Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός | Ορθόδοξοι Πατέρες Our Lord Jesus Christ | Orthodox Fathers

»»»    Όσιος Παχώμιος ο Μέγας

Όσιος Παχώμιος ο Μέγας



Όσιος Παχώμιος ο Μέγας Όσιος Παχώμιος ο Μέγας Όσιος Παχώμιος ο Μέγας

Ὁ ὅσιος Παχώμιος ὑπῆρξε χαρι­σματικὴ καὶ ἡγετικὴ μορφὴ τοῦ Ὀρθόδοξου Μοναχισμοῦ. Ἔζησε στὴν ἐποχὴ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου (306-­337) στὴν Αἴγυπτο. Θεωρεῖται «θεμελιωτὴς τῆς κοινοβιακῆς ὀργανώ­σεως τῶν ἀσκητῶν». Γεννήθηκε τὸ ἔτος 292 μ.Χ. ἀπὸ εἰδω­λολάτρες γονεῖς στὴν κάτω Θηβαΐδα (σημερινὸ Σάιντ) τῆς Αἰγύπτου. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς στρατολογίας του γνωρί­στηκε μὲ φλογεροὺς Χριστιανοὺς στρα­τιῶτες καὶ θαύμασε τὸ μεγαλεῖο τῆς χρι­στιανικῆς πίστεως καὶ ζωῆς. Γι ̓ αὐτό, ὅταν ἀπολύθηκε ἀπὸ τὸν στρατὸ ὁ Πα­χώμιος, βαπτίστηκε στὸ χωριὸ «Χηνοβόσκιο» στὴν ἄνω Θηβαΐδα καὶ ζοῦσε ἐκεῖ βίο ἀσκητικὸ διακονώντας γιὰ τρία χρόνια τοὺς πάσχοντες ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν ἐπιδημία τῆς πανούκλας ποὺ εἶχε ἐνσκήψει τότε. Στὴ συνέχεια ὁ Ὅσιος ἐγκατέλειψε τὰ ἐγκόσμια καὶ κατέφυγε σὲ αὐστηρὸ κα­θοδηγό, τὸν φημισμένο ἀσκητὴ τῆς πε­ριοχῆς ὅσιο Παλάμωνα (12 Αὐγούστου), ὁ ὁποῖος καὶ τὸν ἐνέδυσε μὲ τὸ μοναχικὸ Σχῆμα. Κοντὰ στὸν γέροντα αὐτὸν ὁ Παχώμιος διδάχθηκε τὴν ὁδὸ τῆς κα­τὰ Θεὸν τελειώσεως.

