Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός | Ορθόδοξοι Πατέρες Our Lord Jesus Christ | Orthodox Fathers

»»»    Aγία Bαρβάρα η Mεγαλομάρτυς

Aγία Bαρβάρα η Mεγαλομάρτυς



Aγία Bαρβάρα η Mεγαλομάρτυς Aγία Bαρβάρα η Mεγαλομάρτυς

Κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ ἀσεβεστάτου τυράννου Μαξιμιανοῦ ἐν ἔτει ση' (29Ο), ὑπῆρχεν τοπάρχης τις εἰς τινα πόλιν τῆς Ἀνατολῆς ὀνομαζομένην Ἡλιούπολιν. Οὗτος δὲ ὀνομάζετο Διόσκορος, καὶ ἧτον ἄνθρωπος ἀρκετὰ πλούσιος κατώκει δὲ εἰς τι χωρίον λεγόμενον Γελασσόν, τὸ ὁποῖον ἧτο μακράν ἀπὸ τὴν Ἡλιούπολιν δώδεκα στάδια. Εἶχε δὲ μονογενὴ θυγατέρα, ἡ ὁποῖα ἧτο πολὺ ὡραία, καὶ ὠνομάζετο Βαρβάρα. Ἡ κόρη αὔτη εἶχε καλὴν ἀνατροφήν, ἧτο δηλαδὴ τοσοῦτον εὔτακτος καὶ εὐγενὴς κατὰ τὰ ἦθη, ὧστε οἱ γονεῖς αὐτῆς ἠσθάνοντο διὰ τοῦτο ἐν τῇ καρδία αὐτῶν ὑπερβολικὴν χαράν καὶ ἠθικὴν ἐν ταὐτῷ εὐχαρίστησιν. Ἐπειδὴ ὅμως ἧτο μικρὰ ἀκόμη καὶ ὡραῖα, οἱ γονεῖς της ἐνόμισαν συμφέρον νὰ τὴν προφυλάξωσιν ὅσον ἡμπόρουν περισσότερον. Ἔκτισαν λοιπὸν ἐπίτηδες πύργον ὑψηλόν καὶ τὴν ἔκλεισαν εἰς αὐτόν, διὰ νὰ μὴ τὴν βλέπωσιν οἱ ἄνθρωποι. Τῆς ἐδωσαν δὲ μὲ ἀφθονίαν ἀπὸ ὅλα τὰ πράγματα ὅσα τῆς ἐχρειάζοντο, δηλαδὴ ὑπηρετρίας, τροφάς, ἐνδύματα, καὶ ἄλλα διάφορα.

Ὅταν μετὰ καιρὸν ἔφθασεν ἡ κόρη αὖτη εἰς ἡλικίαν νόμιμον, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς πρωτίστους τῶν Ἀρχόντων καὶ τῶν μεγιστάνων τῆς πόλεως ἐκείνης, ἀκούοντες τὴν καλήν της φήμην καὶ τὸ περιβόητον ὄνομα, τὴν ἐζήτησαν ὡς σύζυγον ἀπὸ τὸν πατέρα της. Αὐτός ὅμως δὲν ἠθέλησε νὰ δῶσῃ τὸν λόγον του εἰς κανένα, ἂν δὲν ἀπεφάσιζε πρὶν εἰς τοῦτο ἡ κόρη του. Ἀναβὰς λοιπὸν εἰς τὸν πύργον, ἡρώτησεν αὐτὴν ἂν ἤθελε νὰ τὴν ὑπανδρεύσῃ. Ἀλλ' ἐκείνη πρὶν ἀκόμη περιμείνῃ νὰ τελειώσῃ τὸν λόγον του ὁ πατήρ της, τοῦ ἀπεκρίθη μὲ ἀγανάκτησιν καὶ ὀργήν• «Δὲν θέλω νὰ μοῦ κάμῃς πλέον τοιοῦτον λόγον, διότι θὰ μὲ ἀναγκάσης νὰ θανατωθῶ μόνη μου, καὶ θὰ χάσῃς τότε τὸ τέκνον σου». Ὁ πατήρ της, ἀκούσας τοὺς λόγους τούτους, δὲν τὴν ἐστενοχώρησε περισσότερον, διότι ἐννόησεν ὅτι ἡ κόρη του δὲν ἠναντιώνετο εἰς αὐτὸν ἀπὸ δυστροπίαν ἢ ἀπείθειαν, ἀλλὰ διότι ἐπόθει νὰ μείνῃ παρθένος. Κατέβη λοιπὸν ἀπὸ τὸν πύργον χωρὶς νὰ τῆς εἰπῇ τότε λόγον σκληρόν, ἐλπίζων ὅτι μὲ τὸν καιρὸν θὰ τὴν καταπείσῃ μὲ κολακείας νὰ δεχθῇ τὴν ὑπανδρείαν.

Κατ' ἐκείνας τὰς ἡμέρας ὁ Διόσκορος ἀπεφάσισε νὰ οἰκοδομήσῃ ἔξωθεν τοῦ πύργου λουτρὸν ὡραιότατον. Ἀφοῦ λοιπὸν ἔκαμε τὸ σχέδιον καὶ ἔδωκεν εἰς τοὺς τεχνίτας τὰς ἀναγκαίας ὁδηγίας, καὶ τοὺς εἶπε συγχρόνως, ὅτι νὰ τοὺς εὐχαριστήσῃ ἂν ἐπιμεληθῶσι καὶ προσέξωσι νὰ γείνη ὡραῖον τὸ κτίριον, ἀνεχώρησε προσωρινῶς ἀπὸ τὸ χωρίον του καὶ ὑπῆγεν εἰς ἄλλην χώραν, ὅπου εἶχεν ἀναγκαίαν ὑπόθεσιν.

