνδέει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεὸ Λόγο, μὲ τὸν ὕψιστο Λογισμό, μὲ τὴν Παναξία, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ὁ παράδεισος.

παράδεισος

Ἐάν πάλι εἶναι ἄλογος ὁ λογισμὸς ἤ καὶ παράλογος, τότε συνδέει ἀναπόφευκτα τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Παράλογο, τὸν Ἀνόητο, μὲ τὸν διάβολο, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ἡ κόλαση.

Ὅσα ἰσχύουν γιὰ τὸν λογισμὸ, ἰσχύουν καὶ γιὰ τις αἰσθήσεις. Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ, ἀπὸ τὴν γῆ: καὶ ὁ παράδεισος μὰ καὶ ἡ κόλαση τοῦ ἀνθρώπου.

Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου

Ἐγὼ πατὴρ, ἐγὼ ἀδελφὸς, ἐγὼ νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφὴ, ἐγὼ ἱμάτιον, ἐγὼ ῥίζα, ἐγὼ θεμέλιος, πᾶν ὅπερ ἂν θέλῃς ἐγώ· μηδενὸς ἐν χρείᾳ καταστῇς. Ἐγὼ καὶ δουλεύσω· ἦλθον γὰρ διακονῆσαι, οὐ διακονηθῆναι. Ἐγὼ καὶ φίλος, καὶ μέλος, καὶ κεφαλὴ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ ἀδελφὴ, καὶ μήτηρ, πάντα ἐγώ· μόνον οἰκείως ἔχε πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ πένης διὰ σέ· καὶ ἀλήτης διὰ σέ· ἐπὶ σταυροῦ διὰ σὲ, ἐπὶ τάφου διὰ σέ· ἄνω ὑπὲρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρὶ, κάτω ὑπὲρ σοῦ πρεσβευτὴς παραγέγονα παρὰ τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σὺ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ συγκληρονόμος, καὶ φίλος, καὶ μέλος. Τί πλέον θέλεις; τί τὸν φιλοῦντα ἀποστρέφῃ; τί τῷ κόσμῳ κάμνεις; τί εἰς πίθον ἀντλεῖς τετρημένον;  περισσότερα »»»

Η Ελλάδα και ο Υμνος της Ελευθερίας

Ελληνική σημαία - Ελλάς - Ελευθερία

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Υπεραγία Παρθένος Θεοτόκος Μαρία

Κύριος διασκεδάζει βουλὰς ἐθνῶν, ἀθετεῖ δὲ λογισμοὺς λαῶν καὶ ἀθετεῖ βουλὰς ἀρχόντων· ἡ δὲ βουλὴ τοῦ Κυρίου εἰς τὸν αἰῶνα μένει, λογισμοὶ τῆς καρδίας αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεάν. (Ψαλ. 32, 10-11)

εἰ δέ τις τῶν ἰδίων καὶ μάλιστα τῶν οἰκείων οὐ προνοεῖ, τὴν πίστιν ἤρνηται καὶ ἔστιν ἀπίστου χείρων. (Τιμ.Α 5,8)

Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας

Οἱ ἄνθρωποι καταχρηστικά λέγονται λογικοί. Δεν εἶναι λογικοὶ ὅσοι ἔμαθαν ἀπλῶς τὰ λόγια καὶ τὰ βιβλία τῶν ἀρχαίων σοφῶν, ἀλλ' ὅσοι ἔχουν τὴ λογικὴ ψυχὴ καὶ μποροῦν νὰ διακρίνουν ποιὸ εἶναι τὸ καλὸ καἰ ποιὸ τὸ κακό καὶ ἀποφεύγουν τὰ πονηρὰ καὶ βλαβερὰ στὴν ψυχή, τὰ δὲ ἀγαθὰ καὶ ψυχωφελῆ, τὰ ἀποκτοῦν πρόθυμα μὲ τὴ μελέτη καὶ τὰ ἐφαρμόζουν μὲ πολλὴ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό. Αὐτοὶ μόνοι πρέπει νὰ λέγονται ἀληθινὰ λογικοὶ ἄνθρωποι.

St Antony the Great

Ἐφ᾿ ὅσον ἐννοεῖς τὰ περὶ Θεοῦ, νὰ εἶσαι εὐσεβής, χωρὶς φθόνο, ἀγαθός, σώφρων, πράος, χαριστικὸς κατὰ δύναμιν, κοινωνικός, ἀφιλόνεικος καὶ τὰ ὅμοια. Διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ἀπαραβίαστο ἀπόκτημα τῆς ψυχῆς, νὰ ἀρέσει στὸ Θεὸ μὲ τέτοιες πράξεις καὶ μὲ τὸ νὰ μὴν κρίνει κανέναν καὶ νὰ λέει γιὰ κανέναν, ὅτι ὁ δείνα εἶναι κακὸς καὶ ἁμάρτησε. Ἀλλὰ καλλίτερο εἶναι νὰ συζητᾶμε τὰ δικά μας κακά, καὶ νὰ ἐρευνᾶμε μέσα μας τὴ δική μας πολιτεία, ἐὰν εἶναι ἀρεστὴ στὸ Θεό. Διότι, τί μᾶς μέλει ἐμᾶς, ἐὰν ὁ ἄλλος εἶναι πονηρός;

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Ἡ αἰωνιότητα εἶναι φρικιαστικὴ δίχως Θεάνθρωπο, γιατὶ καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι φοβερὸς δίχως τὸν Θεάνθρωπο. Καθετὶ τὸ ἀνθρώπινο, μονάχα στὸν Θεάνθρωπο ἔχει τὴν τελικὴ καὶ λογικὴ του ἑρμηνεία. Δίχως τὸν θαυμαστὸ Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὅλα τὰ ἀνθρώπινα μεταβάλλονται ἀναπόφευκτα σὲ χάος, σὲ φρίκη, σὲ θάνατο, σὲ κόλαση: ἡ φρόνηση σὲ ἀφροσύνη, ἡ αἴσθηση σὲ ἀπόγνωση, ἡ ἐπιθυμία σὲ αὐτοδιάσπαση μέσα ἀπὸ τὴν αὐτοθέωση ἤ τὴν αὐτοεξουθένωση.

περισσότερα