Ζοῦσε κοντά του μὲ ἀπόλυτη πειθαρχία καὶ ὑπακοή. Μὲ σκληραγωγίες, αὐστηρὲς νηστεῖες καὶ ὁλονύχτιες προσευχὲς ἐξάγνιζε τὸν ἑ­αυτό του καθιστώντας τὴν καρδιά του δοχεῖο καθαρὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ ὅσιος Παχώμιος ἐργαζόταν μὲ τὸν γέροντα Παλάμωνα χειρωνακτικὰ πλέκοντας σάκκους, ἢ καλάθια ἀπὸ νῆμα, ἢ φύλλα φοινικιᾶς γιὰ τὶς ἀνάγκες τῶν φτωχῶν. Τὶς νύχτες ὁ Ὅσιος ἀποσυρόταν μόνος στὴν ἔρημο τῆς ἄνω Θηβαΐδος καὶ προσευχόταν. Κάποτε ἔμπαινε στοὺς τάφους καὶ ὁ ἱδρώτας ποὺ ἔτρεχε ἀπὸ τὸ σῶμα του, ἔκανε λάσπη τὸ χῶμα ποὺ πατοῦσε. Οἱ πονηροὶ δαίμονες τὸν πολεμοῦσαν ἄγρια καὶ ὁ γενναῖος πολεμιστὴς τοὺς χλεύαζε καὶ τοὺς πε­ριγελοῦσε. Μὲ τὴ δύναμη τῆς δοξο­λογητικῆς προσευχῆς του, ἐκμηδένιζε τὴ σφοδρότητα τῶν ἐπιθέσεών τους. Ὁ Κύριος ἐνδυνάμωνε τὸν ἁγνότατο δοῦλο του Παχώμιο καὶ τοῦ χάριζε ἔκτα­κτη θεία Χάρι, ὥστε νὰ μπορεῖ ἀκόμη νὰ διαπερνᾶ τὸν Νεῖλο ποταμὸ ἀνάμε­σα ἀπὸ κροκοδείλους ἢ νὰ πατᾶ ἐπάνω σὲ σκορπιοὺς καὶ ἑρπετὰ καὶ νὰ μὴν τὸν βλάπτουν. Μετὰ ἀπὸ ἑπτὰ χρόνια σκληρῶν πα­λαισμάτων ὁ ὅσιος Παχώμιος, μὲ εὐλο­γία τοῦ γέροντός του Παλάμωνα, κατέ­φυγε στὴν ἔρημο τῆς Ταβεννησίας στὸ Νεῖλο ποταμό, ὅπου ἵδρυσε μικρὸ Κοι­νόβιο. Τὸν ὅσιο Παχώμιο συνόδευσε ἐκεῖ καὶ ὁ κατὰ σάρκα ἀδελφός του Ἰω­άννης. Ζοῦσαν καὶ οἱ δύο μὲ μεγάλη αὐτα­πάρνηση. Ἀπὸ τὰ ἔσοδα τῶν ἐργοχεί­ρων τους συντηροῦσαν τοὺς πτωχούς, ἐνῶ οἱ ἴδιοι κρατοῦσαν γιὰ τὸν ἑαυτό τους λίγο ἁλάτι καὶ δύο ψωμιὰ γιὰ τὴν κάθε μέρα. Ἡ πιὸ εὐφρόσυνη ὥρα τους ἦταν ἡ προσευχὴ καὶ κυρίως ἡ μελέτη τοῦ ἐσταυρωμένου Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Κάποτε οὐρανόσταλτος Ἄγγελος Κυ­ρίου ἔφερε στὸν Παχώμιο εἴδηση ποὺ ἔλεγε: «Παχώμιε, τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου γιὰ σένα