Ἡ Βαρβάρα ὡφεληθεῖσα ἀπὸ τὴν ἀπουσίαν αὐτὴν τοῦ πατρός της, κατώρθωσε νὰ καταβῇ ἀπὸ τὸν πύργον διὰ νὰ παρατηρήσῃ τὸ κτιζόμενον λουτρόν. Εἶδε λοιπὸν ὅτι ὅλη ἡ οἰκοδομὴ εἶχε μόνον δύο παράθυρα ὅθεν ἠρώτησε τοὺς κτίστας, διατὶ δὲν ἔκαμαν καὶ ἄλλο ἕν παράθυρον πρός τὸ νότιον μέρος, ὧστε νὰ φωτίζεται τὸ λουτρὸν περισσότερον;». Οἱ κτῖσται τῆς ἀπεκρίθησαν, ὅτι «οὕτως εἶχε προστάξει ὁ πατήρ σας, καὶ τότε αὔτη τοὺς εἶπε πάλιν• «κάμετε χωρὶς ἄλλο καὶ τὸ τρίτον παράθυρον, καὶ ἐγὼ ἀποκρίνομαι εἰς τὸν πατέρα μου, ἂν σᾶς ἐρωτήση διὰ τοῦτο.» Ἔκαμαν λοιπὸν οἱ κτῖσται καθῶς τοὺς εἶπεν. Αὐτὴ δὲ κατέβαινε συχνά καὶ παρετήρει τὴν οἰκοδομήν, καὶ βλέπουσα τὰ τρία παράθυρα, ἔχαιρεν. Ὁ δὲ πανάγαθος καὶ ἐλεήμων Θεός, ὁ ὁποῖος γνωρίζει ὅλα τὰ πράγματα πρὶν ἀκόμη τελειώσωσιν, εὐχαριστηθεῖς ἀπὸ τὴν ἀγαθήν καὶ φρόνιμον γνώμην αὐτῆς, ἐφώτισε τὴν ψυχήν της θαυμάσια, καὶ ἐνέπλησε τὴν καρδίαν της ἀπὸ Πνεῦμα Ἅγιον, καὶ παρρησίαν πρός τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν.

Σταθεῖσα λοιπὸν εἰς τὴν κολυμβύθραν τοῦ λουτροῦ, καὶ βλέπουσα πρὸς ἀνατολὰς ἐχάραξε μὲ τὸν δάκτυλόν της τὸν τύπον τοῦ Θείου Σταυροῦ ἐπάνω εἰς τὰ μάρμαρα• καὶ ὢ τοῦ θαύματος ! ὡς νὰ ἧτον ὁ δάκτυλός της σμίλη σιδηρά, ἤνοιξε τόσον βαθύν λάκκον εἰς τὸ μάρμαρον, ὥστε τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ ἐκείνου φαίνεται μέχρι τῆς σήμερον, διὰ νὰ κηρύττεται ἡ θαυματουργία καὶ δύναμις τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ ἡμῶν πάντοτε. Καὶ ὄχι μόνον ὁ Σταυρὸς αὐτός, ἀλλὰ καὶ αὐτό τὸ λουτρὸν σώζεται μέχρι τῆς σήμερον καὶ κάμνει διάφορα θαύματα, καὶ θεραπεύει ὅσους ἔχουν τινὰ ἀσθένειαν, ὅταν προσέλθωσιν εἰς αὐτὸ μετὰ πίστεως. Τοιοῦτον δὲ λουτρόν, καὶ ἂν τὸ ὀνομάσῃ τις Ἰορδάνειον ρεῖθρον, ἢ πηγὴν Σιλωάμ, ἢ καὶ Προβατικὴν κολυμβύθραν, δὲν ἁμαρτάνει• διότι ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ ἐτέλεσε καὶ εἰς τοῦτο πολλὰ καὶ παράδοξα θαύματα.

Ἡμέραν τινά, ἐπιστρέφουσα ἀπὸ τὸ λουτρὸν ἡ Βαρβάρα, παρετήρησε τὰ εἴδωλα, τὰ ὁποῖα προσεκύνει ὁ πατήρ της στενάξασα ἐκ βάθους ψυχῆς διὰ τὴν ἀναισθησίαν καὶ τυφλότητα αὐτοῦ, ἔπτυσε τὰ εἴδωλα κατὰ πρόσωπον, καὶ εἶπεν «ὅμοιοι μὲ σᾶς νὰ γείνωσιν, ὅσοι σᾶς προσκυνοῦσι καὶ σᾶς καλοῦσιν εἰς βοήθειάν των.» Ταῦτα εἰποῦσα, ἐμβῆκεν εἰς τὸν πύργον, καὶ ἔμεινεν ἐντὸς αὐτοῦ νηστεύουσα καὶ προσευχομένη, καὶ περιμένουσα βοήθειαν ἀπὸ τοὺς Οὐρανούς.

Μετ' ὁλίγας ἡμέρας ἔφθασεν ὁ πατήρ της Διόσκορος, ὅστις ἰδῶν τὴν τρίτην θυρίδα ἠπόρησε, πῶς τὴν ἔκαμαν χωρὶς αὐτὸς νὰ παραγγείλῃ. Οἱ εὐρεθέντες ἐκεῖ τεχνῖται εἶπον εἰς αὐτὸν τὴν ἀλήθειαν. Τότε ἠρώτησε περὶ τούτου τὴν κόρην του, ἥτις εἶπεν εἰς αὐτόν. «Ἐγώ, πάτερ, προσέταξα καὶ τὴν ἔκαμαν, διότι ὡραιότερον φαίνεται τὸ λουτρὸν μὲ τὰ τρία παράθυρα, παρὰ μὲ τὰ δύο.» Ὁ πατήρ της ὀργισθεῖς, εἶπεν εἰς αὐτήν- «Εἶπέ μοι, διὰ ποῖον λόγον καὶ αἰτίαν σοῦ φαίνεται ὡραιότερον;» Λέγει πρός αὐτὸν τότε ἡ κόρη «Αἱ τρεῖς θυρίδες φωτίζουσι πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον.» Τοῦτο δὲ εἰποῦσαν ἐννοοῦσε τὴν τῆς ἁγίας Τριάδος ὑπόστασιν καὶ μεγαλειότητα. Αὐτὸς θυμωθεῖς πάλιν, ἥρπασεν αὐτὴν καὶ πορευθέντες εἰς τὸ λουτρόν, τῆς εἶπε. «Πῶς γίνεται τὸ φῶς τῶν τριῶν θυρίδων φωτιστικὸν εἰς πάντα ἄνθρωπον;» Ἡ Βαρβάρα ἀπεκρίθη «Πρόσεχε πάτερ νὰ καταλάβης τὸ αἴτιον;» Ταύτα εἰποῦσα, ἔκαμε τὸ σημεῖον τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, καὶ δεικνύει εἰς αὐτὸν τὰ τρία της δάκτυλα, λέγουσα. «Πατήρ, Υἰός καὶ Ἅγιον Πνεῦμα. Μέ τὸ φῶς αὐτό ὅλη ἡ κτίσις νοερῶς καταλάμπεται.»