εἶναι νὰ διακονεῖς μὲ χαρὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ τοὺς συμφιλιώ­νεις μὲ τὸν Θεό». Σύντομα ὁ Παχώμιος μὲ τὴν ὁσιακή του πολιτεία καὶ τὴν εὔσπλαχνη καρ­διά του ἔγινε πασίγνωστος. Ἔρχονταν κοντά του καλοδιάθετοι ἄνθρωποι καὶ ζοῦσαν μαζί του τὸν ὁσιακὸ βίο. Πρὸς ὅλους αὐτοὺς ὁ Παχώμιος γινόταν θυ­σία. Τοὺς φρόντιζε καὶ τοὺς καθοδη­γοῦσε στὴν κατὰ Θεὸν πολιτεία. Ἀφοῦ τοὺς δοκίμαζε, τοὺς ἐνέτασσε σὲ μικρὲς ὁμάδες Μοναχῶν, ποὺ ὄφειλαν ὅμως νὰ τηροῦν μὲ ἀπόλυτη ἀκρίβεια τοὺς κανονισμοὺς τοῦ Κοινοβίου ποὺ ὁ ἴδιος εἶχε θεσπίσει, προσαρμοσμένες βέβαια στὴν ἰδιοσυγκρασία τοῦ καθενός. Προσεύχονταν 12 φορὲς τὴν ἡμέρα καὶ 12 τὴ νύχτα μὲ Ψαλμοὺς καὶ ἄλλες προσευχές. Εἶχαν κοινὰ διακονήματα, κοινὰ γεύματα. Ἔτρωγαν φυτικὲς τρο­φὲς καὶ τυρί. Ἀσκοῦσαν τὴν ἁγία σιωπὴ καὶ ἐπικοινωνοῦσαν μὲ νεύματα. Σπάνια φοροῦσαν ὑποδήματα. Κοινωνοῦσαν τὰ Ἄχραντα καὶ Ζωοποιὰ Μυστήρια κά­θε Σάββατο καὶ Κυριακή. Εἶχαν δὲ ὅλοι τους ὁμοιόμορφη ἐνδυμασία, σύμφω­να μὲ τὴν ἀποκάλυψη ποὺ εἶχε δεχθεῖ ὁ Ὅσιος ἀπὸ Ἄγγελο Κυρίου ποὺ τοῦ ἐμφανίστηκε φορώντας τὸ μοναχικὸ Σχῆμα. Ὅταν οἱ Μοναχοὶ ἔφθασαν τοὺς ἑκατό, ὁ Παχώμιος ἔκτισε ἱερὸ Ναὸ μέσα στὸ Μοναστήρι, ὅπου τοὺς λειτουργοῦσε ἱερέας ἀπὸ γειτονικὸ χωριό – ὁ Ὅσιος δὲν προωθοῦσε τοὺς Μοναχούς του στὴν ἱερωσύνη γιὰ νὰ ἀποφεύγονται οἱ ἀντιζηλίες. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ ὅσιος Παχώμιος θεωρώντας τὸν ἑαυτό του ἀνάξιο γιὰ τὸ ὑψηλὸ αὐτὸ λειτούργη­μα οὐδέποτε θέλησε νὰ γίνει ἱερεύς. Γι ̓ αὐτό, ὅταν τὸν εἰδοποίησαν ὅτι ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὁ Πατριάρχης τῆς Ἀλεξαν­δρείας, εἶχε φθάσει στὸ Μοναστήρι του καὶ τὸν ἀναζητοῦσε ἐπίμονα γιὰ νὰ τὸν χειροτονήσει, ἐκεῖνος ἔφυγε μακριὰ καὶ κρύφτηκε.

Καθὼς περνοῦσαν τὰ χρόνια, ἡ συνοδία τοῦ ὁσίου Παχωμίου ἄρ­χισε νὰ αὐξάνει. Ἐπέλεξε νὰ ἔχει κοντά του ὡς βοηθούς του ἀπὸ τὴ συν­οδία του τοὺς πιὸ ἔμπειρους, ταπεινοὺς καὶ «στερεωμένους στὴν ἀρετὴ» Μονα­χούς. Αὐτοὶ φρόντιζαν τὴ διακονία τῶν ἀσθενῶν, τὴ φιλοξενία τῶν ἐπισκεπτῶν καὶ τὴν πώληση τῶν ἐργοχείρων τῶν ἀδελφῶν. Ἡ πολυάριθμη αὐτὴ πνευματικὴ κυ­ψέλη χωριζόταν σὲ 24 μοναχικὰ τάγμα­τα γιὰ τὴν εὔρυθμη λειτουργία της. Λέ­γεται πὼς ἔφθασε νὰ ἔχει 14.000 Μοναχούς. Βέβαια ὅλοι αὐτοὶ ἐγκαταβιοῦσαν στὰ γύρω Μοναστήρια ποὺ κτίστηκαν, μὲ τὴν ἄγρυπνη ἐπίβλεψη τοῦ φωτισμέ­νου νοῦ τοῦ ὁσίου Παχωμίου. Αὐτὸς ἤλεγχε καὶ διηύθυνε τὰ πάντα μὲ μονα­δικὴ σύνεση καὶ σοφία. Ὑπῆρξε «ἄφθα­στος στὴν καθοδήγηση καὶ διακυβέρνηση προσώπων καὶ πραγμάτων». Ὑπηρετοῦσε μὲ αἴσθημα βαθιᾶς εὐθύ­νης καὶ ἀπέραντης στοργῆς καὶ ἀληθινῆς ἀγάπης ὅλες τὶς ἀνάγκες, καὶ τὶς ὑλικὲς καὶ τὶς πνευματικές, τῶν πολυάριθμων Μοναχῶν. Κάθε του λόγος, συμβουλὴ ἢ παράκληση, ἀλλὰ καὶ τὸ συστηματικό του ἑβδομαδιαῖο κήρυγμα μὲ ἀνάλυση τῶν Γραφῶν, ἔβρισκε ἄμεση ἀπήχηση στὴν καρδιὰ τῶν Μοναχῶν του. Ὁ Ὅσιος ἦταν προικισμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὸ ἰδιαίτερο χάρισμα τῆς θαυ­ματουργίας, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ διορατικό. Παρέμενε ὅμως πάντα ταπεινὸς καὶ πίστευε καὶ δίδασκε ὅτι τὸ μεγαλύτε­ρο χάρισμα στὸν ἄνθρωπο εἶναι τὸ νὰ καλλιεργεῖ ἁγνότητα καὶ ταπεινοφρο­σύνη. Γι ̓ αὐτὸ ἔλεγε χαρακτηριστικά: «Τὸ μεγαλύτερο ὅραμα ποὺ μπορεῖ νὰ δεῖ ὁ ἄνθρωπος εἶναι μόνο ἕνα· νὰ συ­ναντήσει ἄνθρωπο ἁγνὸ καὶ ταπεινό.» «Ἄνθρωπον ἐὰν ἴδῃς ἁγνὸν καὶ ταπεινόφρονα, ὅραμα μέγα ἐστίν. Ὁράμα­τος γὰρ τοιούτου τί μεῖζόν ἐστιν· τὸν ἀόρατον Θεὸν ἐν ὁρατῷ ἀνθρώπῳ ναῷ αὐτοῦ ἰδεῖν;». Λέγεται ὅτι ὁ ὅσιος Παχώμιος εἶχε στὴν ὄψη του θλίψη καὶ πόνο, διότι εἶχε ἀξιωθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ δεῖ σὲ ὅραμα τὰ βάσανα ποὺ περιμένουν τοὺς ἀ­μετανόητους ἀνθρώπους καὶ μάλιστα τοὺς ἀμελεῖς ἐκδημοῦντες Μοναχούς. Γι ̓ αὐτὸ οἱ κατηχήσεις του καὶ οἱ νουθεσί­ες του ὅλες ἀναφέρονταν στὸ θέμα τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν. Ὁ μεγάλος του ἀγώνας ἦταν νὰ ἐλευθερώνει ἀπὸ τὴ δουλεία τῶν παθῶν καὶ ἀδυναμιῶν τοὺς ὑποψήφιους Μοναχούς του, καὶ πάσχιζε νὰ τοὺς διορθώσει, καὶ προσευχόταν συνεχῶς γι ̓ αὐτούς, πολλαπλασιάζοντας τὶς νηστεῖες, ἀγρυπνίες καὶ τὶς σκληραγωγίες του μὲ σκοπὸ νὰ μετανοήσουν. Ἂν δὲν ἔδειχναν προ­κοπὴ πνευματική, τοὺς ἀπέπεμπε, γιὰ νὰ μὴ ζημιώνουν τὴν Ἀδελφότητα.