Ὁ ἀληθής οὗτος λόγος τῆς Βαρβάρας ὄχι μόνον δὲν εὐχαρίστησε τὸν πατέρα της, ὅστις ἧτο συνειθισμένος νὰ προσκυνῇ τὰ ψευδῆ καὶ ἀπατηλὰ εἵδωλα, ἀλλὰ ἀπ' ἐναντίας τὸν ἔκαμε νὰ γείνη θηριώδης. Ὁ ἀσεβέστατος καὶ σκληροκάρδιος αὐτός ἄνθρωπος ἐλησμόνησε διὰ μιᾶς τοὺς νόμους τοῦ Θεοῦ, δὲν ἐσυλλογίσθη ὅτι ἧτο πατήρ, καὶ ὅτι ἡ κόρη αὐτὴ ἧτον αἷμα του, ἀλλὰ σύρας τὸ ξῖφος του, ὥρμησε νὰ τὴν θανατώσῃ. Αὐτὴ ὅλως σωθεῖσα ἀπὸ τὸν κίνδυνον, κατέφυγεν εἰς τὸ ὄρος ἐκεῖ πλησίον, ὅπου φθάσασα ὕψωσε πρὸς τὸν οὐρανὸν τὰς χεῖρας, τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ τὴν διάνοιάν της, και ἐπεκαλεῖτο τὸν Θεὸν εἰς βοήθειαν αὐτῆς, ὅστις δὲν ἠργοπόρησε ποσῶς ἀλλὰ καθὼς ἔσωσε τὴν πρωτομάρτυρα Θέκλαν, τὴν ὁποίαν ἐδέχθη μία πέτρα σχισθεῖσα εἰς δύο, οὕτως καὶ τὴν ἀοίδιμον ταύτην Βαρβάραν μὲ ὅμοιον θαυματούργημα, διότι ἐνῶ ἔτρεχε κατεπάνω της, ὁ δήμιος ἐκεῖνος καὶ ὄχι πατήρ της, ἐσχίσθη μία πέτρα διὰ θείας θελήσεως καὶ προσταγῆς, καὶ τὴν ἐδέχθη ἐντός αὐτῆς, εἰς τὰ ὀρεινότερα μέρη.

Ἀλλά, καὶ μετὰ τοῦτο, ὁ λίθινος ἐκεῖνος ἄνθρωπος, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν, καὶ τῶν λίθων αὐτῶν ἀναισθητότερος, δὲν ὠπισθοδρόμησε βλέπων τοιούτον θαῦμα, ἀλλ' ὡς τέκνον τοῦ ἀνθρωποκτόνου δαίμονος ἔτρεχε κατόπιν, ἵνα θύσῃ καὶ ἀπολέσῃ. Εὐρῶν δὲ δύο ποιμένας οἱ ὁποῖοι ἔβοσκον τὰ πρόβατά των ἐκεῖ πλησίον, τοὺς ἠρώτησεν, ἂν ἤξευραν, ποὺ ἧτο κρυμμένη ἡ θυγάτηρ του. Ὁ εἷς ἀπὸ αὐτοὺς ἧτον συμπαθὴς καὶ φιλάνθρωπος, καὶ κρίνων ἄδικον νὰ προδώσῃ τὴν διωκομένην Μάρτυρα, ἠρνήθη, καὶ εἶπεν ὅτι δὲν τὴν εἶδε ποσῶς ἐπροτίμησε δὲ ὡς γνωστικός, νὰ εἰπῇ ψεύδος σωτήριον, παρὰ ἀλήθειαν βλάπτουσαν. Ὁ δὲ ἄλλος ποιμήν, πονηρός καὶ ἀπάνθρωπος, δὲν ὡμίλησε μὲν διὰ νὰ μὴ τὸν ἀκούσωσι, μὲ τὸν δάκτυλόν του ὅμως ἔδειξε τὴν ὁδὸν εἰς τὸν Διόσκορον, διὰ νὰ εὔρῃ τὴν Μάρτυρα. Ἡ θεία δίκη ἐν τοσούτω ἐπαίδευσεν ἀμέσως τὸ κακούργημα τοῦτο, διότι ὅλα τὰ πρόβατα τοῦ κακοτρόπου ἐκείνου καὶ ἄφρονος βοσκοῦ ἔγειναν κάνθαροι, καὶ ἔμειναν τοιοῦτοι μέχρι τέλους, καὶ περιεκύκλουν τὸν τάφον τῆς Ἀγίας.

Εὐρῶν τέλος πάντων τὴν Ἁγίαν ὁ Διόσκορος εἰς τὸ ὄρος τὴν ἔδειρεν ἀνηλεῶς ἔπειτα, ἀρπάσας αὐτὴν ἐκ τῶν πλοκάμων τῆς κεφαλῆς τὴν ἔσυρε βιαῖως εἰς τὸν οἶκον του. Ἐκεῖ δὲ φθάσαντες τὴν ἔκλεισεν εἰς μικρὸν oἰκίδιοv, καὶ σφραγίσας τὴν θύραν, ἔβαλε φύλακας νὰ τὴν φυλάττωσιν. Ἔπειτα ὑπῆγεν εἰς τὸν ἡγεμόνα Μαρκιανόν, ὅστις ἐξουσίαζε τότε τὴν πόλιν ἐκείνην, καὶ εἶπεν εἰς αὐτὸν ὅτι ἡ θυγάτηρ αὐτοῦ καταφρονεῖ καὶ ἀποστρέφεται τοὺς θεοὺς αὐτῶν, καὶ μόνον τὸν ἐσταυρωμένον Ἰησοῦν Χριστὸν σέβεται καὶ τιμᾶ ἐξ ὅλης ψυχῆς.» Ταῦτα εἰπῶν, ἔφερε τὴν κόρην του, καὶ τὴν παρέδωκεν εἰς τὰς χείρας τοῦ Μαρκιανοῦ, ἐξώρκισε δὲ αὐτόν, εἰς τοὺς θεούς των νὰ μὴ τὴν λυπηθῇ παντελῶς, ἀλλὰ νὰ τὴν βασανίσῃ μὲ παντοῖα βῖαια καὶ σκληρὰ κολαστήρια.