Καθὼς πλησίαζε τὸ Πάσχα τοῦ ἔτους 346, φοβερὴ λοιμώδης ἀσθένεια ἐνέ­σκηψε στὴν περιοχὴ τοῦ Δέλτα τοῦ Νείλου ποὺ ἔπληξε καὶ τὰ Μοναστήρια. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ταβεννησιῶτες Μονα­χοὺς προσβλήθηκαν ἀπὸ τὴ μολυσμα­τικὴ αὐτὴ ἀσθένεια καὶ πέθαναν πάνω ἀπὸ 100. Ὁ ὅσιος Παχώμιος προσβλήθηκε καὶ αὐτός. Παρὰ ταῦτα ὑπέμεινε γενναῖα τοὺς ὑψηλοὺς πυρετούς. Ἀρνιό­ταν νὰ τὸν ὑπηρετοῦν οἱ ἄλλοι ἢ νὰ τὸν ἀνακουφίζουν. Καὶ ὁ ἴδιος δὲν ἔπαυε νὰ ἐνισχύει, νὰ παρηγορεῖ καὶ διακο­νεῖ μὲ θυσιαστικὴ φροντίδα τοὺς γύρω του ἀσθενεῖς Μοναχούς, μὴ ὑπολογίζο­ντας τὴ δική του ὑγεία. Δίδασκε ὅλους μὲ τὸ παράδειγμά του «νὰ ὑπομένουν μὲ ἐγκαρτέρηση καὶ εὐχαριστία τὰ δει­νά τους». Ἐξαντλημένος παρέμεινε ἔγκλειστος τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα μὲ ἀδιάλειπτη προσευχή. Ἐνῶ ἡ ἀσθένειά του ὅλο καὶ τὸν κατέτρωγε, κάλεσε γύρω του τοὺς Μοναχοὺς καὶ τοὺς ἄφησε μὲ συγκίνη­ση τὶς τελευταῖες του ὑποθῆκες. Πρῶτα εὐχαρίστησε τὸν Κύριο ποὺ τὸν ἀξίωσε νὰ τοὺς ὑπηρετήσει ὅλους ὡς δοῦλος μὲ αὐταπάρνηση καὶ εἰλικρίνεια. Καὶ μετὰ τοὺς εὐχήθηκε νὰ διατηρήσουν τὴν ἑνότητα μεταξύ τους καὶ τοὺς πα­ρακάλεσε νὰ ἐφαρμόζουν μὲ ἀκρίβεια τοὺς Μοναχικοὺς Κανονισμοὺς ποὺ ὁ ἴδιος εἶχε θεσπίσει, ποὺ δὲν ἦταν τίποτε ἄλλο παρὰ οἱ Εὐαγγελικὲς ἀρχὲς ποὺ θὰ τοὺς ὁδηγοῦσαν στὴ σωτηρία. Στὸν διάδοχό του τὸν Πετρώνιο, ποὺ καὶ αὐτὸς τελικὰ ἀσθένησε καὶ σύντο­μα πέθανε, τοῦ παρήγγειλε νὰ τὸν ἐντα­φιάσουν σὲ ἄγνωστο τόπο, γιὰ νὰ μὴ δοξασθεῖ καὶ τιμηθεῖ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ τὸν παρακάλεσε ἀκόμη νὰ φροντίσει μὲ ἰδιαίτερη ἐπιμέλεια τοὺς ἀμελεῖς καὶ ράθυμους Μοναχούς. Λίγο μετὰ τὴν Πεντηκοστὴ τοῦ ἔτους 346, σὲ ἡλικία μόλις 54 ἐτῶν, ὁ ὅσι­ος Παχώμιος ἄφησε τὴν τελευταία του πνοή. Καὶ ἡ ἁγιασμένη ψυχή του πέτα­ξε γιὰ τὸν οὐρανό. Τὴν ὥρα ἐκείνη εἶδαν οἱ γέροντες ἀδελφοὶ ἀγγέλους φωτει­νοὺς ποὺ συνόδευαν τὴ μακαρία ψυχὴ τοῦ ὁσίου Πατέρα τους στὸν Παράδει­σο, ἐνῶ ταυτόχρονα, σεισμὸς μεγάλος φανέρωνε τὴ συμμετοχὴ πόνου τῆς φύσεως γιὰ τὴν ἀναχώρηση ἑνὸς τόσο με­γάλου Ἁγίου. Ὁ Μέγας Ἀντώνιος, ὅταν πληροφορή­θηκε τὴν ἐκδημία τοῦ ὁσίου Παχωμίου, τὸν ἀπεκάλεσε νέο Ἀπόστολο καὶ τὸν ἐγκωμίασε ὡς μέγα καὶ ἄξιο ἱδρυτὴ τοῦ Κοινοβιακοῦ Μοναχισμοῦ. Τὰ Μοναστήρια τοῦ ὁσίου Παχωμίου μετὰ τὴν ἐκδημία του, μὲ νέο καθοδηγό – γιὰ εἴκοσι χρόνια – τὸν ὅσιο Θεόδωρο τὸν Ἡγιασμένο γνώρισαν μεγάλη ἄνθη­ση. Δὲν παρέμειναν ὅμως γιὰ πολλὰ χρόνια, γιατὶ οἱ βαρβαρικὲς ὀρδὲς τὰ ἀφάνισαν. Τὸ γνήσιο ὅμως πνεῦμα τοῦ Μοναχισμοῦ τοῦ ὁσίου Παχωμίου τοῦ Μεγά­λου μεταλαμπαδεύθηκε στὴ Δύση ἀπὸ τοὺς ὁσίους Ἱερώνυμο καὶ Κασσιανὸ ποὺ εἶχαν ἐπισκεφθεῖ τὰ Μοναστήρια τοῦ Ὁσίου καὶ διέσωσαν σὲ λατινικὲς μεταφράσεις τοὺς κανονισμούς του. Εἴθε μὲ τὶς εὐχὲς τοῦ λαμπροῦ ἀστέ­ρος, τοῦ μεγάλου καθηγητοῦ τῆς ἐρή­μου ὁσίου Παχωμίου, νὰ ἀνθίζει πάντα ὁ ἱερὸς θεσμὸς τοῦ Μοναχισμοῦ, ὥστε οἱ Μοναχοὶ νὰ ἐπιτελοῦν ἐπάξια τὸν ἐπὶ γῆς προορισμό τους, ποὺ εἶναι νὰ φωτίζουν καὶ νὰ στηρίζουν τὸν κόσμο, ἰδίως στοὺς σημερινοὺς τραγικοὺς καὶ σκοτεινοὺς χρόνους ποὺ ζοῦμε, τῆς φο­βερῆς ἀποστασίας, ὥστε νὰ ὁδηγεῖται στὴ σωτηρία ὁ κόσμος καὶ νὰ δοξάζεται καὶ νὰ λαμπρύνεται τὸ ὄνομα τοῦ πανα­γίου Τριαδικοῦ Θεοῦ μας. Ἀμήν.

Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀγελάρχης ἐδείχθης τοῦ Ἀρχιποιμένος, Μοναστῶν τᾶς ἀγέλας Πάτερ Παχώμιε, πρὸς τὴν μάνδραν ὁδηγῶν τὴν ἐπουράνιον, καὶ τὸ πρέπον ἀσκηταίς, ἐκεῖθεν σχῆμα μυηθεῖς, καὶ τοῦτο πάλιν μυήσας, νῦν δὲ σὺν τούτοις ἀγάλλη, καὶ συγχορεύεις ἐν οὐρανίαις σκηναίς.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ταῖς τῶν δακρύων σου ῥοαῖς, τῆς ἐρήμου τὸ ἄγονον ἐγεώργησας· καὶ τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς, εἰς ἑκατὸν τοὺς πόνους ἐκαρποφόρησας· καὶ γέγονας φωστὴρ τῇ οἰκουμένῃ, λάμπων τοῖς θαύμασιν, Παχώμιε Πατὴρ ἡμῶν ὅσιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Φωστὴρ φαεινός, ἐδείχθης ἐν τοὶς πέρασι τὴν ἔρημον δέ, ἐπόλισας τοὶς πλήθεσι, σεαυτὸν ἐσταύρωσας, τὸν σταυρόν σου ἐπ’ ὤμων ἀράμενος, καὶ ἀσκήσει τὸ σῶμα, κατέτηξας, πρεσβεύων ἀπαύστως ὑπὲρ πάντων ἠμῶν.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τὴν ἐν πρεσβείαις
Τὴν τῶν Ἀγγέλων ἐν στόματι πολιτείαν, ἐπιδεξάμενος Παχώμιε θεοφόρε, τούτων καὶ τῆς εὐκλείας ἠξίωσαι, τῷ τοῦ Δεσπότου θρόνῳ, σὺν αὐτοῖς παριστάμενος, καὶ πᾶσι πρεσβεύων θείαν ἄφεσιν.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις εὐσεβείας ὑπογραμμός, καὶ τῶν μοναζόντων, Ἀγελάρχης θεοειδής. Χαίροις τῆς Αἰγύπτου, κανὼν καὶ τύπος μέγας, Παχώμιε θεόφρον, Πατέρων καύχημα.