Ὁ Μαρκιανὸς λοιπὸν καθίσας εἰς τὴν ἔδραν τοῦ δικαστηρίου προσέταξε νὰ φέρωσι τὴν Μάρτυρα, ἡ ὁποία ἄμα ἐπαρουσιάσθη και τὴν εἶδεν αὐτός, ἔκθαμβος γενόμενος ἀπὸ τὸ ἐξαίσιον αὐτῆς κάλλος, καὶ τὸ σεμνόν ἦθος της, ἐλησμόνησε πρὸς στιγμὴν τοὺς ὅρκους τοῦ Διοσκόρου, εἶπε δὲ πρὸς αὐτὴν μὲ φωνὴν συγκινητικὴν καὶ μὲ πραότητα. «Δὲν λυπεῖσαι  ἑαυτήν, Βαρβάρα; Διατὶ δὲν προσφέρεις θυσίαν εἰς τοὺς θεοὺς τοὺς ὁποίους λατρεύουσι καὶ οἱ γονεῖς σου; Ἐγὼ λυπάμαι νὰ θανατώσω μίαν νέαν ἡ ὁποῖα ἔχει ἐξαίσιον κάλλος! Σὲ συμβουλεύω λοιπὸν νὰ ὑπακούσῃς εἰς ὅ,τι σὲ λέγω καὶ νὰ κάμῃς• ἄλλως θὰ μὲ ἀναγκάσῃς νὰ σὲ θανατώσω μὲ τὸν πλέον σκληρὸν τρόπον».

Ἡ δὲ Μάρτυς ἀπεκρίθη εἰς αὐτόν. « Ἐγὼ προσφέρω θυσίαν δοξολογίας εἰς τὸν Θεόν μου, ὅστις ἔκαμε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γήν, καὶ ὅλα τὰ λοιπὰ κτίσματα. Οἱ θεοὶ ὅμως τοὺς ὁποίους σύ λατρεύεις, εἶναι ἀπὸ ἀργύριον καὶ χρυσίον δηλαδὴ ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων. Αὐτοὺς τοὺς θεοὺς τοὺς ὀνομάζουσιν οἱ Ἐθνικοὶ δαιμόνια.» Ταῦτα ἀκούσας ὁ δικαστής, ὠργίσθη καὶ προσέταξεν εὐθύς νὰ τὴν γυμνώσουν καὶ νὰ ἀρχίσωσι νὰ τὴν δέρωσι ἀνηλεῶς μὲ σκληρὰ βούνευρα. Νὰ τρίβωσι δὲ τὰς πληγάς της μὲ ράσα τρίχινα, διὰ νὰ αἰσθάνεται δριμυτέρους τοὺς πόνους. Τοσοῦτον λοιπὸν ἀπανθρώπως τὴν ἐμαστίγωσαν, ὥστε τὸ σῶμα αὐτῆς κατεπλήγωσαν καὶ κατετρύπησαν• ἀπὸ δὲ τὸ ρέον ἐκ τῶν πληγῶν της ἄσπιλον αὐτῆς αἷμα κατακοκκίνισε τὸ μέρος τῆς γῆς ὅπου τὴν εἶχον ἐρριμένην.

Ἀφοὺ τέλος πάντων τὴν ἐβασάνισαν οὕτως ἐπὶ πολλὴν ὥραν τὴν ἔρριψαν εἰς τὴν φυλακὴν προσωρινῶς μέχρις ὅτου τὴν ἐξετάσωσι καὶ δευτέραν. Περὶ τὸ μεσονύκτιον ὅμως ἐφάνη αἴφνης ἔμπροσθεν αὐτῆς φῶς φαεινόν, από το ὁποῖον ἔλαμψεν ὅλον τὸ δεσμωτήριον. Ὑπεράνω δὲ τοῦ φωτός τούτου ἐφάνη ὁ Δεσπότης Χριστός, ὅστις ἐνθαρρύνας αὐτήν, τῆς εἶπε:

«Μὴ φοβηθῆς οὐδόλως οὕτε νὰ ἀποκάμῃς ἀπὸ τὰς βασάνους καὶ τὰς τιμωρίας τῶν σκληροκαρδίων αὐτῶν ανθρώπων, ἀλλὰ νὰ ἐμμείνῃς σταθερὰ εἰς τὸ φρόνημά σου. Ἐγὼ δὲ θέλω μένει πάντοτε μετὰ σοῦ, καὶ θέλω σὲ διαφυλάττει διὰ παντὸς ὑπὸ τὴν σκέπην μου.»

Ταῦτα τοῦ Δεσπότον Χριστοῦ πρός τὴν Ἁγίαν λέγοντος, αἱ πληγαὶ αὐτῆς ἠφανίσθησαν καὶ ὅλον της τὸ σῶμα ἐθεραπεύθῃ ἐντελῶς, δι' ὃ αὐτὴ ἠσθάνθη ἐγκάρδιον ἀγαλλίασιν καὶ εὐχαρίστησιν ἀνέκφραστον. Γυνή τις θεοσεβής καὶ ἐνάρετος Ἰουλιανὴ ὀνομαζομένη, ἔτυχε νὰ εὐρεθῇ τότε μαζὶ μὲ τὴν Ἁγίαν• ἰδοῦσα δὲ τὸ παράδοξον τοῦτο θαῦμα, ἐδόξασεν ἀπὸ καρδίας τὸν Θεόν, καὶ ἐπειδὴ εἶχε τὴν αὐτὴν γνώμην καὶ τὸ αὐτό φρόνημα μὲ τὴν Μάρτυρα, ἀπεφάσισεν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς νὰ ὑπομείνῃ καὶ αὐτὴ εἰς τὴν πρώτην εὐκαιρίαν παντός εἴδους τιμωρίας καὶ βασάνους διὰ τὴν ἀγάπην καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Τέλος πάντων ἦλθε καὶ ἐκ δευτέρου ὁ ἡγεμὼν εἰς τὸ Δικαστήριον, προσέταξε δὲ νὰ φέρωσι πάλιν ἐνώπιόν του τὴν Βαρβάραν, τὴν ὁποίαν εἰδόντες οἱ περιεστῶτες ἐντελῶς ὑγιαίνουσαν, καὶ χωρὶς νὰ ἔχει καμμίαν πληγὴν εἰς τὸ σῶμα της, ἐξεπλάγησαν ἅπαντες.