Πηγή : Περιοδικό ο Σωτήρ καί Ορθόδοξος Συναξαριστής



Άγιοι Τόποι

24 Ώρες στους Αγίους Τόπους, Οδοιπορικό σε Μονές 20/04/2019

24 Ώρες στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων 25/04/2019

24 Ώρες στα Βήματα του Χριστού 27/04/2019

Η Θεία Λειτουργία

The Arabic Divine Liturgy of St. John Chrysostomos

The Turkish Divine Liturgy of St. John Chrysostomos

 

Ραδιοσταθμοί

Ακούστε (((ο)))
Ραδιόφωνο: Άγιοι Ισίδωροι

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ

Κάθε λογισμὸς καὶ κάθε αἴσθηση ὁδηγοῦν σταδιακὰ τὴν ψυχὴ εἴτε πρὸς τὸν παράδεισο εἴτε πρὸς τὴν κόλαση.

Ἄν ὁ λογισμὸς εἶναι ἔλλογος, τότε συνδέει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεὸ Λόγο, μὲ τὸν ὕψιστο Λογισμό, μὲ τὴν Παναξία, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ὁ παράδεισος.

παράδεισος

Ἐάν πάλι εἶναι ἄλογος ὁ λογισμὸς ἤ καὶ παράλογος, τότε συνδέει ἀναπόφευκτα τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Παράλογο, τὸν Ἀνόητο, μὲ τὸν διάβολο, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἤδη ἡ κόλαση.

Ὅσα ἰσχύουν γιὰ τὸν λογισμὸ, ἰσχύουν καὶ γιὰ τις αἰσθήσεις. Ὅλα ἀρχίζουν ἐδῶ, ἀπὸ τὴν γῆ: καὶ ὁ παράδεισος μὰ καὶ ἡ κόλαση τοῦ ἀνθρώπου.

Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου

Ἐγὼ πατὴρ, ἐγὼ ἀδελφὸς, ἐγὼ νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφὴ, ἐγὼ ἱμάτιον, ἐγὼ ῥίζα, ἐγὼ θεμέλιος, πᾶν ὅπερ ἂν θέλῃς ἐγώ· μηδενὸς ἐν χρείᾳ καταστῇς. Ἐγὼ καὶ δουλεύσω· ἦλθον γὰρ διακονῆσαι, οὐ διακονηθῆναι. Ἐγὼ καὶ φίλος, καὶ μέλος, καὶ κεφαλὴ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ ἀδελφὴ, καὶ μήτηρ, πάντα ἐγώ· μόνον οἰκείως ἔχε πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ πένης διὰ σέ· καὶ ἀλήτης διὰ σέ· ἐπὶ σταυροῦ διὰ σὲ, ἐπὶ τάφου διὰ σέ· ἄνω ὑπὲρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρὶ, κάτω ὑπὲρ σοῦ πρεσβευτὴς παραγέγονα παρὰ τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σὺ, καὶ ἀδελφὸς, καὶ συγκληρονόμος, καὶ φίλος, καὶ μέλος. Τί πλέον θέλεις; τί τὸν φιλοῦντα ἀποστρέφῃ; τί τῷ κόσμῳ κάμνεις; τί εἰς πίθον ἀντλεῖς τετρημένον;  περισσότερα »»»

Η Ελλάδα και ο Υμνος της Ελευθερίας

Ελληνική σημαία - Ελλάς - Ελευθερία

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Υπεραγία Παρθένος Θεοτόκος Μαρία