Ἀλλ' ὁ ἀσεβὴς ἡγεμών, τετυφλωμένος ἀπὸ τὴν πλάνην του, δὲν ἠθέλησε νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν μεγάλην τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ δύναμιν, ἀλλ' εἶπεν ὁ ἄφρων πρὸς τὴν Μάρτυρα. «Βλέπεις Βαρβάρα πόσην δύναμιν ἔχουσιν οἱ θεοί μου οἱ ὁποῖοι σὲ εὐσπλαγχνίσθησαν, καὶ ἐθεράπευσαν τὰς πληγάς σου;» Αὐτὴ δὲ ἀπεκρίθη πρός αὐτόν- οἱ θεοὶ σου οἴτινες εἶναι τυφλοὶ καὶ ἀνίσχυροι καθὼς σύ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κάμωσι τοιαύτην θαυμασίαν πράξιν, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν ανάγκην μᾶλλον ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους; Ὄχι, δὲν μὲ ἐθεράπευσαν οἱ θεοί σου μὲ ἰάτρευσεν ο Χριστός, ὁ ἀληθής Υἰὸς τοῦ ζῶντος Θεοῦ, αὐτὸς τὸν ὁποῖον δὲν δύνασαι σὺ νὰ ἰδῇς διότι οἱ ὀφθαλμοί σου εἶναι βεβαρυμένοι ἀπὸ τὸ σκότος τῆς ἀσεβείας.»

Ἀκούσας ὁ ἡγεμὼν τοὺς λόγους τούτους τῆς Ἁγίας ὠργίσθη σφόδρα, καὶ προσέταξε πάραυτα νὰ ἀρχίσωσι νὰ καταξεσχίζωσι τὰς σάρκας αὐτῆς μὲ σιδηροὺς ὄνυχας, καὶ μὲ λαμπάδας ἀναμμένας νὰ καίωσι τὰ ξεσχισμένα μέλη της, καὶ μὲ σφῦραν νὰ κτυπώσιν τὴν ἁγίαν αὐτῆς κεφαλήν. Ἔτυχε δὲ πάλιν καὶ τότε νὰ εὐρεθῇ ἐκεῖ παροῦσα καὶ ἡ ἀγαθὴ καὶ θεοσεβὴς Ἰουλιανή, ἡ ὁποία βλέπουσα τὰς τιμωρίας καὶ τὰς βασάνους τὰς ὁποίας ἔκαμνον εἰς τὴν Μάρτυρα, καὶ τὸ αἷμα τὸ ὁποῖον ἔρρεεν ἀκατάπαυστα ἀπὸ τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ λοιπὸν σῶμα αὐτῆς, μὴ δυναμένη δὲ ἄλλως νὰ τὴν βοηθήσει, τοσοῦτον συνεκινήθῃ ἀπὸ τὸν πόνον, τὸν ὁποῖον ἠσθάνετο ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς, ὥστε ἤρχισε νὰ κλαίῃ ἀπαρηγόρητα. Ὁ δὲ ἡγεμὼν ἰδῶν αὐτὴν κλαίουσαν, ἠρώτησε ποῖα ἧτον. Μαθῶν δὲ ὅτι ἧτο Χριστιανὴ καὶ αὔτη, καὶ ὅτι διὰ τὴν πρὸς τὴν Βαρβάραν συμπάθειάν της ἔκλαιεν, προσέταξεν ἀμέσως νὰ κρεμάσωσι καὶ αὐτὴν πλησίον εἰς τὴν Ἁγίαν, καὶ νὰ ξεσχίσωσι τὰς σάρκας της, καὶ μὲ λαμπάδας ἀναμένας νὰ τὴν κατακαίωσιν. Οὔτως λοιπὸν βασανιζομένη καὶ αὔτη σκληρῶς, κατὰ τὴν προσταγὴν τοῦ ἄρχοντος καὶ πάσχουσα ἀλγεινῶς, ὕψωσε τοὺς ὀφθαλμούς της πρός τὸν οὐρανόν, καὶ εἶπε:

«Δέσποτα Χριστὲ Βασιλεῦ, καρδιογνώστα καὶ παντοδύναμε, γινώσκεις ὅτι διὰ τὴν ἀγάπην σου πάσχω ὅλα αὐτὰ τὰ δεινά, λοιπὸν μὴ μὲ ἐγκαταλίπῃς μηδέ ἀφήσῃς νὰ μὲ νικήσῃ ὁ ἀλιτήριος οὗτος, καὶ νὰ καυχηθῇ δι' ἐμέ• ἀλλὰ ἀξίωσόν με νὰ ἐγκαρτερήσω μέχρι τέλους, διὰ νὰ λάβω τὸν στέφανον τῆς ἀθλήσεως.»

Ἐνῶ δὲ ἡ Ἰουλιανὴ ἐδέετο οὔτως πρός τὸν Θεόν, ὁ σκληροκάρδος Ἄρχων προσέταξε νὰ κόψωσι τοὺς μαστοὺς καὶ τῶν δύο. Πλὴν καὶ ἡ ἀπάνθρωπος αὔτη πράξις δὲν μετέβαλε ποσῶς τὴν ἀπόφασιν αὐτῶν, ἀπεναντίας μάλιστα ἡ ἁγία Βαρβάρα ἔψαλλε τότε λέγουσα. «Κύριε μὴ ἀπορρίψης ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ προσώπου σου, καὶ τὸ Πνεῦμα σου τὸ Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀφ' ἡμῶν• ἀπόδος ἡμῖν τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου, καὶ στήριξον ἡμᾶς εἰς τὸν φόβον σου.»

Ἀφοὺ λοιπὸν ὑπέμειναν καὶ αὐτὴν τὴν τρομεράν βάσανον, ἐπρόσταξεν ὁ ἄρχων τὴν μὲν Ἰουλιανὴν νὰ φυλακίσωσι, τὴν δὲ Βαρβάραν νὰ ξεγυμνώσωσι, νὰ τὴν γυρίσωσιν εἰς ὅλην τὴν πόλιν, καὶ νὰ τὴν δείρωσι συγχρόνως. Ἡ σεμνὴ Μάρτυς, θεατριζομένη διὰ τοιούτου ἀπρεπεστάτου τρόπου, καὶ δερομένη ἐν ταύτῳ, δὲν ἐθλίβετο ποσῶς διὰ τὰς βασάνους ταύτας, ἀλλὰ ἀτενίσασα τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς τὸν Οὐρανὸν εἶπε. «Δέσποτα Κύριε, ὁ περιβάλλων τὸν Οὐρανὸν ἐν νεφέλαις, καὶ περιτυλίσσων τὴν Γὴν μὲ όμίχλην, αὐτός καὶ τὴν ἐμὴν γύμνωσιν σκέπασον, Βασιλεῦ, καὶ μὴ ἀφήσῃς νὰ θεωρῶσιν οἱ ἀσεβεῖς τὰ μέλη μου, διὰ νὰ μὴ γείνω μυκτηρισμός αὐτῶν, χλευασμός καὶ περιγέλεσμα.»

Ἤκουσεν ἐκ ναοῦ ἀγίου αὐτοῦ ὁ ταχύς Θεός καὶ ἔσπευσεν εἰς ἀντίληψιν αὐτῆς. Ἐφάνη δὲ ἔμπροσθεν αὐτῆς καθήμενος ἐπὶ χερουβικοῦ ἄρματος, καὶ τὴν μέν καρδίαν αὐτῆς ἐπλήρωσεν εὐφροσύνης καὶ ἀγαλλιάσεως, διὰ τῆς θεῖας καὶ πανευφροσύνου παρουσίας αὐτοῦ, τὸ δὲ ἅγιον αὐτῆς σῶμα ἐκέλευσε τοῖς Ἀγγέλοις καὶ τὸ ἐνέδυσαν μὲ στολὴν λαμπροτάτην καὶ ἔνδοξον. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο ἐγένετο, ἀλλὰ καὶ τὰς πληγὰς αὐτῆς ἐθεράπευσε πάλιν ὡς καὶ πρότερον. Οἱ δὲ ὑπηρέται τὴν ἐπαρουσίασαν εἰς τὸν ἄρχοντα, ὅστις ἰδῶν αὐτὴν οὕτως ἐνδεδυμένην ἠσχύνθῃ· ὅθεν μὴ δυνάμενος νὰ τὴν νικήσῃ μὲ ἀπειλὰς καὶ βασάνους οὕτε μὲ υποσχέσεις ἀγαθῶν καὶ πλούτου, ἀπεφάσισε νὰ θανατώσῃ αὐτὴν καὶ τὴν ὁμόφρονα αὐτῆς Ἰουλιανήν. Ἐπρόσταξε λοιπὸν νὰ ἀποκεφαλίσωσι καὶ τὰς δύο.

Εἰς ὅλας τὰς τιμωρίας καὶ τὰς βασάνους, τὰς ὁποίας ἀναφέραμεν ὅτι ἐδοκίμασεν ἡ μάρτυς Βαρβάρα ἧτο παρῶν ὁ αἱμοβόρος πατὴρ αὐτῆς, καὶ τὰς ἔβλεπεν ὁ ἄσπλαγχνος! Δὲν επόνεσε δὲ ὁ ἀσεβής καὶ παμμίαρος, οὕτε ποσῶς ἐλυπήθη τὴν κόρην του, οὕτε ἐχόρτασεν εἰς τόσος παιδεύσεις καὶ ξεσχισμοὺς ὅσους αὐτὴ ἔπαθεν• ἀλλ ἐνόμιζεν ἀκόμη ὁ ἄφρων, ὅτι ἤθελον τὸν κατηγορήσῃ ὡς ἄνανδρον καὶ ἀσθενὴ κατὰ τὴν ψυχήν, ἂν ἄφινε νὰ τὴν φονεύση ἄλλος. Ὅθεν ἄμα ὁ δικαστής ἑξέδωκε τὴν κατ' αὐτῆς καταδικαστικὴν ἀπόφασιν, εὐθὺς ἥρπασεν αὐτήν, ὡς τίγρις λυσσῶσα, διὰ νὰ θανατώσῃ μὲ τὰς ἰδίας του χείρας ὁ κακούργος! Λοιπὸν ὁ μέν Διόσκορος ἔλαβε τὴν κόρην του, καὶ ἄλλος δήμιος ἔλαβε τὴν Ἰουλιανὴν καὶ ἐπορεύθησαν ὅλοι εἱς τὸ ὄρος, ὅπου ἀπεκεφαλίσθη ἡ Βαρβάρα ἀπὸ τὸν πατέρα της. Ἀλλ' ἐνῶ ἐπορεύοντο εἰς τὸν τόπον τοῦ θανάτου των αἱ δύο Μάρτυρες, ἀντὶ νὰ λυπῶνται καὶ νὰ θρηνῶσιν, ἀπ' ἐναντίας μάλιστα ἔχαιρον καὶ εὐχαριστοῦντο, ὡς νὰ ἧσαν προσκεκλημέναι εἰς γᾶμον ἢ ἄλλην διασκέδασιν φιλικήν.

Ἡ δὲ ἁγία Βαρβάρα ἐδέετο πάλιν πρὸς τὸν Κύριον, λέγουσα•

«Ἄναρχε Θεέ, ὁ ποιήσας τὸν οὐρανὸν ὡς καμάραν, καὶ θεμελιώσας τὴν γὴν ἐπὶ τῶν ὑδάτων ὁ προστάζων τὸν ἥλιον νὰ φωτίζῃ τὸν κόσμον ὅλον καὶ τὰ νέφη νὰ βρέχωσιν, ὁ χαρίζων τοσαῦτα ἀγαθὰ εἰς τοὺς δικαίους καὶ ἁμαρτωλούς, καὶ εὐεργετῶν καλοὺς καὶ κακοὺς ὡς ανεξίκακος καὶ πανάγαθος, αὐτὸς καὶ νύν, Βασιλεῦ πλουσιόδωρε, ἐπάκουσόν μου τῆς δούλης σου δεομένης. Ναί, Κύριέ μου, παρακαλώ σε ἐκ βάθους καρδίας μου, ὅποιος μνημονεύσει τὸ μαρτύριόν μου εἰς δόξαν τοῦ ἀγίου σου ὀνόματος, ἀξίωσον αὐτὸν νὰ μὴ εγγίση οὐδέποτε τὸν οἶκον αὐτοῦ οὕτε λοιμώδης νόσος, οὕτε λώβη, οὕτε καὶ καμμία ἄλλη θανατηφόρος ἀσθένεια νὰ λυπήσῃ αὐτὸν καὶ τὴν οἰκογένειάν του. Διότι σύ, Κύριέ μου, γινώσκεις τὸ ἀσθενὲς τῶν ἀνθρώπων τοὺς ὁποίους ηὐδόκησας νὰ πλάσῃς κατ' εἰκόνα καὶ καθ' όμοίωσιν ἰδικήν σου.»