Κύριος διασκεδάζει βουλὰς ἐθνῶν, ἀθετεῖ δὲ λογισμοὺς λαῶν καὶ ἀθετεῖ βουλὰς ἀρχόντων· ἡ δὲ βουλὴ τοῦ Κυρίου εἰς τὸν αἰῶνα μένει, λογισμοὶ τῆς καρδίας αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεάν. (Ψαλ. 32, 10-11)

εἰ δέ τις τῶν ἰδίων καὶ μάλιστα τῶν οἰκείων οὐ προνοεῖ, τὴν πίστιν ἤρνηται καὶ ἔστιν ἀπίστου χείρων. (Τιμ.Α 5,8)

Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας

Οἱ ἄνθρωποι καταχρηστικά λέγονται λογικοί. Δεν εἶναι λογικοὶ ὅσοι ἔμαθαν ἀπλῶς τὰ λόγια καὶ τὰ βιβλία τῶν ἀρχαίων σοφῶν, ἀλλ' ὅσοι ἔχουν τὴ λογικὴ ψυχὴ καὶ μποροῦν νὰ διακρίνουν ποιὸ εἶναι τὸ καλὸ καἰ ποιὸ τὸ κακό καὶ ἀποφεύγουν τὰ πονηρὰ καὶ βλαβερὰ στὴν ψυχή, τὰ δὲ ἀγαθὰ καὶ ψυχωφελῆ, τὰ ἀποκτοῦν πρόθυμα μὲ τὴ μελέτη καὶ τὰ ἐφαρμόζουν μὲ πολλὴ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό. Αὐτοὶ μόνοι πρέπει νὰ λέγονται ἀληθινὰ λογικοὶ ἄνθρωποι.

St Antony the Great

Ἐφ᾿ ὅσον ἐννοεῖς τὰ περὶ Θεοῦ, νὰ εἶσαι εὐσεβής, χωρὶς φθόνο, ἀγαθός, σώφρων, πράος, χαριστικὸς κατὰ δύναμιν, κοινωνικός, ἀφιλόνεικος καὶ τὰ ὅμοια. Διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ἀπαραβίαστο ἀπόκτημα τῆς ψυχῆς, νὰ ἀρέσει στὸ Θεὸ μὲ τέτοιες πράξεις καὶ μὲ τὸ νὰ μὴν κρίνει κανέναν καὶ νὰ λέει γιὰ κανέναν, ὅτι ὁ δείνα εἶναι κακὸς καὶ ἁμάρτησε. Ἀλλὰ καλλίτερο εἶναι νὰ συζητᾶμε τὰ δικά μας κακά, καὶ νὰ ἐρευνᾶμε μέσα μας τὴ δική μας πολιτεία, ἐὰν εἶναι ἀρεστὴ στὸ Θεό. Διότι, τί μᾶς μέλει ἐμᾶς, ἐὰν ὁ ἄλλος εἶναι πονηρός;

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Ἡ αἰωνιότητα εἶναι φρικιαστικὴ δίχως Θεάνθρωπο, γιατὶ καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι φοβερὸς δίχως τὸν Θεάνθρωπο. Καθετὶ τὸ ἀνθρώπινο, μονάχα στὸν Θεάνθρωπο ἔχει τὴν τελικὴ καὶ λογικὴ του ἑρμηνεία. Δίχως τὸν θαυμαστὸ Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὅλα τὰ ἀνθρώπινα μεταβάλλονται ἀναπόφευκτα σὲ χάος, σὲ φρίκη, σὲ θάνατο, σὲ κόλαση: ἡ φρόνηση σὲ ἀφροσύνη, ἡ αἴσθηση σὲ ἀπόγνωση, ἡ ἐπιθυμία σὲ αὐτοδιάσπαση μέσα ἀπὸ τὴν αὐτοθέωση ἤ τὴν αὐτοεξουθένωση.

περισσότερα