Ἐνῶ ἡ Ἁγία προσηύχετο οὕτως αἴφνης ἠκούσθη οὐρανόθεν φωνή, ἡ ὁποία ἐπροσκάλει αὐτὴν τε καὶ τὴν Ἰουλιανὴν εἰς ἐκείνην τὴν αἰώνιον καὶ ἀνεκλάλητον ἀγαλλίασιν, καὶ ὑπέσχετο εἰς αὐτὴν ὅτι θὰ πραγματοποιήσῃ ὅσα αὐτὴ ἐζήτησε διὰ τῆς προσευχῆς της. Ταῦτην τὴν γλυκυτάτην φωνὴν ἀκούσασα, ἡ Ἁγία Βαρβάρα, ἐνεθαρρύνθη περισσότερον, καὶ ἀγαλλομένη ἔτρεχε νὰ φθάσῃ τὸ ταχύτερον εἰς τὸν τόπον τῆς τελειώσεως, ὅπου φθάσασα, ἔκλεινε τὴν ἱερὰν αὐτῆς κεφαλὴν καὶ ἐδέχθη τὸ μαρτύριον. Ἀπεκεφάλισε δὲ αὐτὴν ὁ ἄσπλαγχνος καὶ αἱμοβόρος πατήρ της, τὴν δὲ Ἰουλιανὴν ἀπεκεφάλισεν ὁ δήμιος.

Ἀλλ' ἐνῶ οἱ ἄδικοι οὗτοι φόνοι ἐξετελοῦντο, ἡ θεία Δίκη, ἄγρυπνος πάντοτε, ἐτιμώρισεν ἀμέσως τὸν ἀσεβῆ ἐκεῖνον καὶ αἱμοβόρον παιδοκτόνον παραδειγματικώτατα• διότι μόλις οὗτος ἤρχισε νὰ καταβαίνῃ, ἐκ τοῦ ὄρους, ὅπου εἶχε πράξει τὸν ἀπάνθρωπον ἐκεῖνον φόνον, αἴφνης κεραυνὸς καταπεσῶν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ κατέκαυσεν αὐτόν, καὶ ἐκ τοῦ σώματός του οὐδέ ἶχνος κάν ἐφάνη. Οὕτως ὁ ἄθλιος ἐκεῖνος καὶ βδελυρός ἄνθρωπος ἐστερήθη καὶ τῆς παρούσης καὶ τῆς μελλούσης ζωῆς, διότι ἧτον ἀνάξιος καὶ εἰς τὴν μίαν νὰ ζῇ, καὶ τὴν ἄλλην νὰ ἀπολαύσῃ. Ἡ θεία δὲ αὔτη ὀργὴ δὲν περιωρίσθη εἰς μόνην τὴν τιμωρίαν τοῦ παιδοκτόνου Διοσκούρου, ἀλλὰ καὶ μέχρι καὶ αὐτοῦ τοῦ ἡγεμόνος Μαρκιανοῦ ἔφθασεν ἡ λάμψις τοῦ κεραυνοῦ ἐκεῖνου ὡς προειδοποίησις ἀψευδής καὶ συμβολικὴ τοῦ ἀΰλου ἐκείνου πυρός ἐκ τοῦ ὁποίου ἔμελλε νὰ κολάζεται αἰωνίως.

Ἄνθρωπος τις εὐσεβής καὶ χριστιανός, Οὐαλεντίνος, ὀνομαζόμενος, εὐρεθεῖς ἐκεῖ κατὰ τύχην, ἔλαβε τὰ ἱερὰ σώματα τῶν δύο Μαρτύρων, καὶ τιμήσας αὐτὰ μὲ ψαλμωδίας καὶ πνευματικοὺς ὕμνους, τὰ μετέφερεν εἰς ἓν χωρίον ὀνομαζόμενον Γαλασσόν, τὸ ὁποῖον ἧτο μακρὰν ἀπὸ τὰ Εὐχάϊτα δώδεκα μίλια· ἐκεῖ δὲ ἄμα τὸ ἔφθασε τὰ ἐνεταφίασεν ἱεροπρεπῶς. Τὸ μαρτύριον αὐτῶν ἄς ἧναι ἵασις νόσων, ψυχῶν ἀγαλλίασις, καὶ φιλοθέων ἀνδρῶν ἐντρύφημα πολυέραστον. Ἂς ἧνε εἰς δόξαν Χριστοῦ τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ ἡμῶν, εἰς τὸν ὁποῖον πρέπει τιμή, κράτος μεγαλοσύνη καὶ μεγαλοπρέπεια, νὺν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.

Βαρβάραν τὴν Ἁγίαν τιμήσωμεν· ἐχθροῦ γὰρ τὰς παγίδας συνέτριψε, καὶ ὡς στρουθίον ἐῤῥύσθη ἐξ αὐτῶν, βοηθείᾳ καὶ ὅπλῳ τοῦ Σταυροῦ ἡ πάνσεμνος.

Έτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Τῆς Τριάδος τὴν δόξαν ἀνακηρύττουσα, ἐν τῷ λουτρῷ τρεῖς θυρίδας ὑπεσημήνω σοφῶς, κοινωνίαν πατρικὴν λιποῦσα πάνσεμνε, ὅθεν ἠγώνισαι λαμπρῶς, ὡς παρθένος εὐκλεής, Βαρβάρα Μεγαλομάρτυς. Ἀλλὰ μὴ παύση πρεσβεύειν, ἐλεηθήναι τὰς ψυχᾶς ἠμῶν.



Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ

Κάθε λογισμὸς καὶ κάθε αἴσθηση ὁδηγοῦν σταδιακὰ τὴν ψυχὴ εἴτε πρὸς τὸν παράδεισο εἴτε πρὸς τὴν κόλαση.

Ἄν ὁ λογισμὸς εἶναι ἔλλογος, τότε συνδέει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεὸ Λόγο, μὲ τὸν ὕψιστο Λογισμό, μὲ τὴν Παναξία, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ὁ παράδεισος.

παράδεισος

Ἐάν πάλι εἶναι ἄλογος ὁ λογισμὸς ἤ καὶ παράλογος, τότε συνδέει ἀναπόφευκτα τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Παράλογο, τὸν Ἀνόητο, μὲ τὸν διάβολο, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ἡ κόλαση.

Ὅσα ἰσχύουν γιὰ τὸν λογισμὸ, ἰσχύουν καὶ γιὰ τις αἰσθήσεις. Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ, ἀπὸ τὴν γῆ: καὶ ὁ παράδεισος μὰ καὶ ἡ κόλαση τοῦ ἀνθρώπου.

Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Ο Ζυγός της Δικαιοσύνης

Ο Ζυγός της Δικαιοσύνης

Η Θεία Λειτουργία

The Arabic Divine Liturgy of St. John Chrysostomos

The Turkish Divine Liturgy of St. John Chrysostomos

 

Άγιοι Τόποι

24 Ώρες στους Αγίους Τόπους, Οδοιπορικό σε Μονές 20/04/2019

24 Ώρες στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων 25/04/2019

24 Ώρες στα Βήματα του Χριστού 27/04/2019

Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου

Ἐγὼ πατὴρ, ἐγὼ ἀδελφὸς, ἐγὼ νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφὴ, ἐγὼ ἱμάτιον, ἐγὼ ῥίζα, ἐγὼ θεμέλιος, πᾶν ὅπερ ἂν θέλῃς ἐγώ· μηδενὸς ἐν χρείᾳ καταστῇς. Ἐγὼ καὶ δουλεύσω· ἦλθον γὰρ διακονῆσαι, οὐ διακονηθῆναι. Ἐγὼ καὶ φίλος, καὶ μέλος, καὶ κεφαλὴ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ ἀδελφὴ, καὶ μήτηρ, πάντα ἐγώ· μόνον οἰκείως ἔχε πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ πένης διὰ σέ· καὶ ἀλήτης διὰ σέ· ἐπὶ σταυροῦ διὰ σὲ, ἐπὶ τάφου διὰ σέ· ἄνω ὑπὲρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρὶ, κάτω ὑπὲρ σοῦ πρεσβευτὴς παραγέγονα παρὰ τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σὺ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ συγκληρονόμος, καὶ φίλος, καὶ μέλος. Τί πλέον θέλεις; τί τὸν φιλοῦντα ἀποστρέφῃ; τί τῷ κόσμῳ κάμνεις; τί εἰς πίθον ἀντλεῖς τετρημένον;  περισσότερα »»»

Η Ελλάδα και ο Υμνος της Ελευθερίας

Ελληνική σημαία - Ελλάς - Ελευθερία

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Υπεραγία Παρθένος Θεοτόκος Μαρία

Κύριος διασκεδάζει βουλὰς ἐθνῶν, ἀθετεῖ δὲ λογισμοὺς λαῶν καὶ ἀθετεῖ βουλὰς ἀρχόντων· ἡ δὲ βουλὴ τοῦ Κυρίου εἰς τὸν αἰῶνα μένει, λογισμοὶ τῆς καρδίας αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεάν. (Ψαλ. 32, 10-11)

εἰ δέ τις τῶν ἰδίων καὶ μάλιστα τῶν οἰκείων οὐ προνοεῖ, τὴν πίστιν ἤρνηται καὶ ἔστιν ἀπίστου χείρων. (Τιμ.Α 5,8)

Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας

Οἱ ἄνθρωποι καταχρηστικά λέγονται λογικοί. Δεν εἶναι λογικοὶ ὅσοι ἔμαθαν ἀπλῶς τὰ λόγια καὶ τὰ βιβλία τῶν ἀρχαίων σοφῶν, ἀλλ' ὅσοι ἔχουν τὴ λογικὴ ψυχὴ καὶ μποροῦν νὰ διακρίνουν ποιὸ εἶναι τὸ καλὸ καἰ ποιὸ τὸ κακό καὶ ἀποφεύγουν τὰ πονηρὰ καὶ βλαβερὰ στὴν ψυχή, τὰ δὲ ἀγαθὰ καὶ ψυχωφελῆ, τὰ ἀποκτοῦν πρόθυμα μὲ τὴ μελέτη καὶ τὰ ἐφαρμόζουν μὲ πολλὴ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό. Αὐτοὶ μόνοι πρέπει νὰ λέγονται ἀληθινὰ λογικοὶ ἄνθρωποι.

St Antony the Great

Ἐφ᾿ ὅσον ἐννοεῖς τὰ περὶ Θεοῦ, νὰ εἶσαι εὐσεβής, χωρὶς φθόνο, ἀγαθός, σώφρων, πράος, χαριστικὸς κατὰ δύναμιν, κοινωνικός, ἀφιλόνεικος καὶ τὰ ὅμοια. Διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ἀπαραβίαστο ἀπόκτημα τῆς ψυχῆς, νὰ ἀρέσει στὸ Θεὸ μὲ τέτοιες πράξεις καὶ μὲ τὸ νὰ μὴν κρίνει κανέναν καὶ νὰ λέει γιὰ κανέναν, ὅτι ὁ δείνα εἶναι κακὸς καὶ ἁμάρτησε. Ἀλλὰ καλλίτερο εἶναι νὰ συζητᾶμε τὰ δικά μας κακά, καὶ νὰ ἐρευνᾶμε μέσα μας τὴ δική μας πολιτεία, ἐὰν εἶναι ἀρεστὴ στὸ Θεό. Διότι, τί μᾶς μέλει ἐμᾶς, ἐὰν ὁ ἄλλος εἶναι πονηρός;

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Ἡ αἰωνιότητα εἶναι φρικιαστικὴ δίχως Θεάνθρωπο, γιατὶ καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι φοβερὸς δίχως τὸν Θεάνθρωπο. Καθετὶ τὸ ἀνθρώπινο, μονάχα στὸν Θεάνθρωπο ἔχει τὴν τελικὴ καὶ λογικὴ του ἑρμηνεία. Δίχως τὸν θαυμαστὸ Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὅλα τὰ ἀνθρώπινα μεταβάλλονται ἀναπόφευκτα σὲ χάος, σὲ φρίκη, σὲ θάνατο, σὲ κόλαση: ἡ φρόνηση σὲ ἀφροσύνη, ἡ αἴσθηση σὲ ἀπόγνωση, ἡ ἐπιθυμία σὲ αὐτοδιάσπαση μέσα ἀπὸ τὴν αὐτοθέωση ἤ τὴν αὐτοεξουθένωση.

περισσότερα